Πέμπτη, 8 Ιανουαρίου 2009

Άλλο ένα πείραμα με λάθος καπνό



Φόρεσα τις λέξεις μου για κάπα. Όχι κόκκινη αυτή τη φορά, μα σκοτεινή. Έβγαλα το ξεχασμένο τσουκάλι μου απ’ της ντουλάπας τα απόκρυφα. Και πήρα δυο ξύλα ν’ ανάψω τη φωτιά με σπίρτο απ’ την καρδιά μου.

(τελετή μαγείας έστησα στην κρεβατοκάμαρά μου)

΄Εγραψα ξόρκι καινούργιο, απ’ αυτά που δεν έχουν ειπωθεί ξανά, έσταξα και μια σταγόνα αίμα απ’ τα χείλη μου τα δαγκωμένα κι ύστερα περίμενα να γεμίσει το φεγγάρι και να στάξει δυο σταγόνες βροχή. Και δεν μου χάλασε το χατίρι. Έσταξε περισσότερες

(με θάνατο μαζί)

κι εκείνη τη στιγμή, μόνο τη χαρά σκεφτόμουν. Τι άσχημο να μην θες να δεις αυτό που σου γνέφει και με λαχτάρα

(τι χαζή που εξακολουθείς να είσαι)

να προσπαθείς να τυλίξεις ακόμη ένα όνειρο σε σελοφάν. Μα μπορείς να πιέσεις τα όνειρα; Να τα περιορίσεις; Μα είναι δυνατόν να τους δώσεις εσύ το χρώμα που θες; Κι ίσως στην αρχή σου κάνουν το χατίρι. Όμως, την εξέλιξη σε ένα όνειρο μπορείς να την καθορίσεις εσύ; Μα ποιος τα σκέφτεται αυτά σε μιας γοητείας την αρχή; Πόσο μάλλον όταν την γοητεία...την έχεις προκαλέσει εσύ.

(...)

Ψέλλισα και δυο λόγια μυστικά κι έφερα δυο στροφές με τα χέρια μου ψηλά. Φύσηξαν κι οι κουρτίνες μου αέρα απ’ το πουθενά κι είπα πως ίσως είναι καλό σημάδι. Έκανε «παφ» κι ένα λαμπάκι και το θεώρησα κι αυτό νεύμα τ’ ουρανού. Μα φαίνεται δεν ήθελα τα σημεία σωστά να ερμηνεύσω. Κι ας μου έλεγε το σφίξιμο που ένιωσα στην καρδιά να μην το παραβλέψω. Μα, όχι είπα. Αυτή τη φορά εγώ θα νικήσω το ξόρκι μου κι όχι εκείνο εμένα

(αφού ξέρεις πως...)

και μια φωνούλα που γέλαγε κάτω απ’ το χαλί πνίγηκε απ’ της μπότας μου τη δύναμη.

(και σκότωσα ακαριαία ακόμη μια ειδοποίηση)

Κι άρχισε το φίλτρο μου να βράζει όταν του έριξα υγρό με τρία απ’ τα χρώματα της ψυχής μου. Στη σωστή δόση σκέφτηκα πως θα είναι αφού έχει και μια τζούρα απ’ τ’ όνομά του μέσα

(δεν έβαλες όμως και το δικό σου μέσα, νεράιδά μου)

και νόμισα πως όλα έγιναν κατά πώς πρέπει. Κι ήμουν τόσο χαρούμενη εκείνη τη στιγμή κι ένιωθα πως το βλέμμα μου μπορεί να σκίσει το μαύρο της νυχτιάς. Κι έκανα μια γύρα ακόμη δίπλα απ’ της φωτιάς τον ψίθυρο.

Και τότε ήταν που άρχισε να βγαίνει ο καπνός. Και τότε το σφίξιμο στην καρδιά μου με ειδοποίησε ξανά. Μα και πάλι δεν ήθελα να το πιστέψω

(ω,ναι...το ξέρεις πως είσαι χαζή)

και άφησα μόνο για λίγο το παγωμένο μου χαμόγελο να μείνει στο πρόσωπό μου το λευκό. Τίναξα πίσω τα μαλλιά κι έσβησα γρήγορα της μαγείας την τελετή. Αρκεί φώναξα. Ίσως έπρεπε να μην το κάνω εκείνη τη στιγμή, μα ποιος σταματάει όταν πρέπει;

(χαζή)

Έβγαλα την κάπα κι έκρυψα το τσουκάλι μου στα γρήγορα. Άνοιξα το παράθυρο να φύγει κι ο καπνός. Κάθισα στο πάτωμα με τα πόδια λυγισμένα και τα χέρια μου να κρέμονται ανάμεσα. Κι άφησα τις μέρες να κυλήσουν γιατί ήθελα να δω πού θα με βγάλει το τέρμα.

Κι όταν πέρασε καιρός και γύρισαν οι δείκτες και ο χρόνος άλλαξε αριθμό, με βρήκε το σκοτάδι στην ίδια στάση ξανά Ήρθε κι ο άλλος μου εαυτός να μου δώσει,λέει, χάδι παρηγοριάς. Μα του είπα μια βρισιά και τον έδιωξα με φόρα. Δεν θέλω κανέναν αλήτη εαυτό όταν γουστάρω να πονώ. Αφού το ξέρω

(φυσικά και το ξέρεις ηλίθια)

πως την επόμενη φορά, πάλι λάθος δόση θα βάλω στη φωτιά. Καίω και καίγομαι. Ίσως γι’ αυτό και η βροχή να με λυτρώνει. Μα μέχρι τότε, θα πλέκω στίχους και θα τους πνίγω μ’ έναν αναστεναγμό...


...κόκκινο στάζει απ’ το ταβάνι
να μεθύσω θέλω και να χαλαστώ
πείραμα έκανα με βρόμικο λιβάνι
και μόνη μου ξανά θα πορευτώ...


.