Κυριακή, 6 Σεπτεμβρίου 2009

Φεγγαράκι μου λαμπρό




Τάπας. Ένα και τίποτα ανεβασμένος σε καφάσι του μισού μέτρου, πατώντας στα νύχια των ποδιών και κάνοντας τα μαλλιά καρφιά με σούπερ δυνατό τζελ. Μουσάκι γύρω απ’ το πιγούνι, και παντελονάκι λαμέ παρακαλώ. Πού πας μωρό μου μες τη νύχτα;


Τον έβλεπα να προχωρά προς το περίπτερο να πάρει τσιχλίτσες(;) και το κωλαράκι του να χορεύει πέρα δώθε. Μου το ’θελε και γι’ άντρας. Ναι, καλά. Από κει που κλάνουν τα ποντίκια ξεφύτρωσε μια νύχτα με θυσίες κι ο πάπας τονε βάφτισε σ’ ένα κιλό ουσίες (καλέ πώς μου ’ρθε τούτο;).


Έκανα πλινκ πλινκ τις στριφογυριστές μου βλεφαρίδες κοντά στο φατσουλίνι του και του ’στρωσα χαμόγελο με νόημα. Μου πρότεινε βολτίτσα. Και νόμισε πως το σκέφτηκε και μόνος του. Ας γελάσω. Μου άνοιξε και την πόρτα. Του αυτοκινήτου, ντε. Που ήταν κι αυτό στα μέτρα του. Θα έπρεπε να πιω το πράμα που ’χε πιει η Αλίκη κι έγινε σα μυρμήγκω στη χώρα των τραπουλόχαρτων για να χωρέσω εκεί μέσα. Άσε που δεν είχα όρεξη να καθίσω η μισή πάνω στο χειρόφρενο και να τρέχουν τα σάλια του χλεχλέ. Έτσι του είπα να περπατήσουμε στο σεληνόφως. Μου έριξε χαμόγελο λιγουράτο και έκανε ένα χαρωπό βηματάκι μπροστά. Μωρέ άχου το, να δεις που θ’ αρχίσω να το λυπάμαι. Έτσι κάνω εγώ με ότι απ’ την αρχή το κόβω για ξεγραμμένο.


Στο ξέφωτο μετά την πλατεία βαρέθηκα να είμαστε στη μούγκα κι άρχισα να ψιλογρυλίζω. Αστειευόμενη, εννοείται. Αγριεύτηκε όμως το ζουμπαδιασμένο. Με κοίταξε πατόκορφα κάνοντας μια γκριμάτσα ίδια με του αποτέτοιου όταν είδε τον φρέντι κρούγκερ να ξεπροβάλλει πίσω απ’ τον καυστήρα βγάζοντας τα ψαλιδοδάχτυλα. Ντυμένη ως συνήθως στα μαύρα, έτσι όπως με χτύπαγε η πανσέληνος κατακούτελα και μου έριχνε ανταύγειες στα μπροστινά μου κατάλευκα δοντάκια, προφανώς δεν έδινα θέαμα το οποίο θα μπορούσε να διαχειριστεί ο ζαχαρένιος μου. Και ως αναμενόμενο, έτσι ανυπεράσπιστο και χαζοκούρουπο που ήταν, του ήρθε ταμπλάς.


Δεν είχα άλλη επιλογή. Έπρεπε να κάνω την κίνηση αμέσως. Γούσταρα να τον άφηνα λίγο ακόμη ορθό, γιατί πρέπει να ομολογήσω πως ένιωθα μοναξιά εκείνο το βράδυ, αλλά τι να κάνουμε. Όλη η μακρόσυρτη ζωή μου έχει διδάξει ένα πράγμα. Πως αν δεν αρπάξεις την ευκαιρία όποτε σου παρουσιάζεται τότε θα την βλέπεις να απομακρύνεται υψώνοντάς σου το μεσαίο της δάχτυλο χασκογελώντας χαιρέκακα. Και δεν είχα καμιά όρεξη να έρθω σε αντιπαράθεση με κανένα κωλοδάχτυλο νυχτιάτικα.


Ο λαμέ μπιρμπιρίκος δεν πρόλαβε να αποκτήσει και δεύτερη γκριμάτσα. Του όρμησα ξεσκίζοντάς του αρχικά το παντελόνι. Όπως το περίμενα. Δεν θα ’χα επιδόρπιο να γλύφω στο δρόμο της επιστροφής. Είχα ακούσει πως ότι λείπει από μπόι σε μερικούς το εισπράττουν κομματάκι πιο κάτω. Αλλά ο φλουφλίκος μου ήταν σε όλα μάπας. Δε παραπονιέμαι όμως. Αχάριστη δεν ήμουν ποτέ. Ότι σου έρχεται το βουτάς. Ότι δεν σου κάθεται, ποτέ μη σώσει.


Μια άλλη παροιμία λέει, πως τα ακριβά αρώματα είναι κλεισμένα σε μικρό μπουκαλάκι. Και τούτη τη φορά έπεσε μέσα. Πριν αρχίσει ο πουπουλένιος μου να απορεί περισσότερο έμπηξα τα δόντια μου στο τριανταφυλλένιο του λαιμουδάκι. Κι άρχισα αργά...ηδονικά...απολαυστικά...να ρουφάω το γλυκό του λαχταριστό αιματάκι μέχρι τελευταίας σταγόνας. Κι είχε μια γεύση το άτιμο...μμμμ...


...μα μια γεύση...






.