Σάββατο, 25 Απριλίου 2009

Ζήτημα έμπνευσης





Άνοιξα αργά την πόρτα και πάτησα ξυπόλυτη στα βρεγμένα πλακάκια. Είχα τυλίξει γύρω μου μια θαλασσιά πετσέτα που κάλυπτε το στήθος κι έπεφτε μέχρι τους μηρούς. Οι μωβ λάμπες γύρω απ’ τον καθρέφτη σε συνδυασμό με το λιλά χρώμα που επικρατούσε, έδιναν στην θαμπή ατμόσφαιρα ένα φως παραμυθένιο. Σαν να μπαίνεις μέσα σ’ έναν κήπο ονειρικό. Σαν να βαδίζεις σε μονοπάτι μαγεμένο. Από μικρή το αγαπημένο μου μέρος ήταν το μπάνιο. Και το έχω διαμορφώσει έτσι που θα μπορούσε να είναι και δωμάτιο κανονικό.


Τώρα όμως είχα επισκέπτη. Ο οποίος είχε τραβήξει την κουρτίνα της μπανιέρας για να κάνει ντουζ μα παρόλα αυτά, ένα σωρό στάλες είχαν ξεφύγει φτιάχνοντας λιμνούλες εδώ κι εκεί. Οι ανάσες του απ’ το ζεστό νερό είχαν δώσει ομίχλη κι ο καθρέφτης νόμιζες πως θα φανέρωνε με λέξεις τα μυστικά του. Χαμογέλασα όταν μπήκα. Γνωστό το σκηνικό όταν έρχεται άντρας σπίτι. Μ’ αρέσει όμως να νιώθει κάποιος άνετα μαζί μου και κανόνες δεν βάζω. Εξάλλου, οι στάλες είναι μέρος της φύσης μου. Πώς θα μπορούσαν να μ’ εκνευρίζουν;


Έκλεισα πίσω μου την πόρτα, γνωρίζοντας πως πήρε είδηση την είσοδό μου γιατί σταμάτησε για λίγο να σφυρίζει. Ήταν ικανοποιημένος μετά την ένταση που είχε προηγηθεί με το παιχνίδι αντιπάλων που παίξαμε στο κρεβάτι. Ιδρώτας, χαμόγελα, φωνές, γρατζουνίσματα. Σενάρια στρατηγικής, κατάκτησης, εφόρμησης, παράδοσης, άμυνας και επίθεσης ξανά. Νικητές κι οι δυο. Μέχρι τον επόμενο γύρο.


Άνοιξα την κουρτίνα και τον κοίταξα. Βρεγμένος από πάνω μέχρι κάτω με λεκέδες σαπουνάδας σε διάφορα μέρη του σώματός του. Μια λάμψη στα μάτια φανέρωνε όχι τόσο την έκπληξη μα την επιθυμία του για τη συνέχεια της μάχης μας σε καινούργιο μέρος πλέον. Μα δεν θα του έδινα αυτό που είχε στο νου. Τουλάχιστον όχι έτσι εύκολα. Και ούτε με τον τρόπο που φανταζόταν. Εξάλλου αργούσε και ήθελα να τον βασανίσω λιγάκι που με έκανε να περιμένω. Πώς τόλμησε ν’ αφήσει μια βροχή να αδημονεί τόσο για τις δικές της στάλες;


Άφησα το μπουρνούζι να πέσει στα πόδια μου και μπήκα στη μπανιέρα κάνοντας πλέον πως δεν τον κοίταζα. Σαν να μην είχα προσέξει από πριν την ύπαρξή του. Σαν να μην ήταν εκεί. Μ’ αρέσει να παίζω αυτό το παιχνίδι. Να αγνοώ κάποιον υπονοώντας πως ούτε καν υπάρχει γύρω μου εκείνη τη στιγμή. Κι αυτός να κάνει το παν για να μου δηλώσει την παρουσία του, μέχρι που να μην αντέξει άλλο και να με αρπάξει στα χέρια του.


