Κυριακή, 28 Δεκεμβρίου 2008

Είσαι ακόμη εδώ, ε;



Το νιώθω. Το νιώθω πως είσαι ακόμη εδώ. Όπως εκείνη τη φορά που είχες καθίσει πάνω στο μοβ μου πάπλωμα. Και σου χαμογελούσα. Και με κοίταζες. Θυμάσαι που έσβησα τα φώτα, άναψα μικρά κεράκια και σου είπα να βολευτείς; Οι φλόγες τρεμόπαιζαν και τα βλέφαρά σου ανοιγόκλειναν. Η ανάσα μου κοντά σου. Και συ τόσο ήρεμος...


Είχα πει πως θα σου αφηγηθώ ένα απ’ τα παραμύθια μου. ΄Ετσι όπως τα αφηγούμαι στο θέατρο της σκιάς και που εσύ δεν έχεις έρθει ακόμη να με δεις. Πόσο θέλω να με δεις να λέω τα παραμύθια μου. Να φτιάξω μια παράσταση αποκλειστικά για εσένα. Να είναι σκοτάδι στη σκηνή, μα να βλέπω μόνο τα δικά σου μάτια να με κοιτούν. Θα λάμπουν και μέσα τους θα κοιτώ εμένα. Και θα δείχνω προς την κατεύθυνσή σου


Όμως εκείνη τη νυχτιά που σε είχα εδώ δεν πρόλαβα να σου πω το παραμύθι που ήθελα. Όλο κάτι άλλο συνέβαινε και «η νύχτα με τους ανέμους» έμεινε χωρίς τους ανέμους της. Πόσο μισή νιώθω σαν κάτι δεν ολοκληρώνεται. Πόσο μισή θα νιώθω πάντα επειδή κάτι παραπάνω θα ζητώ. Κι όσο και να λέω πως δεν...


...όλο θα...


...αχχχ... είσαι ακόμη εδώ, ε;


Δίπλα μου κι απόψε κι ας είσαι αλλού. Γιατί να είσαι όλο αλλού; Ξέρω πως δεν έχεις απαντήσεις. Ξέρω πως το δάκρυ μου που κυλά, το όνομά σου λέει. Όπως ξέρω πως θ’ αργήσει να στεγνώσει. Ξέρεις; Δεν θέλω να στεγνώσει...


...δεν θέλω...


Ακούω πάλι ένα τραγούδι. Ένα απ’ αυτά που μου θυμίζουν το πρόσωπό σου. Ή μάλλον...όχι...δεν μου θυμίζουν τόσο το πρόσωπό σου. Μου θυμίζουν την κίνηση που έκανες για να βάλεις τις νότες στο χέρι μου. Έτσι όπως τράβηξες το cd την ώρα που ακουγόταν απ’ το αυτοκίνητό σου – ναι...στην βόλτα που είχαμε πάει- και το έβαλες στις παλάμες μου. Δεν είπες τίποτα. Μόνο με κοίταξες και μου το έδωσες. Κι έχω μείνει να ακούω με τις ώρες το κομμάτι που παιζόταν εκείνη τη στιγμή...


Παθιάζομαι, το ξέρεις; Ναι...το ξέρεις. Με μουσικές, με εικόνες, με γεύσεις, με λέξεις, με σιωπές. Γιατί σιωπάς; Γιατί όταν είπα κάτι δεν το συμπλήρωσες; Γιατί; Βάσανο είναι. Το ξέρεις. Μα δεν θέλεις να κάνεις κάτι άλλο...


...δεν θέλεις (;)...


Είσαι ακόμη εδώ, ε;


Μη μου φύγεις. Μη...όπως και να είσαι. Όχι όχι. Δεν το απαιτώ. Ποτέ δεν απαιτώ. Ούτε το ζητώ. Απλά, το επιθυμώ. Μα...μου είναι αδύνατον να μη το λέω. Πνίγομαι σαν δεν το λέω. Θέλω να σ’ αγγίξω...Να σε χαϊδέψω...Να σου ψιθυρίσω...Μα...


...να ’σουν εδώ...


...αχ...μα...είσαι ακόμα εδώ, ε;


...ε;









.

Παρασκευή, 26 Δεκεμβρίου 2008

Θα σε αναρτήσω



Θα σε αναρτήσω...


Εσένα που λες πως σκέφτεσαι συνέχεια. Πως θέλεις πράγματα. Πως δίνεις. Πως προσφέρεις. Πως ονειρεύεσαι. Πως επιθυμείς. Πως δείχνεις. Με πράξεις. Με λόγια. Με βλέμματα...


Εσένα που ξεδιπλώνεσαι. Που νωχελικά κουνιέσαι στον καθρέφτη κοιτάζοντάς σε. Που χαμογελάς. Που δακρύζεις. Που καρδιοχτυπάς. Που προχωράς στη βροχή χωρίς να δέχεσαι την ομπρέλα κανενός...


