Σάββατο, 20 Ιουνίου 2009

Κάτι σαν χαμόγελο





Στην ηλικία μου πρέπει να ήταν ο παππούς μου όταν αποφάσισε να αγοράσει τον τάφο του για να σιγουρευτεί πως θα έχει σπίτι το κορμί του όταν αποδημήσει η ψυχή του στα ουράνια. Νέος σχετικά για να σκεφθεί κάτι τέτοιο. Πόσο μάλλον για να το πραγματοποιήσει. Θα μου πεις, ήταν απ’ τους προνοητικούς. Βάλε και κάτι προβληματάκια αναπνευστικά που είχε, οπότε άπαξ και σου καρφωθεί η ιδέα δεν ξεκολλάει εύκολα απ’ το μυαλό.


Τον σκέφτηκα σήμερα που πήγα στο φούρνο να πάρω ψωμί. Εκείνος αγόραζε πάντα πολυτελείας. Προσωπικά δεν μ’ αρέσει αυτό το είδος ψωμιού γιατί είναι σαν αφρός και κάνει τρίμματα. Εκείνος όμως το έπαιρνε γιατί δεν επέτρεπε στον εαυτό του να πάρει κάτι λιγότερο. Και μόνο η λέξη πολυτελείας, τον έκανε να νιώθει αυτό που ήταν. Ένας κόντες.


Παράστημα, ύφος, χαμόγελο, εξυπνάδα. Δοτικός, καλός συζητητής, αγαπούσε τις γυναίκες και κυρίως αγαπούσε εμένα. Με είχε βαφτίσει κιόλας. Ήμουν η προστατευόμενή του. Τα βουτήματα με την μαρμελάδα που έχουν καλυμμένα την άκρη τους στη σοκολάτα, εκείνον μου θυμίζουν. Όταν ερχόταν σπίτι μου έφερνε πάντα ένα σακουλάκι. Χωρίς να με ρωτήσει αν μου αρέσουν. Απλά, θεωρούσε πως ήταν τα αγαπημένα μου. Είναι φορές που τα αγοράζω ακόμη και τα βάζω σε μια πιατέλα και τα κοιτώ. Σαν να του κάνω πρόσκληση για τσάι. Και είμαι σίγουρη πως έρχεται.


Άλλες φορές πάλι, όταν μου τριβελίζουν σκέψεις το μυαλό πιάνω τον εαυτό μου και τον ρωτάει. Παππού, τι λες εσύ; Και τον νιώθω πίσω μου. Να μου αγγίζει τον ώμο και να μου ψιθυρίζει. Απάντηση. Απαντήσεις. Προτροπές. Λόγια καθησυχαστικά.


Δε ξέρω τι μ’ έπιασε σήμερα και τον σκέφτομαι τόσο έντονα. Ίσως να είναι απ’ τις φορές που θα ήθελα να τον δω να μπαίνει απ’ την πόρτα μου. Με το ζαχαρί το κοντομάνικο κοστούμι του το καλοκαιρινό. Και να με ρωτήσει. Είσαι καλά, κόρη μου;


Όχι, παππού,δεν είμαι καλά. Δεν είμαι. Μα δεν θα στο έλεγα. Μάλλον θα σου χαμογελούσα και θα απέφευγα το βλέμμα σου. Ξέρεις; Θα έρθω στην Κέρκυρα αυτό το καλοκαίρι. Καιρό έχω να έρθω. Μου έχει λείψει. Θα περάσω και από σένα. Μ’ ένα μπουκαλάκι νερό για δροσιά. Κι ένα γαρίφαλο. Μόνο μη με κάνεις να σου μιλήσω, ε;


Μη...







.