Κυριακή, 14 Δεκεμβρίου 2008

Αποκλίνωωωωω!




Να ψιλοβρέχει και να μένω σπίτι, το θεωρώ αμαρτία. Απ’ τις λίγες. Μα επειδή αυτή τη φορά λόγοι ανωτέρας βίας (σιγά μη πω!) μου υπαγόρευαν την παραμονή εντός της οικίας του σπιτιού μου (sic) είπα να την μαλακώσω (την αμαρτία ντε!) και να βγω τουλάχιστον στο μπαλκόνι.


Φορούσα ακόμη το καλσόν, την κοντή τη φούστα και τα μποτάκια τα τακουνάτα. Άλλες φορές βγαίνω με την πιτζάμα μου αλλά βαριόμουν να γδυθώ. Έφτιαξα μυρωδάτο καφέ σε κούπα αγιοβασιλιάτικη και κάθισα στην καρέκλα που έχει φάτσα την απέναντι πολυκατοικία (τι άλλο?). ΄Εβαλα και τα πόδια μου πάνω στα κάγκελα. Η αγαπημένη μου στάση. Δε πα να περνάει όποιος θέλει από κάτω. Σκοτίστηκα. ΄Αναψα κι ένα απ’ τα τσιγάρα που μ’ αρέσουν και που επανακυκλοφόρησαν αυτές τις μέρες. Τα ’ψαχνα καιρό. Μυρωδάτα, μαύρο το χρώμα τους και μ’ αρέσει κι η ονομασία τους. Κάθε ρουφηξιά και σαν να βάζω λίγο περισσότερο απ’ τον διάβολο μέσα μου. Τέλος πάντων. Άλλο θέλω να πω τόση ώρα.


Μετά από μερικές κατεβασιές (βροχής, καπνού, καφέ), μερικά κουνήματα στην καρέκλα μου (καθότι ησυχία δεν έχω γενικώς) και πηγαίνοντας πίσω τον λαιμό μου να δω τον τοίχο της βεράντας μου (ναι, είπαμε, δεν έχω ησυχία), τον είδα να στέκεται εκεί στην άκρη και να με παρατηρεί. Ταρακουνήθηκα λίγο ήταν η αλήθεια, μα ως εγωίστρια από κούνιας δεν το πολυέδειξα. Είμαι σίγουρη πως το κατάλαβε όμως γιατί χαμογέλασε ειρωνικά (αν μπορείς να πεις πως ήταν χαμόγελο αυτό). Κι ακόμη δεν ήξερα από πού στο καλό εμφανίστηκε αυτός ο τύπος. Σκιερός, με μάτια προς το μοβ και χωρίς να μπορώ να διακρίνω αν φορούσε ή δεν φορούσε κάτι. Η αίσθηση που είχα πάντως όταν τον κοίταξα ήταν πως έμοιαζε (ή το ’παιζε) άνετος.


Αποκλίνεις! μου είπε, χωρίς καν να συστηθεί.


Ορίστε; του ’πα αυθάδικα έχοντας ακόμη το τσιγάρο στο χέρι.


Δεν είναι τρόπος αυτός να κάθεται μια γυναίκα στο μπαλκόνι, συνέχισε με στόμφο και ήρθε πιο κοντά μου.


Ομολογώ πως τα δυο βήματα που έκανε ήταν σαν να μην ακουμπούσε με τα πέλματά του στο έδαφος κι αυτό το αλλούτερο γενικώς εμένα με εντυπωσιάζει. Άσε που από κοντά είχε κάτι το ανατριχιαστικό και ένιωσα πως (άκουσον, άκουσον) θα μπορούσε και να μου επιβληθεί (κι αυτό με ανατριχιάζει ακόμη περισσότερο).


Παρόλα αυτά, τράβηξα άλλη μια γερή ρουφηξιά χωρίς να φυσήξω τον καπνό μακριά μου. Μάλιστα, το έκανα με τρόπο που το συννεφάκι έμεινε τόσο κοντά στο πρόσωπό μου που μετά από λίγο ήρθε όλο πάνω μου. Σαν να έβλεπα τον τύπο μέσα από ομίχλη ήταν. Επίσης, δεν ξεκούνησα τα πόδια μου από εκεί που τα είχα. Αλλά, αντιδραστικά τα άνοιξα περισσότερο.


Είδες; συνέχισε εκείνος σχηματίζοντας ένα χαμόγελο πιο ειρωνικό τώρα. Αποκλίνεις!


