
Είναι δίπλα μου. Εδώ και καιρό. Έχω δεν έχω συνοδοιπόρο στα βραδινά μου όνειρα, αυτό εκεί. Είναι ανάμεσα στα μαξιλάρια μου. Το αρκουζζζάκι μου!
Μεγάλο(εννοείται), τριχωτό κα μαλακό. Με δυο μάτια να λάμπουν κι ένα χαμόγελο που με κοιτάει και θέλει να το χαϊδέψω. Ξέρω. Αν μπορούσε, θα με χάιδευε κι εκείνο. Γι’ αυτό και του κάνω τα κόλπα μου. Το βάζω ανάμεσα απ’ τα στήθια μου και μέσα απ’ τα πόδια μου αρκετές φορές για να με ζεσταίνει. Με ανάβει περισσότερο λόγω της ζέστης που εκπέμπει, μα κι εγώ δεν τ’ αφήνω παραπονεμένο (ναι, του δίνω το κατιτίς μου).
Το έχω βρέξει με τα δάκρυά μου, του έχω πει τα μυστικά μου, του έχω απαγγείλει τις ιστορίες μου,έχει ακούσει τα ανομολόγητά μου. Κι αυτό εκεί. Υπομονετικά να ακούει και να συνεχίζει να χαμογελά (ναι, ξέρω. Δεν μπορεί να κάνει αλλιώς!). Αν είχε φωνή θα μπορούσε να με εκβιάσει για δέκα ζωές (αν ήταν τόσο καθίκι δηλαδή).
΄Οποιος και να μπαινοβγαίνει στη ζωή μου, αυτό παραμένει εκεί. Είναι η σταθερή μου αξία. Γι’ αυτό κι εγώ το φροντίζω ανάλογα. Πρόσφατα του ’πλεξα καινούργιο κασκόλ. Και ξέρω πως του αρέσει (το ξέρω! Εντάξει;)
Ο Θ μου λέει, αν πάμε εκδρομή να το πάρω μαζί μου. Αμέ, θα το πάρω. Θα τον βάλω ανάμεσά μας και θα του χαϊδεύω την πλάτη με το παιχνίδι μου. Και μετά θα τον βάλω και ανάσκελα και θα...(εε...χμμ...τώρα που το σκέφτομαι...λες να του αρέσει πιο πολύ το αρκουζζζάκι; Να βρει τα χάδια του πιο ζεστά απ’ τα δικά μου; Να το νιώσει πιο απαλό; Χμμ...ευκαιρία να το διαπιστώσω. Αν κι έχω εμπιστοσύνη στη δική μου γοητεία, ένα αρκουζζζάκι σου μεταφέρει και εικόνες του παρελθόντος, ξεχασμένες σκέψεις, ήρεμες αναπνοές και σιγουριά).
Ξανά χμμμ...Βγάζω την παραπάνω παρένθεση και επικεντρώνομαι εκεί. Γιατί έχω αρχίσει να τα παίρνω άγρια μαζί του τώρα. Ναι, με το αρκουζζζάκι εννοώ. ΄Εχει γούστο, λέει, να θέλει ο Θ να το έχει εκείνο όλη τη νύχτα αγκαλιά. Να παίζει μ’ εκείνο. Να μιλάει σ’ εκείνο. Και να χαϊδολογάει εκείνο. Κι εγώ να είμαι στο δίπλα μαξιλάρι και να ξεροσταλιάζω. Κι έχει γούστο, λέει, να με βλέπει που θα είμαι έτσι και να συνεχίζει να το κάνει επίτηδες μαζί του όλο αυτό το σκηνικό για να μου δώσει να καταλάβω πως εν τέλει δεν σημαίνω και τίποτα για κείνον και να...τι ωραία ευκαιρία που βρήκε να μου το δείξει έμμεσα με το ηλίθιο κατασκεύασμα που έφερα μαζί μου. Ναι, αυτό το χαζό αρκούδι, το τριχωτό μαλακοκαύλικο θρασύτατο αντικείμενο. Που θα τολμήσει να συγκριθεί με μένα. Που θα τολμήσει να σηκώσει ανάστημα ένα άψυχο χοντρουλό ζώο. Και σιγά το κασκόλ. Σαν ηλίθιο το κάνει!
Τέρμα! Θα πω του Θ πως το ξέχασα και δεν το πήρα μαζί μου. Μάλιστα θα πω πως κατά λάθος του ’βαλα φωτιά. Ναι, αμέ! Κατά λάθος. Γιατί; Δεν γίνονται τέτοια λάθη; Και βέβαια γίνονται. Είναι να μην θέλω εγώ να υποστηρίξω κάτι. Δεν θα βρω τις κατάλληλες λέξεις να το πω; Μωρ’ τι μας λες; Στην πυρά το σιχτιρισμένο! Στην πυρά!
.











