Τετάρτη, 8 Οκτωβρίου 2008

Δι’ ευχών των αγ(ρ)ίων ημών...



Με τα ήθη χρηστά και σκεπασμένη πρόθεση προχωρώ και πορεύομαι. Το ένα ρήμα δίπλα στο άλλο για δήλωση υπερβολής. Έμφασης θα έλεγαν πολλοί. Μαλακίας θα έλεγαν οι περισσότεροι. Σκοτίστηκα για τους χαρακτηρισμούς. Μόνη μου μπορώ να προσδώσω και περισσότερους.

Ξυπόλυτη τεντώνομαι στις μύτες των ποδιών με την πλάτη πίσω και το στήθος μπροστά. Τινάζω τα μαλλιά και κοιτάζομαι στον καθρέφτη. Ράσο θα βάλω σήμερα. Ναι, αυτό το μαύρο το μακρύ. Σε σχέδιο δικό μου. Με κουμπάκια μπροστά και σκίσιμο στο πλάι. Κι από μέσα γυμνή και ξυρισμένη. Γιατί έτσι γουστάρω. Να προχωράω, ν’ανεμίζουν τα φουστάνια μου και να με γλύφει ο αέρας. Να φέρνω το ένα πόδι μπροστά στο άλλο και να νιώθω το γαργάλημά του. Να χαμογελάω και να μην ξέρουν οι άλλοι το γιατί. Θα ξέρω όμως εγώ. Κι αυτό με καυλώνει περισσότερο.

Θα πάω πρωί πρωί στο φούρνο της γειτονιάς. Τότε που βγαίνουν τα σταφιδόψωμα. Απ’ αυτά που έχουν πάνω τους άχνη ζάχαρη. Και μέχρι να φτάσω στο ταμείο, θα την μαζεύω απαλά απαλά με τη γλώσσα. Θα ανοίξω τα χείλη μου, θα την βγάλω έξω κι αργά αργά θ’ αρχίσω να γεύομαι τη γλύκα της. Γιατί πρώτα θέλω να νιώθω γεύσεις. Οι πληρωμές στο τέλος.

Θα περάσω κι απ’ το περίπτερο για τσιγάρα. Απ’ αυτά τα μακριά στα περίεργα πακέτα. Ίσως πάρω κι ένα πουράκι με άρωμα σοκολάτας. Γιατί μ’ αρέσει να σκορπάω και μυρωδιές. Κι ας κάνω μια ρουφηξιά όποτε λάχει. Με νόημα. Με ύφος. Με στιλ. Σχηματίζοντας μαγκιώρικα δαχτυλίδια καπνού. Με το στόμα μου μισάνοιχτο,για εικόνες ηδονής. Φωτιά δεν θα ζητήσω. Απ’ αυτή έχω μπόλικη. Υπάρχει αντίρρηση;

Και μετά, θα χωθώ στην πόλη των αγρίων. Των βολεψάκηδων και των κλεφτών. Των δήθεν και των υποκριτών. Των μίζερων και των ανοργασμικών. Και θ’ αρχίσω να μοιράζω ευχές. Από μέσα μου. Κι απ’ έξω μου. Φιληθείτε...νιώστε...αγγίξτε...βραχείτε...

ξεδιπλωθείτε...κοιταχτείτε...ερωτευτείτε...και ναι...
ω, ναι...γαμηθείτε αγαπημένοι μου...γαμηθείτε...
Και θα μου μοιράζουν κι εκείνοι τις δικές τους τις ευχές.
Μετανόησε...προσκύνα...μετάλαβε...εξαγνίσου...

...μαρτύρα...
Κι εγώ θα περνάω ανάμεσά τους και θ’ ανοίγω ένα ένα τα κουμπιά μου. Αργά και νωχελικά. Αισθησιακά και πρόστυχα. ΄Η δήθεν αθώα. Με τις ευχές του σύμπαντος. Κι όλων των θεών. Και των δαιμόνων.

Και μέχρι να φτάσω στο πουθενά, το ράσο μου θα έχει ανοίξει τελείως και θ’ ανεμίζει. Θα πηγαίνει πίσω μου και θα έχει αποκαλύψει τ’ απόκρυφά μου. Και θα σκορπάω τις στάλες μου. Για αγιασμό. Για κάθαρση. Για εξορκισμό. Για ξεδίψασμα. Για δροσιά. Για κάψιμο. ΄Οπως ο ουρανός μου όταν αποφασίζει να ρίξει την κόκκινη βροχή του. Αυτή που καίει και τους κάνει ν’ αναστενάζουν.

Και θα περάσω στο πέρα. Γυμνή κι απαλλαγμένη. Με βλέμμα πονηρό. Και με ευχές ανανεωμένες. Απ’ αυτές που μάζεψα στο διάβα μου. Που ίσως τις ξεχάσω. Που σίγουρα θα τις ξεχάσω. Γιατί ξέρω να δίνω καλύτερες...

Χαϊδευτείτε...ξεσπάστε...λικνιστείτε...αισθανθείτε...

απαλλαχθείτε...φεγγαροχτυπηθείτε...ξαναγεννηθείτε...
ξεντυθείτε...και ναι...ω, ναι...γαμηθείτε αγαπημένοι μου...
...γαμηθείτε...
.