Τρίτη, 20 Ιανουαρίου 2009

Μυρωδιά από καμένο ξύλο



Περπατούσε μαζί του σε μια απ’ αυτές τις βόλτες. Σαββατόβραδο και κρύο. Δεν υπάρχει άλλη μέρα για να βρίσκονται μαζί πια. Κι αυτό σπάνια. Βράδυ. Κομμένες λέξεις, σιωπές κι ανείπωτα. Κι ένα φεγγάρι μάρτυρας του πριν και του τώρα.

Μύρισε στην ανάσα της καμένο ξύλο και της ήρθε εικόνα απ’ τα παλιά. Τότε που μικρή ήταν στου πατέρα της το χωριό για διακοπές. Τ’ αστέρια φάνταζαν στον μαύρο ουρανό σαν μικρές λαμπερές χάντρες. Και πότε πότε έπεφτε ένα για να προλάβει να κάνει το κορίτσι μιαν ευχή.

Ήσυχα που ήταν στο χωριό. Το γεφύρι που ένωνε δυο δρόμους ανάμεσα στα ξερόχορτα της φάνταζε τεράστιο. Μα πόσο μικρό, όταν πιο μεγάλη το διάβαινε αργά αργά. Κι οι καμινάδες άπλωναν τον καπνό τους με αυτό το τόσο οικείο και όμορφο άρωμα που την παραπέμπει από τότε σ’ εκείνα τα μέρη. Καμένο ξύλο.

Θυμήθηκε που μυροφόρα ντυνόταν το Πάσχα και σκόρπαγε βιολέτες όταν πέρναγε ο επιτάφιος. Τότε έκανε το σήμα του σταυρού με νόημα. Μεγαλώνοντας, το έκανε από συνήθεια. Τι υπάρχει για να πιστέψεις πια όταν ένα ένα καταρρίπτονται;

Η φωνή του την επανέφερε στην πραγματικότητα. «΄Ομορφο αυτό το ρολόι...» μονολόγησε κοιτώντας μια βιτρίνα. Πότε είχαν σταματήσει και δεν το πήρε είδηση; Το χέρι της ήταν περασμένο στο μπράτσο του και τον άκουσε ξανά: «΄Ομορφο αυτό το ρολόι, ε;».

Να ’ταν ο ήχος της φωνής του, να ’ταν η παύση του πριν ξαναμιλήσει, να ’ταν... τι να ’ταν αυτό που την έκανε να νιώσει απέραντη ζεστασιά γι’ αυτόν τον άντρα; Σκηνές πέρασαν απ’ το μυαλό της σαν την αστραπή που σκίζει τον ουρανό απρόσμενα εκεί που είναι πεντακάθαρος. Εικόνες του πριν. Λέξεις ειπωμένες και βλέμματα βουρκωμένα. Μα και στιγμές με χαμόγελα. «Του αρέσει», σκέφτηκε. «Τι όμορφα που είπε αυτή του την επιθυμία. ΄Αρα, υπάρχει κάτι που ακόμη μπορεί να του αρέσει...».

΄Εγειρε το κεφάλι της επάνω του και τον φίλησε στον λαιμό. Χαμογέλασε. «Κρύα που είναι η μύτη σου», της είπε και προχώρησαν. Πιο κάτω ένα σουβλατζίδικο. «Να τρώγαμε κάτι;» τη ρώτησε. «Είναι αργά...και δεν είμαι ντυμένη. ΄Αβαφη βγήκα, με τα αθλητικά...».

«Είσαι όμορφη...», της είπε. «Είσαι όμορφη...».

Τον έσφιξε περισσότερο πάνω της. Προχώρησαν. Κι άλλη μυρωδιά από καμένο ξύλο στην ατμόσφαιρα. Ακόμη ένα βήμα παραπέρα. Τον κοίταζε με την άκρη του ματιού της. Η ανάσα του ήρεμη. Εκείνη κρατιόταν μη στάξει δάκρυ. «Σ’ αγαπώ», σκέφτηκε, μα δεν του το είπε.

«Σ’ αγαπώ»...

Θα μπορέσει, άραγε, να πει ξανά αυτή τη λέξη;




(αφιερωμένο σε δυο ψυχές που κάποτε είχαν συναντήσει η μια την άλλη...)








.