Πέμπτη, 15 Ιανουαρίου 2009

Ψιτ...




Ψιτ!

Έτσι τον έλεγαν εκείνον τον μουστρούφη γάτο που την είχε ακολουθήσει ένα βράδυ όταν πήγε να σβήσει τ’ αστέρια. Είχε βάλει τις μπότες τις μαύρες με τα λουριά και τη φαρδιά τη φούστα. Δεμένο μαύρο πουκάμισο στη μέση και ξεκούμπωτα τα πρώτα τα κουμπιά. Σα μάγισσα νύχτα που είχε αποστολή να ρίξει σκοτάδι σε άλλη μια απελπισμένη μέρα στον κόσμο που δεν είχε χώρες. Προχωρούσε ατσούμπαλα και τα στήθη της λεύτερα πήγαιναν πότε δώθε πότε κείθε. Της αρέσει να της τρίβονται οι ρόγες στο ύφασμα. Ερεθίζονται και σκληραίνουν. Κι αν έχεις την αίσθηση της καύλας πάνω σου δεν μπορείς να σβήσεις μόνο αστέρια. Ολόκληρους πλανήτες κατεβάζεις και τους παίξεις στα ζάρια.


Ο ψιτ την συμπάθησε απ’ την αρχή. Κατέβηκε απ’ το δέντρο με τα μπλε πορτοκάλια που έπλεκε τη γούνα του και έριξε την ουρά του στα πόδια της. Εκείνη την κλώτσησε παραπέρα. Αυτό της έλειπε τώρα. Άλλη μια βρωμοουρά με μαύρες τρίχες. Της έφταναν οι δικές της. Τι να της κάνει κι άλλες; Μα το γατί επέμενε. Έτσι είναι μερικά ζωντανά. Αν τα φτύνεις εξ’ αρχής βάζουν αμέτι μουχαμέτι να σου σπάσουν τα νεύρα με γουργουρίσματα πρόσκλησης. Έτσι, της ξαναπέταξε την ουρά με χάρη κι αυτή τη φορά στον λαιμό.


Την γαργάλησε η παλινδρομική κίνηση όταν μπήκε το μακρινάρι ανάμεσα απ’ το στήθος της. Η αλήθεια είναι πως την ζέστανε κιόλας κι έβγαλε ένα αχνό γελάκι. «Να δεις που δεν θα μείνει μόνο στην ουρά το φρίκουλο», είπε από μέσα της και προχώρησε σα να μη τρέχει τίποτα. Όταν η δεύτερη ουρά του ψιτ της τύλιξε τις γάμπες, τότε έφαγε την τούμπα της άλλης της ζωής. Γιατί σε τούτη τη ζωή δεν επέτρεπε στον εαυτό της άγαρμπες τούμπες. Κι είχε κάτι χρωστούμενα από άλλες ζωές που κάλλιστα μπορούσε να τα ξεπληρώσει.


Βλαστήμησε δυο κατάρες και σηκώθηκε. Σκύβοντας για να δει αν είχε λερώσει τα γόνατά της, φάνηκε το γυαλιστερό της εσώρουχο. Να πού πήγαινε το φως από τ’ άστρα όταν τα έσβηνε. Κι ο ψιτ ήταν ο πρώτος γάτος στην ιστορία του χαμένου μύθου που το ανακάλυψε. Τώρα, άντε να ξεκολλούσε από τούτη την πλανεύτρα.


Η τρίτη του κίνηση ήταν και η πιο μελωμένη. Τα θηλυκά, βλέπετε, αν δουν σιρόπι θέλουν να σκύψουν να το γευθούν. Να κάνουν αυτόν τον παφλασμό στα χείλη που υποδηλώνει λαγνεία, πεθυμιά και προσδοκία. Κι ύστερα να περιμένουν να κολλήσει πάνω τους το κατάλληλο ζουζούνι. Κι ο ψιτ ήθελε να διαπιστώσει πόσο θηλυκό ήταν η μελλοντική καινούργια του αφεντικίνα. Όχι ότι τον ένοιαζε και ιδιαίτερα αυτό. Μα, να! Γυαλιστερό εσώρουχο, ρόγες πεταχτές, έτοιμη βρισιά και αποφασιστικότητα για ξεγέλασμα του ουρανού, δεν είναι συνδυασμός που τον βρίσκεις κάθε βράδυ. Αν την έβλεπε να γλύφει και τα χείλη, θα της έδινε τις υπόλοιπες ψυχές του στο πιάτο.


Όταν έφτασε στον λόφο που ουρλιάζουν τα βούρλα, έβγαλε τις μπότες και κάθισε κατάχαμα. Ξεκούμπωσε και τα υπόλοιπα κουμπιά και χάιδεψε τα στήθη της. Ένα ένα τ’ αστέρια άρχισαν να κατεβαίνουν να βυζάξουν αποσταγμένες στάλες ονειρικών αναστεναγμών. Κι όπως έπιναν, έτσι έσβηνε το καθένα στην αγκαλιά της. Σαν βρέφη που χορτασμένα παραδίδονται σ’ έναν ύπνο χωρίς όνειρα. Μόνο που ετούτα τ’ αστέρια, ήξεραν πως το τελευταίο τους γεύμα ήταν θυσία εκούσια. Θα έδιναν φως σε σκοτεινά μονοπάτια μυστικιστικής τελετής για τη δημιουργία της νέας εποχής.


Ο ψιτ τρίφτηκε στα πόδια της και το ερεθισμένο του όργανο ήταν ολοφάνερο. Δεν έκανε καμία κίνηση να το κρύψει, παρά ξάπλωσε με τα ποδάρια ανοιχτά για να υψώνεται σαν πυξίδα που δείχνει στο κάπου. Ποιον νοιάζει άλλωστε πού θα πάει, όταν σκοπός είναι να σταματήσουν πλέον κάτι χαζές ερωτήσεις;


Όταν είδε να τον κοιτά και να γλύφει τα χείλη της, κατάλαβε πως το σιρόπι που ξεχείλιζε απ’ την καλοδουλεμένη του μάνικα ήταν το εισιτήριό του για το σπιτικό της νέας του κυράς. Ναι, ήταν εν τέλει θηλυκό που ξέρει να εκτιμά κάτι γάτους που το παίζουν υποτακτικοί για να διεκδικήσουν μερικά δωρεάν γεύματα. Εξάλλου, αυτό της άρεσε κι εκείνης. Οι προκλήσεις που δέχεται να έχουν την ικανότητα δελεαστικής μεταμφίεσης με την υπόνοια μελλοντικής αποκάλυψης σε κάτι που θα ήταν του χεριού της.


Κι ο ψιτ αυτό το ήξερε καλά.


Με τα χάδια τρεφόταν άλλωστε...



.