Δευτέρα, 13 Απριλίου 2009

Τα πάθη μου




Ντύνομαι μ’ έναν λευκό μανδύα και προχωρώ στο πλήθος. Ξυπόλυτη πατώ στ’ αγκάθια που μου ρίχνουν στο διάβα κι αίματα τρέχουν απ’ τα πόδια μου. Με κοιτούν και με χλευάζουν. ΄Αλλοι μου ρίχνουν τριαντάφυλλα κι άλλοι κλαίνε που με βλέπουν. Τι περίεργες αντιδράσεις που έχει το πλήθος για το ίδιο άτομο. Μα κανείς δεν το βλέπει «ίδιο». Ίσως γι’ αυτό...

Τα μαλλιά μου ξέπλεκα, κάποιος μου σκίζει το ύφασμα, βγαίνει το ένα μου στήθος έξω, δεν ντρέπομαι για τη γύμνια μου, έχω ύφος απαθές, κοιτάω ίσια μπροστά, στο κενό, τίποτα δε βλέπω,μόνο έναν ήλιο να χαμογελά και να με στραβώνει, ω! πόσο μισώ τον ήλιο, παρακαλώ για τη βροχή μου, τη βροχή που δεν έρχεται, ω! πάθος μου ατελείωτο, σκοτεινή βροχή μου, κόκκινη μικρή μου ύπαρξη που σε κρύβουν μα πάντα βρίσκεις τον τρόπο να εμφανίζεσαι, ω! γλυκιά μου άνοιξη που σε βλέπω σε κάθε βλέμμα μικρού παιδιού, σε κάθε ερωτευμένο έφηβο, σε κάθε ύπαρξη που κάνει έρωτα κάθε μεγάλη Παρασκευή σε λιβάδια με χορτάρια και ανεμώνες. Αχ! πάθος μου ατελείωτο που με θες αγνή και πρόστυχη σ’ έναν κόσμο με υποκριτές, με βούρκο, με άπλυτες ευχές, αχ! μικρό μου περιστέρι που πετάς πάνω μου στάζοντας λεμόνι στα ξεραμένα μου χείλη, μωρό μου γλυκό κι αγέννητο που δεν σ’ έφερα σ’ έναν κόσμο που θα σε σκότωνε για να πληρώσεις τα δικά μου ενοχικά συμπλέγματα, αχ! αμαρτία μου που δεν σε έκανα ακόμη μα σε νιώθω να μου φωνάζεις και να με προκαλείς να σε αρπάξω απ’ τα μαλλιά και να σε χώσω ανάμεσα απ’ τα σκέλια μου...

Μπροστά μου ένας σταυρός αόρατος. Σε αόρατο σταυρό μπορείς να σταυρώσεις κάτι ορατό; Αναρωτιέμαι. Εγώ τον βλέπω ή τον βλέπουν και όλοι όσοι με ακολουθούν και μου φωνάζουν; Πώς με είπες; Πόρνη μάγισσα! Μικρή παιδούλα! Παρεξηγημένη αγία! Ιέρεια του πουθενά! Αγνή γραφή! Ξεσκισμένη πουτάνα! Λέξεις, νοήματα, ιδέες, φτυσίματα...μουσικές. Ακούς τις μουσικές; Ακούς τις μουσικές ανάποδα; Να γελάσω δυνατά να τους τρομάξω κι άλλο; Τι περισσότερο θα μου κάνουν; Τι;

Ένα μαστίγιο στον λαιμό μου πήγε να με πνίξει, σα λάσο μου το πέταξε κάποιος να με τραβήξει πίσω μα έδωσα δύναμη και πήγα μπροστά, μου κόπηκε η ανάσα μα χαμογέλασα κι αυτό τον τσάτισε περισσότερο, η πρώτη φορά που στη διαδρομή μου χαμογέλασα, κι αυτό τους πείραξε, τους έκανε να φωνάξουν πιο δυνατά, να βρίσουν κι άλλο, να ανοίξουν περισσότερο τα κενά τους μάτια, μα εγώ προχώρησα, τον έριξα κάτω, και τώρα προχωρώ με το μαστίγιο στολίδι, το ένα μου στήθος ακόμη έξω και τα αίματα ποτάμι, κι ακόμη δρόμο έχω μα δε με νοιάζει, ποτέ δε μ’ ένοιαζε, σα να το χαίρομαι μάλιστα μα δε θέλω να το δείξω, γιατί αυτή την ώρα δε σκέφτομαι τίποτα...

Ο ήλιος πέφτει κι είναι καλύτερα έτσι, η μουσική γίνεται όλο και πιο απαλή, ο σταυρός σα να λάμπει περισσότερο και τώρα ξέρω πως μόνο εγώ τον βλέπω και κατευθύνομαι προς τα εκεί, μα ξέρεις ποιο είναι το πιο ωραίο; Πως τόση ώρα δεν με σέρνει κανείς και πως μόνη μου πορεύομαι κι οι άλλοι εξακολουθούν να ρίχνουν αγκάθια, λες να το κάνουν για να μ’ αποτρέψουν να προχωρώ; Μπα, όχι, σίγουρα όχι...

Παίρνω ένα απ’ τα τριαντάφυλλα και δαγκώνω το κοτσάνι του και συνεχίζω έτσι να προχωρώ, κατεβαίνει και το πρώτο άστρο και μου μιλάει, χαζή με είπε ή κουράγιο μου φώναξε; Πάντως ξέρω πως ήρθε και κάθισε στα μαλλιά μου χωρίς να με ρωτήσει κι εγώ άρχισα τότε να τρέχω και να σκίζονται περισσότερο τα πόδια μου, τα ρούχα μου, τα σωθικά μου...

Κι έφτασα γυμνή στο αόρατό μου, απαλλαγμένη και αιμάτινη, έχοντας πάνω μου τα πάντα και τίποτα. Και πήρα θέση σταύρωσης και περίμενα κάποιος να με καρφώσει, να με δέσει, να με κάψει, μα δεν ήρθε κανείς από δαύτους, μόνο ένα μικρό παιδί τόλμησε και με πλησίασε και γονάτισε στα πόδια μου. ΄Ηταν ήρεμο με καθάρια ματιά και κόκκινο στόμα, μάγουλα ροδάκινα και δέρμα βελούδινο. Μύριζε ζωή, δεν μπορούσα να πάρω το βλέμμα μου από πάνω του μα πήρα στάση ορθή, ακίνητη, σταθερή, σίγουρη.

Μου άγγιξε τις γάμπες κι ήταν τόσο απαλό το χάδι του που άνοιξα τα χέρια μου να δεχτώ την λάμψη που θα με καρφώσει, γιατί ήξερα πια πως λάμψη θα ήταν το κάρφωμά μου κι ένα φευγιό από έναν κόσμο που δεν θέλει τους αλήτες αγγέλους μα ούτε και τους αθώους δαίμονες, που φοβάται το διαφορετικό, που τρέμει στο ανέφικτο, που προδίδει το απλησίαστο, μόνο το παιδί κάθισε στα πόδια μου μέχρι να έρθει το φως μου, να μπει μέσα μου, να με διαλύσει σε χίλια κομμάτια και να τα σκορπίσει στο αλλιώτικό μου σύμπαν, κι ύστερα να σκύψει και να πάρει τον μανδύα μου να τον φυλάξει κάτω από μια ροδιά, να τον θάψει σε υγρή γη, να πέσει σπόρος και ν’ ανθίσει ένα καινούργιο πάθος που...

...θα έχει την ίδια κατάληξη...





.