Εσένα που έπαψες να πιστεύεις. Που θες να νιώσεις πως υπάρχει κάτι για να πιστέψεις. Που παρ’ όλα αυτά δεν δηλώνεις απελπισία. Που έχεις δύναμη να ανοίγεις ένα μονοπάτι ακόμη. Που ξεριζώνεις τα αγριόχορτα και φυτεύεις ανεμώνες. Που βυθίζεσαι σε σκοτάδια. Μα και που γελάς δυνατά...


Εσένα που έχεις αναμμένη την εστία σου. Που θες να υποδέχεσαι. Να καλοσωρίζεις. Μα και να διώχνεις. Με το βλέμμα στραμμένο στο εκεί. Που δείχνει κατεύθυνση. Που μουσκεύεις. Που αρνείσαι να στεγνώσεις. Που ξέρεις να φιλάς με πάθος. Που ερωτεύεσαι με δύναμη. Που απογοητεύεσαι οικτρά...


Εσένα που ντύνεσαι για να γδυθείς. Που γδύνεσαι ενώ ακόμη έχεις τα κουμπιά σου σφαλισμένα. Που αναστενάζεις. Που υποφέρεις. Που μεταδίδεις. Που λες ναι. Όχι. Ίσως. Που φοβάσαι. Που ανησυχείς υπερβολικά. Που χαϊδεύεις τις λέξεις. Που αγαπάς τα πρόσωπά τους. Τις ψυχές τους. Που λατρεύεις ότι λατρεύουν. Που προστατεύεις...


Εσένα που χάνεσαι. Που επαναπροσδιορίζεσαι. Που ακόμη γίνεσαι...


Θα σε αναρτήσω, εαυτέ μου. Κι ύστερα θα σε σταυρώσω. Όπως κάνω κάθε φορά που θέλω να βλέπω λίγες στάλες παραπάνω κόκκινο. Όπως ξέρω πως θ’ αναστηθείς ξανά. Γιατί δεν θες να γλιτώσεις από την λαχτάρα μιας ακόμη επερχόμενης ηδονής. Κι είμαι εδώ για να σου θυμίζω...


...πως στην επόμενη στροφή αν δεν με υποδεχτείς με χαμόγελο…


… θα σε γαμήσω!


Κι αυτή τη φορά δεν θα σ’ αρέσει...









.

Κυριακή, 21 Δεκεμβρίου 2008

Ακόμη εδώ είσαι;



Φέτος δεν θα σε φορέσω, στο λέω από τώρα. Δεν θα σε βάλω πάνω μου να με πνίξεις. Θα σε ξεκρεμάσω απ’ την κρεμάστρα που σε έχω κρεμάσει και θα σε κάψω στην πυρά. Στο τζάκι να γίνεις στάχτη. Και μετά θα σε πάρω και θα σε πετάξω πάνω απ’ το γεφύρι της λησμονιάς. Θα περιμένω έναν άνεμο δυνατό να φυσήξει και να σε πάρει μακριά. Να βλέπω την ανυπαρξία σου να απλώνεται και να δώσω το δυνατότερό μου γέλιο. Αυτό που έχω ξεχάσει πως υπάρχει. Αυτό που θέλω να ξαναθυμηθώ. Και δεν θα είσαι εκεί για να με εμποδίσεις.


Η διαδικασία του σκορπίσματος ανέκαθεν ήταν απ’ τις αγαπημένες μου. Θα σε τρίψω με τα δάχτυλα όπως τρίβω την κανέλα την ώρα που θέλω να δώσω άρωμα γύρω μου. ΄Οπως τρίβω την άχνη πάνω απ’ το χριστουγεννιάτικο κέικ που φτιάχνω με τις σταφίδες και τα καρύδια. Όπως τρίβω τις αναμνήσεις μου πάνω από ένα ποτήρι λικέρ για να γίνει περισσότερο κόκκινο.


Δεν θα πω ευχή την ώρα που θα σε διαλύω. Θα πω κατάρα. Μη σώσεις και γυρίσεις. Μη σώσεις και συνεχίσεις να μου πνίγεις την παρόρμηση να εξακολουθώ να γίνομαι κάθε φορά και κάτι παραπάνω, παρουσιάζοντάς μου ένα ακόμη μη κι ένα ακόμη αν, δίνοντάς μου εικόνες καταστροφής και αμφιβολιών. Μα το ξέρεις πως δεν σ’ ακούω πάντα. Κι αυτό σε τσαντίζει. ΄Οπως ξέρω πως ανεβαίνεις στο βάθρο νικητής τις περισσότερες φορές με κείνο το χαιρέκακο χαμόγελο της νίκης. Που κατάφερες να με οργώσεις με έναν ακόμη λαβύρινθο σκέψεων.


Όμως αυτή τη φορά, άθλιε φόβε μου θα φύγεις. Θα σε λιώσω. Το δώρο μου δεν θα μου το δώσει κανείς άλλος. Ξέρω πως μόνο εγώ μπορώ να μου το φέρω. Θα γίνω η αγία με τα κόκκινα και τον σκούφο με τα λευκά τελειώματα. Και θα διαγράψω το πρόγραμμα εγκατάστασής σου. Και θα ανασάνω. Και θα κάνω ένα βήμα παραπάνω.


