Τρίτη, 2 Δεκεμβρίου 2008

Μετα-βαίνω




Μου είπες πως θα με περιμένεις κάτω απ’ το δέντρο με τις εκατό σταλαγματιές. Πως εκεί θα κοιμάσαι και θα ζεις τα όνειρά σου. Κι ότι αυτό το δέντρο σου θυμίζει εμένα. Γιατί είναι όνειρο και δηλητήριο μαζί. Και συ, δεν διστάζεις, αυτό το δηλητήριο να μου ζητάς να το χύνω στάλα στάλα στο κρυστάλλινο ποτήρι σου και μ’ αυτό να ξεπλένεις τα σκασμένα σου χείλη.


Σε φαντάζομαι άοπλο, χωρίς τη βαριά σου φορεσιά, να ξαποσταίνεις κάτω απ’ τα κλαδιά αυτού του ανίερου δέντρου. Χωρίς το συνηθισμένο χρώμα στα φύλλα του και χωρίς το συνηθισμένο θρόισμα που κάνουν κάτι άλλα φύλλα στους ψίθυρους του ανέμου. Μα και τι είναι συνηθισμένο άλλωστε στη χώρα που έχουμε φτιάξει για τις συναντήσεις μας; Ούτε φως, ούτε σκοτάδι. Κάτι σαν μετάβαση σ’ ένα χρώμα απροσδιόριστο που αρέσκεται στον επανασχηματισμό.


Μου είπες πως εκεί θα πηγαίνεις κάθε φορά που μαζί θες να βρεθούμε. Κι όταν σε αναζητώ, ξέρω πως εκεί θα σε βρίσκω. Χωρίς καν να στο έχω πει. Χωρίς καν να στο έχω μεταφέρει. Μα ο τρόπος που εκπέμπω, είναι ο τρόπος που μόνο εσύ καταλαβαίνεις. Κι ίσως, να βρίσκεσαι εκεί, πριν καν σε πεθυμήσω.


Μ’ αρέσεις. Μ’ αρέσει έτσι όπως η ανάσα σου βγαίνει σαν παγωμένη ομίχλη απ’ τα σωθικά σου. Σαν να μεταφέρει λέξεις που ψάχνουν απόχη να τις πιάσει. Μα τα μάτια μου ξέρουν να κλείνουν τα νοήματα πριν καν γίνουν όραμα. «Το βλέμμα σου Α.... μου», μου είπες μόλις χθες. «Αχ αυτό το βλέμμα σου!». Και σου χαμογέλασα πονηρά κάνοντάς το πιο έντονο. Πόσο πουτάνα γίνομαι καμιά φορά όταν ξέρω πως κάτι σ’ αρέσει και το ενισχύω για να σε εξιτάρω περισσότερο. Και πόσο ξεδιάντροπη όταν αυτό που δεν σ’ αρέσει, επίτηδες το ξεχειλώνω για να στάξεις λίγο αίμα παραπάνω.


Ξέρεις; Είσαι ο πρώτος που το μαθαίνει. Σήμερα...έκανα μια...μετάβαση. Ένιωσα πως προχώρησα σκίζοντας ένα ακόμη περιτύλιγμα. Που μόνη μου είχα πνίξει την ανάσα μου μ’ αυτό και που μόνη μου το είχα αφήσει να με φοράει. Μέσα από μια κουβέντα με το τίποτα κατάλαβα πως δεν μπορώ να ξεφύγω απ’ τον αέναο προορισμό του ανύπαρκτου κι έτσι, όσο μένω κολλημένη σε κάτι που φαντάζει θαλασσί, στο τέλος δεν θα πιάσω το άστρο που μου γνέφει. Παρεπιπτόντως, θέλω να σου πω πως το χρώμα που μέσα του κολυμπάς δεν μ’ αρέσει. Δεν το ήξερες, μα το μαθαίνεις τώρα. (πες μου πως δεν το πιστεύεις αυτό που σου λέω. Πες το μου...)


Έλα ιππότη μου...πήγαινε να κοιμηθείς κι απόψε μέσα στο σύννεφο. Κι αν δεν σου φανερωθώ στον εφιάλτη σου, ίσως να μη σου φανερωθώ ποτέ. Μόνο να ξέρεις, πως τις εκατό στάλες απ’ το δηλητήριο, θα στις στάζω όποτε με λαχτάρα τις αποζητάς. Γιατί πηγή που δεν στερεύει, δεν στάζει μόνο θάνατο, μα ζωής φωνές ξεπηδάνε από εκεί που δεν τις περιμένεις.


Κι απόψε...η μετάβασή μου περιλαμβάνει κλάμα γέννας.


... άραγε όταν ξυπνήσεις θα είμαι εκεί για να με πάρεις;







.