Τρίτη, 30 Ιουνίου 2009

Κι έφυγα…




Προχώρησα ως την άκρη. Φυσούσε. Πάντα φυσάει εκεί. Ίσως γι’ αυτό μ’ αρέσει να πηγαίνω. Να έχω την αίσθηση πως αν φυσήξει δυνατότερα θα με παρασύρει ο άνεμος και θα βρεθώ στο κενό. Στην άκρη του γκρεμού κοιτάς με δέος. Το τίποτα. Το όλο. Το απροσδιόριστο. Μα και το τόσο δελεαστικό…


Φορούσα ένα μακρύ μεταξωτό μαντίλι δεμένο στο στήθος. Περνούσε χιαστί απ’ την κοιλιά μου και έδενε με κόμπο χαμηλά στα πόδια μου. Το γυμνό μου σώμα διαγραφόταν στις πτυχές του. Σα να κοιτάς μέσα από ομίχλη ένα κορμί που ανατριχιάζει στους ψίθυρους της φύσης. Οι δυο άκρες απ’ το μαντίλι προσπαθούσαν να ξεφύγουν απ’ τα δεσμά τους και να γίνουν πανιά στη θάλασσα του ουρανού. Οι ρόγες μου κοιτούσαν ψηλά χαιρετώντας το τελευταίο άστρο της νυχτιάς. Οι πόροι μου ανέπνεαν οργασμό αόρατων ψυχών…


Με τα χέρια σε διάταση έσκυψα και κοίταξα χαμηλά. Αν ήταν να ήμουν πουλί, αετός θα ήθελα να ήμουν. Να σκίζω με τα αιχμηρά μου φτερά κομμάτια από σύννεφα και να τα κάνω νιφάδες να πέφτουν στα αγριολούλουδα. Να τα γεμίζουν στάλες που θα κυλούν μέχρι τις ρίζες τους, ταξιδεύοντας κατά μήκος του τρυφερού τους μίσχου. Να βουλιάζουν στο χώμα υγραίνοντάς το. Μουσκεύοντάς το. Βρέχοντάς το με συμπαντικό χυμό…


Τα μαλλιά μου είχαν πάρει σχέδιο αφηρημένο. Σαν τέχνης βγαλμένης απ’ την ψυχή των αναστεναγμών ενός ζωγράφου που δεν θέλει να αποφασίσει να βάλει σε τάξη τα σχήματα που έχει μέσα του. Και γιατί να τα βάλει; Η αταξία είναι μέρος του μυαλού. Μερικές φορές η τάξη είναι που δημιουργεί προβλήματα…


Έγλυψα τα χείλη μου και γεύθηκα το χθες. Είχε σταθεί για λίγο πάνω μου. Μια μικρή μόνο στιγμούλα έμεινε να χαϊδέψει το ξημέρωμα κι ύστερα έγινε σταγόνα που την κατάπια. Έδωσε θέση στο τώρα που ήρθε μαστιγώνοντας την πνοή του πρωινού. Κι έσταξε μια σταγόνα αίμα απ’ του ήλιου την άκρη. Έβαψε κόκκινη μια τούφα απ’ τα μαλλιά μου και την κράτησα για να δώσει ανταύγεια στις κινήσεις μου…


Άκουσα μια φωνή που ερχόταν απ’ τη ρίζα ενός έλατου. Ίσως να ήταν προειδοποίηση να μη πάω πιο κοντά στην άκρη. Ίσως να ήταν και προτροπή να πατήσω στο κενό. Μα δεν έδωσα σημασία. Περίμενα το σημάδι που θα έκανε την καρδιά μου να δώσει παλμό δυνατό. Παλμό με νότες. Παλμό με νόημα…


Κι έμεινα εκεί ως το σούρουπο. Αποχαιρετώντας τη μετάβαση της μέρας σε χρόνο κρυστάλλινο. Παγώνει ο χρόνος κάποιες στιγμές. Και μοιάζουν όλα ακίνητα. Έτσι κι εκείνη τη στιγμή. Ήταν στιγμή χωρίς ανάσα…


Έλυσα το μαντίλι και το πέρασα στο χέρι μου να ανεμίζει. Έμεινα ακάλυπτη κόντρα στα στοιχειά της επερχόμενης νύχτας. Και μες τη βαθιά μου εκπνοή έδιωξα ένα ακόμη περίπου. Ένα ακόμη περίμενε. Ένα ακόμη σε λίγο. Δεν έχει νόημα η αναμονή όταν τα σημάδια παίζουν κρυφτό με τις πτυχές των ηλιαχτίδων που τρεμοσβήνουν. Το μαντίλι μου θέλει χάδι φανερό. Ματιά ταξιδιάρα. Ανάσα καυτή. Άρωμα παθιάρας εξομολόγησης...


Σκόρπισα τα γράμματα που σχημάτιζαν τ’ όνομά σου φυσώντας τα απ’ την παλάμη μου. Γύρισα την πλάτη στις σχισμές του ασχημάτιστου που απλωνόταν μπροστά μου…


…Κι έφυγα…






.