......


Σ’ ακούω που γελάς. Σκάσε να γελάς. Σκάσε. Το ξέρω πως είσαι πιο δυνατός. Είναι ανάγκη να μου το υπενθυμίζεις κάθε ώρα και στιγμή; Ξέρω πως θα ξανάρθεις. Όπως το ξέρεις κι εσύ. Μα άσε με για μια μέρα να κάνω όνειρα. Μια μέρα σου ζητώ. Κι ύστερα...ξέρεις πως η κρεμάστρα είναι εκεί και τ’ όνομά σου γράφει....


...σκαλισμένο με το αίμα μου...



.

Τετάρτη, 17 Δεκεμβρίου 2008

Μεθυσμένο ζεϊμπέκικο




Τον έβλεπα που προσπαθούσε να πατήσει το ένα του πόδι κάτω και να μείνει σταθερό. Να μη κουνιέται, να μη παίζει, να μη γέρνει. Ήθελε να σηκωθεί μόνος του απ’ την καρέκλα κι ας μην έδειχνε πως θα τα καταφέρει. Όμως εκείνος, ήξερε. Θα σηκωνόταν όρθιος. Και σηκώθηκε.


Οι νότες απ’ το ζεϊμπέκικο είχαν απλωθεί σ’ όλες τις μεριές της αίθουσας, μα έβλεπα πως αυτές που είχαν μπει μέσα του ήταν και οι πιο δυνατές. Ήταν εκείνες που του υπαγόρευαν το «σήκω». Και το χαμόγελο που είχε εδώ και ώρα στο πρόσωπό του έγινε πίνακας ζωγραφικής στα μάτια μου. Ενός ζωγράφου που αποφάσισε να απεικονίσει το «υπάρχω» σε όλη του τη μεγαλοπρέπεια.


Πιο δίπλα ο φίλος του χτυπούσε παλαμάκια. Ήχος που έβγαινε μέσα από δυο αδύναμες παλάμες κι ένα σώμα ατροφικό. Καθισμένος σε αναπηρικό αμαξίδιο από παιδί. Ποιος ξέρει το γιατί. Πάντα, άλλωστε υπάρχει ένα γιατί πίσω απ’ όλα. Κι είναι φορές, που κι αν το μάθεις δεν έχει νόημα. Γιατί το νόημα είναι αλλού. Είναι σ’ έναν αδύναμο χτύπο ενός «όπα» που κινείται μέσα από τη δύναμη της θέλησης.


Είχα κανονίσει για τον στολισμό της αίθουσας λόγω των ημερών και είχα κλείσει την ορχήστρα. Είχα οργανώσει την εκδήλωση για άλλη μια φορά. Για τους ανθρώπους εκείνους που χρόνια τώρα αντί να τους προσφέρω, νιώθω να μου προσφέρουν. Για εκείνους που μια άσχημη στιγμή, τους καθήλωσε σε μια καρέκλα. Για εκείνους που ένα δευτερόλεπτο, τους καθόρισε την υπόλοιπη ζωή. Για εκείνους που το πριν δεν τους είχε υποσχεθεί το μετά. Κι είπα να μη δακρύσω ετούτη τη φορά. Μα και αυτή τη φορά δεν τα κατάφερα. Τουλάχιστον δεν με είδαν. Γιατί θα ντρεπόμουν αν μ’ έβλεπαν. Όχι για τα δάκρυά μου, μα δεν ήθελα να παρεξηγήσουν τον λόγο που καυτά άρχισαν να ξεχύνονται απ’ τα μάτια μου.


Τον κοιτούσα ώρα. «Ξέρεις, πώς το χόρευα αυτό πριν...» τον είχα ακούσει να λέει στον διπλανό του. «Το έφερνα σβούρες και...»


Και σηκώθηκε. Και πήγαινε το ένα βήμα δίπλα στ’ άλλο. Αδύναμο και παραστρατημένο. Όπως η ψυχή μας αν την αφήσουμε να λιποψυχήσει. Μα εκείνου η ψυχή ήταν τόσο φωτεινή που δεν σου πήγαινε το μυαλό ότι δεν οδηγούσε αυτή τα βήματά του. Έστω και μεθυσμένα...


Ακόμη ένας χρόνος έρχεται προς το τέλος του και νιώθω πως ενώ κάνω προσπάθειες να αλλάξω χώρο εργασίας, κάτι μέσα μου με κρατάει εκεί. Κάτι σ’ εκείνα τα βλέμματα, κάτι σε κείνα τα χαμόγελα όταν κάνουν ένα βήμα παραπάνω, κάτι σ’ εκείνες τις κινήσεις που δείχνουν δίψα για συνέχεια, με κάνουν να στέκομαι σε ένα κενό του χρόνου και να επαναπροσδιορίζω.


