Πέμπτη, 4 Σεπτεμβρίου 2008

Μεθυσμένα ξενύχτια



Έπινα το τίποτα
σκέτο χωρίς παγάκια
και βύθιζα τις σκέψεις μου
στου νου μου τα σοκάκια

Κι ήρθε το κάτι ξαφνικά
το λόγο να ζητήσει
είδε να φεύγουν οι σκιές
μόνη να μη μ’ αφήσει

Και του ’δωσα λέξη βροντερή
λόγο για να με βρίσει
γιατί αργά ήρθε να με βρει
δίχως την πόρτα να χτυπήσει;

Το είπα αλήτικο σκαρί
και άφαντο κουφάρι
μοιάζει του είπα με σπυρί
στου πόνου το λιθάρι

Και ήταν ατημέλητο
χωρίς μπερέ κι ομπρέλα
το κοίταγα αυθάδικα
πρόστυχα για κοπέλα

Κι ήρθε και με χαστούκισε
και μου ’σκισε τα ρούχα
μα εγώ συνέχιζα στο τίποτα
να δίνω εκείνα που ’χα

Και θύμωσε το κάτι μου
με τέτοια αδιαφορία
με κοίταξε με λύπηση
κι έκανε φασαρία

Πως στα σκοτάδια πνίγομαι
χωρίς να το καλέσω

γιατί έτσι αφήνομαι;
και πόσα θα αντέξω;
Και γω του χαμογέλασα
και του ’πα με υστερία:

«ΝΟΜΙΖΕΙΣ ΠΩΣ ΣΕ ΓΟΥΣΤΑΡΑ
ΜΑ ΤΟ ’ΧΑ ΠΕΙ ΣΤ’ ΑΣΤΕΙΑ!»



.