Κυριακή, 21 Σεπτεμβρίου 2008

Στάζω...





Άνοιξη πρωτόκλαψα μα φθινόπωρο νιώθω να είμαι. Η εποχή που στάζει. Στάζω κι εγώ...
Έλειπες κι ανέβηκα κρυφά να δω το μέρος που κοιμάσαι. Πώς είναι τα σεντόνια σου. Τα είχες στρώσει ή τα άφησες να έχουν το σχήμα του σώματός σου; Τα είχες πλύνει ή είχαν επάνω ακόμη τη μυρωδιά σου; Και το μαξιλάρι σου; Έχει κάποια απ’ τις ξανθές τρίχες των μαλλιών σου ή την είδες και την πέταξες; Μπα...ποτέ δεν έκανες κάτι τέτοιο. Γιατί να το κάνεις τώρα που μόνος σου έμεινες; (κι ας μη το ’χεις ακόμη καταλάβει). Ξάπλωσα εκεί που μερικές φορές μ’ έχεις αγκαλιάσει. Εκεί που έχεις δώσει τη στενοχώρια σου. Κι εκεί που στριφογυρνάς τα βράδια χωρίς να ξέρεις το γιατί (εγώ ξέρω). Κι έσταξα. Δάκρυ...
Περπάτησα στις στάλες κι έβαλα τα κόκκινα παπούτσια. Τα μαλλιά αφημένα και τα βήματα αργά. Για να προλαβαίνει η βροχή τις κινήσεις μου. Για να ανασαίνει τις διαθέσεις μου. Για να μου ψιθυρίζει όσα οι άλλοι δεν καταλαβαίνουν. Εκείνους που τρέχουν να προφυλαχθούν. Από τι; Από τους χυμούς τ’ ουρανού; Γιατί; Εξατμίστηκε στο καυτό μου δέρμα. Μα ένα μέρος της απορροφήθηκε. Και μου ’δωσε ουσία απ’ το σύννεφο. Κι έσταξα. Στεναγμό...
Γλίστρησα κι έπεσα στις λάσπες. Κι έμεινα χωρίς να σηκωθώ. Έχωσα τα δάχτυλά μου βαθύτερα για να λερωθώ περισσότερο. Κυλίστηκα και γέμισα δυο χρώματα ακόμα. Μύρισα κι ένα ξερόφυλλο. Δεν είχε μυρωδιά (σε ποιον την έδωσε;). Σηκώθηκα κι ήμουν δέντρο με κλαδιά. Με μια καρδιά έξω από μένα. Να την βλέπω να χτυπά αχνά, να μεγαλώνει και να μικραίνει. Να λιώνει και να ξαναγεμίζει. Κι έσταξα. Αίμα...
Σκέφτηκα πρόσωπα. Σ’ άλλα χαμογέλασα. Σ’ άλλα θύμωσα. Σ’ άλλα αναπόλησα. Έκανα το γνωστό μου παιχνίδι. Δημιουργία υποτιθέμενων διαλόγων. Πόσο γλυκά με βασανίζει αυτό. Και πόσο επιμένω να το συνεχίζω στις στιγμές που ξεμακραίνω. Κάθε φορά κι άλλοι διάλογοι. Κάθε φορά και διαφορετικές εικόνες. Με μια εξέλιξη που με κάνει να φτιάχνω ρουφήχτρες και να χάνομαι μέσα τους. Κι ένα τέλος. Που αφήνει τελείες για πιθανή διαμόρφωση. Κι έσταξα. Προσμονή...
Έκαψα ένα λιβάνι. Απ’ αυτά που βγάζουν καπνό οράματος. Κι είδα μορφές με σκιά. Χωρίς έκφραση. Κι ούτε κατάλαβα ποιες ήταν. Κι ούτε αν ήθελαν κάτι. Κι ούτε ξέρω από πού ήρθαν. Μα ξέρω πως έμειναν εδώ. Γιατί όταν εμφανίζονται δεν μπορούν να ξεφύγουν. Κι ας φαίνονται πως διαλύονται. Τις άγγιξα. Κι έγιναν δικές μου. Κι έσταξα. Θάνατο...
Έριξα πάνω μου νερό. Να πλυθώ. Ν’ αλλάξω μορφή. Να δω το Α μου που πολλοί το θέλουν Λ. Μα εγώ Α το ’κανα πάλι. Σαν να ’μαι σε μια συνεχή αρχή. Να δω το σώμα μου γυμνό. Να γίνω έτοιμη για σένα που ’χω στο μυαλό μου. Και για σένα που μου μιλάς νομίζοντας πως μ’ έχεις καταλάβει. Και για σένα που ακόμη δεν μ’ έχεις πλησιάσει. Μα και για σένα που ακόμη δεν έχω δει. Κι έφερα πίσω τα μαλλιά μου. Να φανεί το πρόσωπό μου. Και χάιδεψα το στήθος μου. Κι έγλυψα τα χείλη μου. Κι έσταξα. Έρωτα...
Κι ύστερα ντύθηκα χαρά. Να τους γελάσω μην ανησυχήσουν. Να μ’ αγκαλιάσουν και να μου δώσουν λόγο να υπάρξω. Να τους τραγουδήσω για να αγαπήσουν και αυτή τη μέρα. Και να αναζητήσουν την επόμενη. Να κυλιστώ στο πάτωμα μαζί τους και να γίνουμε γη. Να βάλουμε φτερά και να γίνουμε άγγελοι. Και διάβολοι μαζί. Να τρέξουμε στα όνειρα και να βάψουμε τις νότες. Να δημιουργήσουμε χρόνο μόνο για μας. Κι έσταξα. Αγάπη...


.