Τον τρόπο που σκέφτομαι, τους λόγους που πληγώνομαι, τα πράγματα που ζητώ, εκείνα που απορρίπτω, όσα με κάνουν να αναρωτιέμαι κι όσα με κάνουν να φοβάμαι.


Μα ότι κι αν γίνει, πάντα θα τους ευχαριστώ για το ότι δεν μ’ αφήνουν να ξεχνώ πως αξίζει να κοιτάμε τον ήλιο κατάματα κι ας στραβωνόμαστε, να είμαστε χωρίς ομπρέλα στη βροχή κι ας μουσκεύουμε ως το κόκαλο, να πηγαίνουμε με ένα βήμα πιο αργό για να παίρνουμε βαθύτερη ανάσα, να χαμογελάμε στο πουθενά χωρίς να σκεφτόμαστε αν θα μας πάρουν για τρελούς.


Κι ότι αξίζει να χαϊδεύουμε τις αισθήσεις μας όσο είναι ακόμα ζωντανές, να τραγουδάμε κι ας είμαστε φάλτσοι, να φωνάζουμε «ζήτω» γνωρίζοντας μόνο εμείς το λόγο, να λέμε «σ’ αγαπώ» κάθε ώρα και στιγμή γιατί...


...γιατί μπορεί να μην προλάβουμε να χορέψουμε ακόμη ένα ζεϊμπέκικο...


...έστω και μεθυσμένο...



.

Κυριακή, 14 Δεκεμβρίου 2008

Αποκλίνωωωωω!




Να ψιλοβρέχει και να μένω σπίτι, το θεωρώ αμαρτία. Απ’ τις λίγες. Μα επειδή αυτή τη φορά λόγοι ανωτέρας βίας (σιγά μη πω!) μου υπαγόρευαν την παραμονή εντός της οικίας του σπιτιού μου (sic) είπα να την μαλακώσω (την αμαρτία ντε!) και να βγω τουλάχιστον στο μπαλκόνι.


Φορούσα ακόμη το καλσόν, την κοντή τη φούστα και τα μποτάκια τα τακουνάτα. Άλλες φορές βγαίνω με την πιτζάμα μου αλλά βαριόμουν να γδυθώ. Έφτιαξα μυρωδάτο καφέ σε κούπα αγιοβασιλιάτικη και κάθισα στην καρέκλα που έχει φάτσα την απέναντι πολυκατοικία (τι άλλο?). ΄Εβαλα και τα πόδια μου πάνω στα κάγκελα. Η αγαπημένη μου στάση. Δε πα να περνάει όποιος θέλει από κάτω. Σκοτίστηκα. ΄Αναψα κι ένα απ’ τα τσιγάρα που μ’ αρέσουν και που επανακυκλοφόρησαν αυτές τις μέρες. Τα ’ψαχνα καιρό. Μυρωδάτα, μαύρο το χρώμα τους και μ’ αρέσει κι η ονομασία τους. Κάθε ρουφηξιά και σαν να βάζω λίγο περισσότερο απ’ τον διάβολο μέσα μου. Τέλος πάντων. Άλλο θέλω να πω τόση ώρα.


Μετά από μερικές κατεβασιές (βροχής, καπνού, καφέ), μερικά κουνήματα στην καρέκλα μου (καθότι ησυχία δεν έχω γενικώς) και πηγαίνοντας πίσω τον λαιμό μου να δω τον τοίχο της βεράντας μου (ναι, είπαμε, δεν έχω ησυχία), τον είδα να στέκεται εκεί στην άκρη και να με παρατηρεί. Ταρακουνήθηκα λίγο ήταν η αλήθεια, μα ως εγωίστρια από κούνιας δεν το πολυέδειξα. Είμαι σίγουρη πως το κατάλαβε όμως γιατί χαμογέλασε ειρωνικά (αν μπορείς να πεις πως ήταν χαμόγελο αυτό). Κι ακόμη δεν ήξερα από πού στο καλό εμφανίστηκε αυτός ο τύπος. Σκιερός, με μάτια προς το μοβ και χωρίς να μπορώ να διακρίνω αν φορούσε ή δεν φορούσε κάτι. Η αίσθηση που είχα πάντως όταν τον κοίταξα ήταν πως έμοιαζε (ή το ’παιζε) άνετος.


Αποκλίνεις! μου είπε, χωρίς καν να συστηθεί.


Ορίστε; του ’πα αυθάδικα έχοντας ακόμη το τσιγάρο στο χέρι.


Δεν είναι τρόπος αυτός να κάθεται μια γυναίκα στο μπαλκόνι, συνέχισε με στόμφο και ήρθε πιο κοντά μου.


Ομολογώ πως τα δυο βήματα που έκανε ήταν σαν να μην ακουμπούσε με τα πέλματά του στο έδαφος κι αυτό το αλλούτερο γενικώς εμένα με εντυπωσιάζει. Άσε που από κοντά είχε κάτι το ανατριχιαστικό και ένιωσα πως (άκουσον, άκουσον) θα μπορούσε και να μου επιβληθεί (κι αυτό με ανατριχιάζει ακόμη περισσότερο).


