Τρίτη, 1 Σεπτεμβρίου 2009

Βρε βρε!





Ο υπερσυντέλικος έχει όνομα ηλίθιο. Απορώ ποιος φτιάχνει τις λέξεις και έχει και την ικανότητα να τις επιβάλλει. Μα να ήταν μόνο αυτή η λέξη; Σιγά. Υπάρχουν καν και καν κακόηχες. Κακόηχες για μερικούς, αδιάφορες για άλλους, θα μου πεις. Φου! Τι κουταμάρες λέω τώρα; Είμαι περίεργη πού θα καταλήξει τούτο το πόνημα. Μα έτσι συμβαίνει με μένα. Όταν με τρώνε τα δάχτυλά μου τα χτυπάω στα πλήκτρα και περιμένω να δω τι διάολος θα βγει αυτή τη φορά...


Επίσης, αυτό που δεν χωνεύω είναι τα πλάσματα με τα πέντε κέρατα. Δε ξέρω γιατί, αλλά με τα δύο είμαι πιο συμβιβασμένη. Ας κάνουν και παρακλάδια. Όλα κι όλα. Θέλω το αισθητικά καλαίσθητο. Καλαίσθητο για μερικούς, καρακιτσαριό για άλλους, θα μου πεις. Τα πλάσματα όμως αυτά μου τη δίνουν για ακόμη ένα λόγο. Φοράνε καλτσάκια μέχρι τα γόνατα. Ούτε μέχρι το μπούτι, ούτε καν μέχρι τον αστράγαλο. Το ντεμί, είναι κάτι που δεν χώνεψα ποτέ. Έτσι κάνω και με τις φούστες μου. ΄Η θα είναι μέχρι τα δάχτυλα των ποδιών μου, ή θα καταλήγουν μέχρι εκεί που τελειώνουν τα δάχτυλα των χεριών μου.


Αυτό που μ’ αρέσει όμως - για να πω και κάτι καλό - είναι το ροζ πλαδαρό χρωματιστό κάτι που τρέχει μπροστά μου. Εκεί, στη μέση του ουρανού όταν περπατώ για να πάω να συναντήσω το εκείνο μου. Μυρίζει καμένη καραμέλα και μου ερεθίζει την ύπαρξη. Κι όταν ερεθίζεται η ύπαρξή μου, θέλει λιωμένο σούρουπο σε σφηνάκι. Τρέλα σκέτη. Ψες μέθυσα μ’ αυτό. Γιατί είδα το ροζ πλαδαρό χρωματιστό κάτι κι ακολουθώντας το βρήκα μαγαζάκι τρέντι με ουσίες. Και πήρα ακριβώς τρεις. Κι όχι παραπάνω.


Επίσης μ’ αρέσει το άρωμα που παίρνει η φαντασίωσή μου όταν έρχεται και χώνεται μέσα μου. Και μιλάω για την αγαπημένη μου φαντασίωση. Εκείνης που το άρωμα σκορπίζει ανάσες γυμνές. Αισθαντικές. Πολύπλευρες. Υγρές. Άρωμα που το έχουν κάποιες υπάρξεις, ή ανυπαρξίες όταν καταφέρνουν να σε ταράξουν συθέμελα. Σκέφτομαι πως έχω καιρό να μυρίσω την αγαπημένη μου φαντασίωση με κορδέλα πραγματικότητας. Δίκοπο μαχαίρι αυτό. Την πραγματικότητα ουδέποτε την πήγα. Ίσως επειδή δεν με πάει κι εκείνη. Μα είναι φορές που όταν την στύβω στη χούφτα μου σκορπάει ήλιο.


Θέλω να καταθέσω ακόμη, πως μ’ αρέσουν τα διπλά. Διπλά φιλιά, διπλά κρεβάτια, διπλά ποτά. Θυμάμαι που αγόραζα και διπλές τυρόπιτες στην καντίνα του σχολείου για να είναι ζευγαράκι. Τις έτρωγα και τις δυο. Έκανα καλύτερες καύσεις τότε. Όχι περισσότερες. Καλύτερες μεταβολικά! Να ξηγιόμαστε. Έκτοτε τρώω μισά. Εκτός απ’ αυτά που θέλω να μου γεμίζουν το σύμπαν. Εκεί δεν τσιγκουνεύομαι. Ότι και να σκεφτείτε επ’ αυτού, μέσα θα πέσετε. Οπότε δεν χρειάζεται να αναφέρω λεπτομέρειες.


Παρεπιπτόντως, μιας και το ’φερε η κουβέντα, έφτασα τα 200 πο(υ)στάκια…





.