Παρασκευή, 17 Οκτωβρίου 2008

Εκρήξεις


Με κίνηση φιδιού που θέλει να κουλουριαστεί χώνομαι στη θέρμη σου. Με διάθεση απόκοσμη και ρυθμό κυματιστό γλιστρώ στα σωθικά σου. Ακούω το «αχ» του σώματός σου και νιώθω το σφίξιμό σου. Κόβεται η ανάσα μου από το ρούφηγμά σου.

Κρύβομαι πίσω από ένα βράχο σου καυτό. Εκεί, λίγο πριν τις φλόγες της κόλασής σου. Λίγο πριν τον γκρεμό που οδηγεί στον Άδη σου. Ανασαίνω και αφουγκράζομαι. Ιδρώνω και ξεδιπλώνομαι. Αργά αργά γυμνώνομαι. Και χύνομαι.

Κατοικώ τη σπηλιά σου. Αυτή τη σπηλιά που όσοι μέσα της χαθούν, πίσω δε γυρίζουν. Τους κρατάς φυλακισμένους στα κάγκελα των επιθυμιών σου. Τους τιμωρείς για την απερισκεψία τους. Για την άγνοιά τους. Για την ασυδοσία και το έλλειμμά τους. Τους δένεις και τους φιμώνεις. Τους τεμαχίζεις και τους λιώνεις. Τους καις και τους σκορπάς.

Μα εμένα με δέχεσαι. Είμαι η λάβα στο ηφαίστειό σου. Η βροχή στην καταιγίδα σου. Το όνειρο στο σύννεφό σου. Η λάμψη στο μαύρο των ματιών σου. Το αίμα στην άκρη των χειλιών σου.

Κι όταν αρχίζω να κουνιέμαι, δίνεις τις εκρήξεις σου. Αστράφτεις τα ξεχασμένα ήθη σου. Βροντάς τα θαμμένα όχι σου. Ουρλιάζεις τα καμένα λάθη σου. Καταριέσαι τα καινούργια πρέπει σου. Ντύνεις με χρώμα τη φωνή σου. Φτύνεις με φόρα τη ζωή σου. Πνίγεις με θάνατο τη θύμησή σου. Ζωντανεύεις τη φλόγα στη ψυχή σου.

Κι εγώ, χαμογελώ ερεθισμένη. Γιατί σ’ εκείνο τον βράχο του κορμιού σου, σιγά σιγά σκαλίζω ενοχές και παραχώνω τις εκκολαπτόμενες ορέξεις σου. Κι όταν θα είναι έτοιμες να βγουν, τότε απότομα θα τραβηχτώ. Να σε λυτρώσω και να λυτρωθώ. Να σε διαλύσω και να διαλυθώ. Να σε ανατινάξω και μαζί σου να ανατιναχθώ.

Ποιος τον εαυτό του αντέχει για πολύ σαν ξέρει πως γεννά τα πάθη;

.