Παρόλα αυτά, τράβηξα άλλη μια γερή ρουφηξιά χωρίς να φυσήξω τον καπνό μακριά μου. Μάλιστα, το έκανα με τρόπο που το συννεφάκι έμεινε τόσο κοντά στο πρόσωπό μου που μετά από λίγο ήρθε όλο πάνω μου. Σαν να έβλεπα τον τύπο μέσα από ομίχλη ήταν. Επίσης, δεν ξεκούνησα τα πόδια μου από εκεί που τα είχα. Αλλά, αντιδραστικά τα άνοιξα περισσότερο.


Είδες; συνέχισε εκείνος σχηματίζοντας ένα χαμόγελο πιο ειρωνικό τώρα. Αποκλίνεις!


Τι θα πει, αυτό; του αντέτεινα κοιτάζοντάς τον πάνω κάτω με το βλέμμα εκείνο που παίρνω σ’ αυτές τις περιπτώσεις. Χωρίς να το τραβάω από πάνω του και επίμονο μες τα δικά του τα μάτια. Τίναξα και πίσω το μαλλί κι άρχισα να γέρνω προς το μέρος του.


Αναπτύσσεις μια συμπεριφορά μη συνηθισμένη. Μια συμπεριφορά που δεν την περιμένει κανείς από γυναίκα. Και μάλιστα της ηλικίας σου! Αυτό το τελευταίο, ο πούστης, το ’πε αργόσυρτα. Γνωστό το γιατί. Για να με πικάρει περισσότερο.


Όπα φιλαράκο, μπάστα! του πέταξα. Η ιδιότητά μου και τα χρόνια μου είναι τιμή μου και καμάρι μου. Εξάλλου μια νεράιδα δεν έχει ηλικία. Δεν στα έμαθαν αυτά εκεί απ’ όπου έρχεσαι; Αλήθεια, πούθε έρχεσαι;


Ομολογώ πως άρχισα να τα παίρνω γιατί ο αναιδής νόμιζε πως μπορεί να με κρίνει. Με ποια ιδιότητα παρακαλώ; Με ήξερε κι από χθες;


Πώς μου μιλάς, έτσι; Μου είπε κάπως θυμωμένα. «Φιλαράκο;» «μπάστα;». Δούλευες σε νταλίκα, πιτσιρίκα; συνέχισε ακάθεκτος. Και κλείσε τα πόδια, περνάει κόσμος.


Μπα; Τώρα έγινα «πιτσιρίκα»; του είπα με στόμφο. Και τα πόδια μου θα τα κάνω ότι γουστάρω, του αντέτεινα.


Αποκλίνεις, παραβαίνεις, γέρνεις, είσαι εκτός, έλεγε...έλεγε...έλεγε...


Εκτός; Εκτός τίνος; Του χώρου όπου ζω; Όπου ανασαίνω; Όπου πληρώνω; Όπου προσφέρω; Όπου υπάρχω; Εκτός του συνόλου των προσηκουσών συμπεριφορών; Εξήγησέ μου ρε μάγκα να καταλάβω.


Αυτό το «μάγκα» δεν τ’ άρεσε. Το οσμίστηκα γιατί στραβομουτσούνιασε κι έκανε μια κίνηση με τα δυο δάχτυλα σαν να ήθελε να εμφανίσει κάτι (ή να εξαφανίσει). Και πραγματικά! Εκείνη την ώρα ήρθαν απ’ το πουθενά δυο διαβολάκια - ένα κίτρινο κι ένα κόκκινο - και κάθισαν το ένα στον δεξί και το άλλο στον αριστερό του ώμο. Μου ’ρθε να βάλω τα γέλια. Ήταν πολύ αστείος έτσι. Και το ’κανα. Σιγά μη δεν το ’κανα.


Ρε φίλε, οι βάτες έχουν φύγει απ’ τη μόδα μετά την εποχή της ντίσκο, του ’πα με θράσος.


Ε, αυτό ήταν! Οι διαβόλοι πέταξαν πάνω μου και με μια γρήγορη κίνηση, με τύλιξαν με ένα κατάμαυρο δίχτυ. Με έκλεισαν εκεί μέσα και με τσουβάλιασαν μαζί με την καρέκλα μου. Ούτε ολόκληρο τον καφέ μου δεν είχα προλάβει να πιω, που ομολογουμένως τον είχα πετύχει στη ζάχαρη αυτή τη φορά. Μου λέτε, γιατί ενώ κάθε φορά βάζω την ίδια δόση, δεν βγαίνει πάντα ίδιος στη γεύση; (άσχετο).