Τι θα πει, αυτό; του αντέτεινα κοιτάζοντάς τον πάνω κάτω με το βλέμμα εκείνο που παίρνω σ’ αυτές τις περιπτώσεις. Χωρίς να το τραβάω από πάνω του και επίμονο μες τα δικά του τα μάτια. Τίναξα και πίσω το μαλλί κι άρχισα να γέρνω προς το μέρος του.


Αναπτύσσεις μια συμπεριφορά μη συνηθισμένη. Μια συμπεριφορά που δεν την περιμένει κανείς από γυναίκα. Και μάλιστα της ηλικίας σου! Αυτό το τελευταίο, ο πούστης, το ’πε αργόσυρτα. Γνωστό το γιατί. Για να με πικάρει περισσότερο.


Όπα φιλαράκο, μπάστα! του πέταξα. Η ιδιότητά μου και τα χρόνια μου είναι τιμή μου και καμάρι μου. Εξάλλου μια νεράιδα δεν έχει ηλικία. Δεν στα έμαθαν αυτά εκεί απ’ όπου έρχεσαι; Αλήθεια, πούθε έρχεσαι;


Ομολογώ πως άρχισα να τα παίρνω γιατί ο αναιδής νόμιζε πως μπορεί να με κρίνει. Με ποια ιδιότητα παρακαλώ; Με ήξερε κι από χθες;


Πώς μου μιλάς, έτσι; Μου είπε κάπως θυμωμένα. «Φιλαράκο;» «μπάστα;». Δούλευες σε νταλίκα, πιτσιρίκα; συνέχισε ακάθεκτος. Και κλείσε τα πόδια, περνάει κόσμος.


Μπα; Τώρα έγινα «πιτσιρίκα»; του είπα με στόμφο. Και τα πόδια μου θα τα κάνω ότι γουστάρω, του αντέτεινα.


Αποκλίνεις, παραβαίνεις, γέρνεις, είσαι εκτός, έλεγε...έλεγε...έλεγε...


Εκτός; Εκτός τίνος; Του χώρου όπου ζω; Όπου ανασαίνω; Όπου πληρώνω; Όπου προσφέρω; Όπου υπάρχω; Εκτός του συνόλου των προσηκουσών συμπεριφορών; Εξήγησέ μου ρε μάγκα να καταλάβω.


Αυτό το «μάγκα» δεν τ’ άρεσε. Το οσμίστηκα γιατί στραβομουτσούνιασε κι έκανε μια κίνηση με τα δυο δάχτυλα σαν να ήθελε να εμφανίσει κάτι (ή να εξαφανίσει). Και πραγματικά! Εκείνη την ώρα ήρθαν απ’ το πουθενά δυο διαβολάκια - ένα κίτρινο κι ένα κόκκινο - και κάθισαν το ένα στον δεξί και το άλλο στον αριστερό του ώμο. Μου ’ρθε να βάλω τα γέλια. Ήταν πολύ αστείος έτσι. Και το ’κανα. Σιγά μη δεν το ’κανα.


Ρε φίλε, οι βάτες έχουν φύγει απ’ τη μόδα μετά την εποχή της ντίσκο, του ’πα με θράσος.


Ε, αυτό ήταν! Οι διαβόλοι πέταξαν πάνω μου και με μια γρήγορη κίνηση, με τύλιξαν με ένα κατάμαυρο δίχτυ. Με έκλεισαν εκεί μέσα και με τσουβάλιασαν μαζί με την καρέκλα μου. Ούτε ολόκληρο τον καφέ μου δεν είχα προλάβει να πιω, που ομολογουμένως τον είχα πετύχει στη ζάχαρη αυτή τη φορά. Μου λέτε, γιατί ενώ κάθε φορά βάζω την ίδια δόση, δεν βγαίνει πάντα ίδιος στη γεύση; (άσχετο).


Στο διχτάκι δεν ήταν κι άσχημα. Μόνο που δεν μπορούσα να κουνήσω τα χέρια. Θυμήθηκα μια φορά που με είχε δέσει ένα αμόρε που είχα. Ψαράς το επάγγελμα. Στο δίχτυ μάστορας. Κι εγώ ανήμπορη να αντιδράσω μα όμως τόσο καυλ...Αλλά ας μη ξεφύγω απ’ το θέμα. Ποιον ενδιαφέρει άλλωστε;


Εκείνη την ώρα χτύπησαν δυο καμπάνες. Οκτώ φορές συνολικά η κάθε μια θαρρώ. Ο τύπος ο σκιερός ταρακουνήθηκε. Πήγε να την κάνει με ελαφρά κι αυτό το κατάλαβα γιατί αρχικά έκανε κίνηση να κρυφτεί πίσω απ’ τον φίκο μου. Και τότε, πριν προλάβει να αντιδράσει, κατέβηκε ένα φως και του μίλησε (!)