Έσκυψα να πιάσω το σαπούνι που ήταν στα πόδια του αγγίζοντας δήθεν τυχαία τα δάχτυλά του. Σηκώθηκα και του πήρα τη συσκευή του ντουζ από το χέρι πριν προλάβει να αντιδράσει. Κι ύστερα άρχισα να σαπουνίζομαι αργά αργά σε όλα τα σημεία μου. Πρώτα στο λαιμό, μετά στο στήθος περνώντας το κυκλικά γύρω από κάθε μου ρόγα και κατόπιν προς τα κάτω με νωχελικές κινήσεις εξακολουθώντας να κοιτάζω στο κενό. Εκείνος προσπάθησε κάνα δυο φορές να με πλησιάσει μα έντεχνα απομακρυνόμουν. Το νερό έπεφτε πάνω μου και γινόταν το σώμα μου αφρός, σαν να ντυνόμουν μ’ ένα φουστάνι από λευκές φυσαλίδες.


Άφησα τη συσκευή του νερού στα χέρια του ξανά και το σαπούνι στα πόδια του, εκεί που το είχα βρει. Κι άρχισα να τρίβω απαλά την περιοχή ανάμεσα απ’ τα πόδια μου. Πρώτα με το ένα χέρι κι ύστερα με το άλλο. Και μετά και με τα δυο μαζί. Αγγίζοντάς το με τα δάχτυλά μου κι ύστερα με τις παλάμες. Κάνοντας κύκλους και κινήσεις οριζόντιες. Και κάθετες. Κι όταν φτιάχτηκε μπόλικος αφρός, άνοιξα το μικρό το ντουλαπάκι που βρισκόταν πίσω του, αγγίζοντας με το σώμα μου το σώμα του για να το φτάσω, και πήρα το ξυραφάκι μου το ροζ.


Τότε ήταν που τον κοίταξα στα μάτια...


Χωρίς να μιλώ άνοιξα το χέρι του και ακούμπησα το ξυραφάκι μου στη χούφτα του. ΄Εχοντας αφρό στα χείλη ακούμπησα τα δικά του ελαφρά και του έκλεισα το μάτι πονηρά. Το βλέμμα του ακολουθούσε τις κινήσεις μου την ώρα που καθόμουν απέναντί του ανοίγοντας τα πόδια μου. Άφησα το ένα μου πόδι να πέφτει έξω απ’ την μπανιέρα σκορπώντας αρωματισμένη υγρασία κι έβαλα το άλλο να ακουμπάει στα πλακάκια απ’ την αντίθετη πλευρά. Ορθάνοιχτο μπροστά του ήταν το οχυρό που του αρέσει να κατακτά. Ο λόφος που κάνει τις εξορμήσεις του. Η θάλασσα που βουτάει στις σπηλιές της. Το βαζάκι που κρύβει το αγαπημένο του γλυκό.


Γονάτισε μπροστά μου σαν τον γλύπτη που με προσοχή θέλει να λαξεύσει την πέτρα. Σαν το ζωγράφο που ψάχνει το μέρος που θα απλώσει τη σκιά στον πίνακά του κοιτώντας από πού έρχεται το φως. Σαν τον ποιητή που απομνημονεύει την εικόνα για να φτιάξει λέξεις. Σαν τον διψασμένο που σκύβει να πιει νερό απ’ την δροσερή του την πηγή.


Κι άρχισε απαλά απαλά με προσεκτικές κινήσεις, ενώ το σώμα του ακολουθούσε πόντο με πόντο, βήμα με το βήμα, να βγάζει ανάμεσά μου τον αφρό με το ξυραφάκι, αποκαλύπτοντας πιθαμή προς πιθαμή, ένα καινούργιο άγραφο βιβλίο που ήταν έτοιμο να ξεδιπλώσει τις λευκές του σελίδες, δίνοντάς του έμπνευση για να γράψει μια ακόμη ιστορία...






.