Στο διχτάκι δεν ήταν κι άσχημα. Μόνο που δεν μπορούσα να κουνήσω τα χέρια. Θυμήθηκα μια φορά που με είχε δέσει ένα αμόρε που είχα. Ψαράς το επάγγελμα. Στο δίχτυ μάστορας. Κι εγώ ανήμπορη να αντιδράσω μα όμως τόσο καυλ...Αλλά ας μη ξεφύγω απ’ το θέμα. Ποιον ενδιαφέρει άλλωστε;


Εκείνη την ώρα χτύπησαν δυο καμπάνες. Οκτώ φορές συνολικά η κάθε μια θαρρώ. Ο τύπος ο σκιερός ταρακουνήθηκε. Πήγε να την κάνει με ελαφρά κι αυτό το κατάλαβα γιατί αρχικά έκανε κίνηση να κρυφτεί πίσω απ’ τον φίκο μου. Και τότε, πριν προλάβει να αντιδράσει, κατέβηκε ένα φως και του μίλησε (!)


Δεν είπαμε μη τη δέσεις παρά μόνο να την τρομάξεις; Κοίτα να δεις που αυτηνής θα της αρέσει κιόλας. Κι εσύ για ακόμη μια φορά αποδείχτηκες άχρηστος! του είπε η αορατιά(!) Αφού τη βλέπεις, η γκόμενα δεν χαμπαριάζει. Με άλλο τρόπο έπρεπε να τη φέρεις στα μέτρα μας.


Ο τυπάς με τα διαβολάκια-βάτες το μούγκωσε. Γουστάρω να βλέπω μερικούς να καταπίνουν τη γλώσσα τους εκεί που νομίζουν πως κρατούν τον πάπα απ’ τ’ αρχίδια.


Ε...χμ...ψέλλισε ο μάγκας. Ξέρετε...το δίχτυ...ε...χμμ...εξοστρακίστηκε!


Ρε άντε και πηδήξου, του είπε η φωνή η βροντοφωναχτή. Έτσι, δεν είπες και τις προάλλες όταν σε έστειλα να ανάψεις τον αστεροειδή Π68 κι εσύ έβαλες φωτιά στον Ρ20; Τι ήταν εκεί ρε; Καμιά άλλη γκόμενα με ανοιχτά τα μπούτια και πήγες να πάρεις μάτι και απέκλινες;


Τι...τι έκανε; Μίλησα απ’ το δίχτυ με πνιχτή φωνή κοντεύοντας να βάλω τα γέλια.


Απέκλινε! Ακούστηκε το «κάτι» να ηχεί. Όπως κι εσύ, μανταμίτσα. Όπως κι εσύ που προκαλείς ζημιές στο σύμπαν με τους τρόπους σου, το ντύσιμό σου, το σκουλαρίκι στη μύτη, το περπάτημά σου το κουνιστό και την φλογερή ανταύγεια στο μαύρο το μαλλί. Για να μην αναφέρω το στιλάκι που ανάβεις το τσιγάρο κάνοντας τσακ τον ζίπο με το ένα χέρι και χραπ του δίνεις με την άλλη παλάμη πάνω στην πέτρα...ώχου...είναι τόσα που βαριέμαι να τα λέω. Πάντως, εδώ που τα λέμε, δεν παρουσιάζεις άσχημο θέαμα έτσι μπουζουριασμένη στο δίχτυ, συνέχισε η φωνάρα...


Ναι, ε; είπα νωχελικά κλείνοντάς το μάτι στο τίποτα. Τσιγαράκι; αντέτεινα απαθώς.


Εντάξει γλύκα, ότι πεις, είπε το φως και πήγε προς τον τύπο. Μόνο, δώσε μου ένα λεπτό να πάρω αυτόν από τα πόδια μας.


Τι θα τον κάνεις; Ρώτησα αδιάφορα κάνοντας συγχρόνως ένα απ’ τα θανατηφόρα μου σταυροπόδια (το δίχτυ σ’ αυτό συνέβαλε υπέροχα).


Τι θέλεις να τον κάνω; Μου χαμογέλασε(;) η φωνή.


Εξοστράκισέ τον, τον άχρηστο! είπα με τη μια. Εξοστράκισέ τον!


Κι ύστερα, όλα πήραν το δρόμο τους... Αργά...με σχέδιο...με πλάνη...και με αποτέλεσμα...


Και το ’νιωσα πως θα είχε αποτέλεσμα...γιατί...


...σαν άρχισε να μπαίνει μέσα μου ένα ακόμη τίποτα χωρίς μορφή, με έκανε με τις φωνές του, με την παράδοσή του, με τον αποσυντονισμό του και με την πλήρη υποταγή του...


...να διαπιστώσω...και να παραδεχτώ...... πως η απόκλιση που αναβλύζει απ’ τις κινήσεις μου...όχι μόνο ξέρει να προκαλεί...


... μα ξέρει και να γαμάει!



.

Δευτέρα, 8 Δεκεμβρίου 2008

Α όπως Aγριεύω...




Μωρό ακόμη κουνάει τα χέρια και τα πόδια του ασυναίσθητα. Φαίνεται να το διασκεδάζει. Κι οι άλλοι από πάνω του χαμογελούν και του κάνουν χαρούλες. Ναι, είναι έξυπνο. Μάλιστα, φαντάζει πιο έξυπνο από τα άλλα μωρά της ηλικίας του. Κι αυτό, βγάζει φωνές, κραυγούλες και γελάκια...