Δεν είπαμε μη τη δέσεις παρά μόνο να την τρομάξεις; Κοίτα να δεις που αυτηνής θα της αρέσει κιόλας. Κι εσύ για ακόμη μια φορά αποδείχτηκες άχρηστος! του είπε η αορατιά(!) Αφού τη βλέπεις, η γκόμενα δεν χαμπαριάζει. Με άλλο τρόπο έπρεπε να τη φέρεις στα μέτρα μας.


Ο τυπάς με τα διαβολάκια-βάτες το μούγκωσε. Γουστάρω να βλέπω μερικούς να καταπίνουν τη γλώσσα τους εκεί που νομίζουν πως κρατούν τον πάπα απ’ τ’ αρχίδια.


Ε...χμ...ψέλλισε ο μάγκας. Ξέρετε...το δίχτυ...ε...χμμ...εξοστρακίστηκε!


Ρε άντε και πηδήξου, του είπε η φωνή η βροντοφωναχτή. Έτσι, δεν είπες και τις προάλλες όταν σε έστειλα να ανάψεις τον αστεροειδή Π68 κι εσύ έβαλες φωτιά στον Ρ20; Τι ήταν εκεί ρε; Καμιά άλλη γκόμενα με ανοιχτά τα μπούτια και πήγες να πάρεις μάτι και απέκλινες;


Τι...τι έκανε; Μίλησα απ’ το δίχτυ με πνιχτή φωνή κοντεύοντας να βάλω τα γέλια.


Απέκλινε! Ακούστηκε το «κάτι» να ηχεί. Όπως κι εσύ, μανταμίτσα. Όπως κι εσύ που προκαλείς ζημιές στο σύμπαν με τους τρόπους σου, το ντύσιμό σου, το σκουλαρίκι στη μύτη, το περπάτημά σου το κουνιστό και την φλογερή ανταύγεια στο μαύρο το μαλλί. Για να μην αναφέρω το στιλάκι που ανάβεις το τσιγάρο κάνοντας τσακ τον ζίπο με το ένα χέρι και χραπ του δίνεις με την άλλη παλάμη πάνω στην πέτρα...ώχου...είναι τόσα που βαριέμαι να τα λέω. Πάντως, εδώ που τα λέμε, δεν παρουσιάζεις άσχημο θέαμα έτσι μπουζουριασμένη στο δίχτυ, συνέχισε η φωνάρα...


Ναι, ε; είπα νωχελικά κλείνοντάς το μάτι στο τίποτα. Τσιγαράκι; αντέτεινα απαθώς.


Εντάξει γλύκα, ότι πεις, είπε το φως και πήγε προς τον τύπο. Μόνο, δώσε μου ένα λεπτό να πάρω αυτόν από τα πόδια μας.


Τι θα τον κάνεις; Ρώτησα αδιάφορα κάνοντας συγχρόνως ένα απ’ τα θανατηφόρα μου σταυροπόδια (το δίχτυ σ’ αυτό συνέβαλε υπέροχα).


Τι θέλεις να τον κάνω; Μου χαμογέλασε(;) η φωνή.


Εξοστράκισέ τον, τον άχρηστο! είπα με τη μια. Εξοστράκισέ τον!


Κι ύστερα, όλα πήραν το δρόμο τους... Αργά...με σχέδιο...με πλάνη...και με αποτέλεσμα...


Και το ’νιωσα πως θα είχε αποτέλεσμα...γιατί...


...σαν άρχισε να μπαίνει μέσα μου ένα ακόμη τίποτα χωρίς μορφή, με έκανε με τις φωνές του, με την παράδοσή του, με τον αποσυντονισμό του και με την πλήρη υποταγή του...


...να διαπιστώσω...και να παραδεχτώ...... πως η απόκλιση που αναβλύζει απ’ τις κινήσεις μου...όχι μόνο ξέρει να προκαλεί...


... μα ξέρει και να γαμάει!



.