Τετάρτη, 24 Ιουνίου 2009

Μια φέτα καρπούζι μακριά





Πόσο σε πληγώνει η μυρωδιά από καρπούζι;


Η φωνή του αντηχούσε στ’ αυτιά της. Δεν είχε σκεφτεί ως τώρα πως μπορεί να την πλήγωνε μια μυρωδιά από καρπούζι. ΄Η να της δημιουργεί την ανατριχίλα εκείνη που συμβαίνει όταν μια ανάμνηση ξυπνά απ’ τον βαθύ της ύπνο. Κι αν αυτό της συνέβαινε ενώ γευόταν το αγαπημένο της φρούτο, ουδέποτε θα το είχε συνδυάσει κατ’ αυτό τον τρόπο.


Βγήκε στη βεράντα της. Νύχτα. Νύχτα ξανά. Πρόσφατα είχε βάλει έναν καναπέ εκεί με σκοπό να τον μεταφέρει σε άλλο δωμάτιο, αλλά τελικά τον άφησε γιατί ταίριαζε με τα γιασεμιά. Η φωνή ακόμη στο μυαλό της. Ανέκαθεν άκουγε φωνές. Τόσο που το είχε συνηθίσει πια. Φωνές με ερωτήσεις, φωνές με απαντήσεις, φωνές με προτροπές, φωνές με νουθεσίες, φωνές τρομαχτικές, φωνές καθησυχασμού. Μα τούτη...


...τούτη η φωνή ήταν επίμονη. Είχε τελευταία επισκεφθεί το μυαλό της και εμφανιζόταν σε ώρες απρόβλεπτες. Πώς είναι δυνατόν να είσαι μια φέτα καρπούζι μακριά από κάποιον; Ερώτηση που ίσως κάποιους άλλους να παραξένευε. Μα εκείνη χαμογελούσε. Ξέρει πως οι αποστάσεις απέχουν μεταξύ τους με μεγέθη που τους δίνουμε εμείς. Με μεγέθη που μας βολεύουν. Με μεγέθη που μας εκφράζουν. Με μεγέθη που θέλουμε να τα κάνουμε άπιαστα. Ή κοντινά. Ή...πιο...εμπνευσμένα...


Από παιδούλα τρώει το καρπούζι λαίμαργα. Χώνοντας το πρόσωπό της στη σάρκα του, βυθίζοντας τα χείλη της στο κόκκινο. Ύστερα τα γλείφει και όσο ζουμί περισσεύει το αφήνει να της χύνεται στο λαιμό. Κάνει μια με την ανάστροφη της παλάμης και το στεγνώνει. Κι ύστερα, κοιτά τα δάχτυλά της δείχνοντας τ’ άστρα. Τότε οι μυρωδιές είχαν άλλο νόημα. ΄Εφτιαχναν παραμύθια με καράβια που διασχίζουν το σύμπαν. Κάποια απ’ αυτές τις φορές είχε σκεφτεί πως διαστημόπλοιο, θα μπορούσε να είναι κι ένα πλοίο στο διάστημα. Με κατάρτια. Και να στροβιλίζεται σε δίνες αστρικές. Ύστερα αυτό, έγινε μια χαμογελαστή ανάμνηση.


Το καρπούζι άλλοτε είχε πιο έντονη μυρωδιά. Ίσως αυτό είναι που την πληγώνει εν τέλει με την τωρινή του μυρωδιά. Ίσως να φταίει που δεν είναι τόσο αγνό πλέον. Ίσως επειδή περιέχει ουσίες που δεν του ταιριάζουν. Και όχι. Δεν φταίει η αίσθηση της δικής της όσφρησης. Η δική της αίσθηση δεν έχει αλλάξει. Ίσως αυτό που την πληγώνει τελικά, να είναι η διαπίστωση πως αυτό δεν συμβαίνει μόνο με τη μυρωδιά του καρπουζιού. Απλά, ίσως αυτή να είναι η αφορμή.


Η φωνή ακόμη εκεί. Ζεστή. Σίγουρα ζεστή. Μια φωνή που φτιάχνει τα δικά της παραμύθια. Μια φωνή που αναρωτιέται. Απόψε θα ξαπλώσει στη βεράντα της. Για όσο. Ίσως αν χαράξει να μπει μέσα και να κλείσει τις κουρτίνες. Θέλει να βαστά κάτι μυρωδιές όσο περισσότερο γίνεται...


...ακόμα κι αν την πληγώνουν...







.