Μεγαλώνει. Το ντύνεις, το χαϊδεύεις, του μιλάς, του παίρνεις παιχνίδια. Παίζετε μαζί. ΄Οσο μπορείτε. Όσο προλαβαίνεις (τι λίγο που είναι κάθε φορά. Και όλο λες πως την επομένη θα αφιερώσεις περισσότερο χρόνο...). Σου κρατάει το χέρι. Υπερήφανος βαστάς τα μικρά του δάχτυλα ανάμεσα στη χούφτα σου. Θες η στιγμή να έχει διάρκεια. Νιώθεις το βελούδο του μέσα στις γραμμές της ζωής σου...


Με την βροχή, το χιόνι, τον ήλιο, τον άνεμο, βγαίνετε και το μαθαίνεις να γεύεται τα στοιχεία της φύσης. Και τα αόρατα στοιχειά της. Του πλέκεις ιστορίες με μάγους και ξωτικά. Με δράκους και νεράιδες. «Μη...μη μωρό μου...μη κλαις...Ψέματα είναι. Ψέματα...». Του κάνεις αστεία με τις λούμπες απ’ τα λασπόνερα. «Τώρα θα σε ρίξω μέσα. Τώρα!» και τ’ ακούς να ξεκαρδίζεται. Φτερουγίζεις...


Πάει σχολείο και ζωγραφίζει τα γράμματα. Μαθαίνει λέξεις και ποιήματα. Συναντάει συνομηλίκους και φτιάχνει παρέες. Αρρωσταίνει. Τρελαίνεσαι. Γίνεται καλά. Πετάς. «Να διαβάζεις, αγάπη μου. Να μαθαίνεις...» και ξέρεις πως άλλα έχει στο νου. Καλά κάνει. Κι εσύ έτσι έκανες...


Εφηβεία. Κλαίει. Γελάει. Ξεχνάει. Θυμάται. Υποφέρει. Απογοητεύεται. Φωνάζει. Δοκιμάζει. Αντέχει; (Αντέχεις;), Φοβάται. (Φοβάσαι). Μεγαλώνει. (Μεγαλώνεις). Μιλάει. Βρίζει. Ιδρώνει. Συμβουλές; (Nα μη φαίνονται σα συμβουλές). Από κοντά. (Πόσο κοντά;). Ενημερώνεται. Επαναστατεί. Διαμαρτύρεται. Διαμαρτύρεται...


...Διαμαρτύρεται...


...Διαμαρτύρεται...


Φ για περισσότερο φως...

Τ για το δικαίωμα στην τρέλα...

Α για την δύναμη της αγάπης...

Ν για τη νιότη που κινεί βουνά...

Ε για τον έρωτα που σείει το σύμπαν...

Ι για τους ιριδισμούς του νερού στην άσφαλτο...


Π για το πνεύμα που μένει αθάνατο...

Ι για τα ιδανικά που πήγαν χαμένα και το ιώδιο που δεν πρόλαβες να του βάλεις στις πληγές...

Α για την απόγνωση. Για το άγγιγμα. Για τον άγγελο. Για το αίμα. Για το απόθεμα. Για την απελπισία. Για την αλήθεια. Για το άφθαρτο. Για την αμαρτία...


...Για τον Αλέξη. Για κάθε Αλέξη...


.........


.

Κυριακή, 7 Δεκεμβρίου 2008

Αν-ήμεροι παρα-λογισμοί




Δίπλα απ’ το μαστιγωμένο θεριό που κουνάει τα κέρατά του θα στήσω σκηνή να παρακολουθώ τα ατοπήματά σου. Θα ντυθώ με το δικτυωτό ολόσωμο καλσόν που έκλεψα από μια πόρνη νύχτα την ώρα που επί πληρωμή εκδιδόταν με το χαώδες περιτύλιγμα του εξαφανισμένου ήρωα που ήσουν.


Κι ύστερα θα πιω σε κακοχυμένο ποτήρι δυο τζούρες χλεύη – θυμάσαι το βλέμμα σου σαν κοίταζες τα δολοφονήματά σου ανάμεσα απ’ τα πόδια μου; - και μεθυσμένη θα επιδοθώ σε όργια καταναλωτικής και άσκοπης μανίας, αγοράζοντας τριμμένα όνειρα για να τα σκορπίσω πάνω απ’ τον τάφο που θα χτίσω με τις σάρκες σου.


Μια ρίζα θα κάνω θηλιά για να κρεμάσω τη ρημαδιασμένη σου φωνή έτσι όπως σπαρταρά την ώρα που άγριο έρωτα σου κάνω μέσα στον κήπο με τα δεκατέσσερα αγκάθια - το δέκατο τρίτο είναι αυτό που χώνεται στην ανοιχτή πληγή σου. Μα υπομένεις το μαρτύριο, ανίκανος ν’ αντισταθείς στο 90C νούμερο του στηθόδεσμου που κρύβω τις δυο βόμβες που λαχταρούσες από καιρό να πυρπολήσεις.


Όποιος επιθυμεί σφοδρά να μπλέξει με το ανέφικτο, τότε με αίμα πληρώνει τη δίψα του για πλάσματα που αλλάζουν φορεσιές δαιμονικές...







.

Τρίτη, 2 Δεκεμβρίου 2008

Μετα-βαίνω




Μου είπες πως θα με περιμένεις κάτω απ’ το δέντρο με τις εκατό σταλαγματιές. Πως εκεί θα κοιμάσαι και θα ζεις τα όνειρά σου. Κι ότι αυτό το δέντρο σου θυμίζει εμένα. Γιατί είναι όνειρο και δηλητήριο μαζί. Και συ, δεν διστάζεις, αυτό το δηλητήριο να μου ζητάς να το χύνω στάλα στάλα στο κρυστάλλινο ποτήρι σου και μ’ αυτό να ξεπλένεις τα σκασμένα σου χείλη.


Σε φαντάζομαι άοπλο, χωρίς τη βαριά σου φορεσιά, να ξαποσταίνεις κάτω απ’ τα κλαδιά αυτού του ανίερου δέντρου. Χωρίς το συνηθισμένο χρώμα στα φύλλα του και χωρίς το συνηθισμένο θρόισμα που κάνουν κάτι άλλα φύλλα στους ψίθυρους του ανέμου. Μα και τι είναι συνηθισμένο άλλωστε στη χώρα που έχουμε φτιάξει για τις συναντήσεις μας; Ούτε φως, ούτε σκοτάδι. Κάτι σαν μετάβαση σ’ ένα χρώμα απροσδιόριστο που αρέσκεται στον επανασχηματισμό.


Μου είπες πως εκεί θα πηγαίνεις κάθε φορά που μαζί θες να βρεθούμε. Κι όταν σε αναζητώ, ξέρω πως εκεί θα σε βρίσκω. Χωρίς καν να στο έχω πει. Χωρίς καν να στο έχω μεταφέρει. Μα ο τρόπος που εκπέμπω, είναι ο τρόπος που μόνο εσύ καταλαβαίνεις. Κι ίσως, να βρίσκεσαι εκεί, πριν καν σε πεθυμήσω.


Μ’ αρέσεις. Μ’ αρέσει έτσι όπως η ανάσα σου βγαίνει σαν παγωμένη ομίχλη απ’ τα σωθικά σου. Σαν να μεταφέρει λέξεις που ψάχνουν απόχη να τις πιάσει. Μα τα μάτια μου ξέρουν να κλείνουν τα νοήματα πριν καν γίνουν όραμα. «Το βλέμμα σου Α.... μου», μου είπες μόλις χθες. «Αχ αυτό το βλέμμα σου!». Και σου χαμογέλασα πονηρά κάνοντάς το πιο έντονο. Πόσο πουτάνα γίνομαι καμιά φορά όταν ξέρω πως κάτι σ’ αρέσει και το ενισχύω για να σε εξιτάρω περισσότερο. Και πόσο ξεδιάντροπη όταν αυτό που δεν σ’ αρέσει, επίτηδες το ξεχειλώνω για να στάξεις λίγο αίμα παραπάνω.


Ξέρεις; Είσαι ο πρώτος που το μαθαίνει. Σήμερα...έκανα μια...μετάβαση. Ένιωσα πως προχώρησα σκίζοντας ένα ακόμη περιτύλιγμα. Που μόνη μου είχα πνίξει την ανάσα μου μ’ αυτό και που μόνη μου το είχα αφήσει να με φοράει. Μέσα από μια κουβέντα με το τίποτα κατάλαβα πως δεν μπορώ να ξεφύγω απ’ τον αέναο προορισμό του ανύπαρκτου κι έτσι, όσο μένω κολλημένη σε κάτι που φαντάζει θαλασσί, στο τέλος δεν θα πιάσω το άστρο που μου γνέφει. Παρεπιπτόντως, θέλω να σου πω πως το χρώμα που μέσα του κολυμπάς δεν μ’ αρέσει. Δεν το ήξερες, μα το μαθαίνεις τώρα. (πες μου πως δεν το πιστεύεις αυτό που σου λέω. Πες το μου...)


Έλα ιππότη μου...πήγαινε να κοιμηθείς κι απόψε μέσα στο σύννεφο. Κι αν δεν σου φανερωθώ στον εφιάλτη σου, ίσως να μη σου φανερωθώ ποτέ. Μόνο να ξέρεις, πως τις εκατό στάλες απ’ το δηλητήριο, θα στις στάζω όποτε με λαχτάρα τις αποζητάς. Γιατί πηγή που δεν στερεύει, δεν στάζει μόνο θάνατο, μα ζωής φωνές ξεπηδάνε από εκεί που δεν τις περιμένεις.


Κι απόψε...η μετάβασή μου περιλαμβάνει κλάμα γέννας.


... άραγε όταν ξυπνήσεις θα είμαι εκεί για να με πάρεις;







.