Πέμπτη, 30 Απριλίου 2009

Ντάμα σπαθί και σκούρο κατακάθι




Δεν μπορώ να καταλάβω τι γίνεται εδώ μέσα, μου είπε γουρλώνοντας τα μάτια της. Άντρες, άντρες, άντρες. Κοντοί, ψηλοί, μελαχρινοί, ξανθοί. Πρασινομάτηδες, γαλανομάτηδες, σκουρόχρωμοι, ανοιχτόχρωμοι. Άντρες κάθε ηλικίας. Μικροί, μεγάλοι, τεκνά, μεσήλικες, προβληματισμένοι και απροβλημάτιστοι. Μα τι γίνεται μ’ εσένα τέλος πάντων; Δεν σου έχω πει να κατασταλάξεις κάπου ώστε να βγαίνουν πιο ξεκάθαρα τα σχέδια;

Την Μπέσυ την ξέρω καιρό. Χαρτορίχτρα στο επάγγελμα και καφετζού πρώτης. Τώρα τι εννοώ με το «πρώτης»; Αυτό ως γνωστόν είναι θέμα υποκειμενικό. Εγώ το λέω με την έννοια ότι πλασάρει αυτό που κάνει με ύφος περισπούδαστο, πότε σκύβοντας και πότε πηγαίνοντας την πλάτη προς τα πίσω επιδεικνύοντας άλλοτε έκπληξη κι άλλοτε σιγουριά. Πότε γουρλώνει τα μάτια, πότε κάνει παύσεις, περισυλλογάται, σμίγει τα φρύδια και πότε μιλάει ακατάπαυστα χωρίς ανάσα. Κάτι φορές σταματάει και πίνει με το καλαμάκι μια γουλιά νερό από ένα γυάλινο μπουκάλι που έχει δίπλα της. Δεν ξέρω γιατί το κάνει αυτό. Για να μη ξεραίνεται το στόμα της απ’ το μπλα μπλα ή για να καταλαγιάζει την κάψα της μ’ αυτά που βλέπει στο χαρτί ή στο φλυτζάνι μου;

Μερικές φορές σταματάει την αγόρευση και με κοιτάει. Αυτό το κραγιόν είναι πολύ σκούρο για σένα. Κόκκινο να φοράς. Σου πάει. Γουστάρω το μωβ, της λέω και φυσάω τον καπνό μου στο πρόσωπό της για σπάσιμο. Κάνει μια κίνηση για να διώξει το σύννεφο από πάνω της καρφώνοντάς με επικριτικά. Μη καπνίζεις εδώ μέσα.Θα μου βρομίσουν οι κουρτίνες. Χέστηκα, της λέω. Για κοίτα παρακάτω. Αυτό το Ν που είδες τι σόι πράμα είναι;

Δεν ξέρω ακόμη τι θα γίνει μ’ αυτόν, μου λέει αργά κάνοντας το φλυτζάνι κύκλους, γιατί τον βλέπω μέσα σε μια ομίχλη και γύρω του έχει μια μάντρα. Προβλήματα, μοιάζει να τον τριγυρίζουν, μα πιο κάτω υπάρχει ένα άνοιγμα. Θα τη σπάσει την μάντρα, να δεις, και τότε θα σε πλησιάσει. Και μάλιστα το βλέπω να γίνεται πολύ σύντομα. Πιο σύντομα απ’ ότι φαντάζεσαι. Ρε συ είναι κι ωραίο παιδί. Ψηλότερός σου, ε; Και με όμορφο χαμόγελο. Ασταθής τύπος όμως. Χμμμ...Πάντως ένα σου λέω. Πουτσαράς πρώτης!

Α, τη γουστάρω τη Μπέσυ. Δεν πάω εκεί για να μου πει τα μελλούμενα. Άλλωστε όλα σ’ αυτό το σύμπαν είναι ρευστά. Κουνιέται ο Δίας και κλάνει ο Ποσειδώνας. Αναστενάζει η Αφροδίτη και γαμιέται ο Ερμής. Χασμουριέται ο Άρης και ρεύεται η Σελήνη. Με λίγα λόγια, αν τα άστρα θέλουν να στην κάνουν την κουτσουκέλα, σιγά μη σε ρωτήσουν. Θα στην φέρουν από πίσω χωρίς καν να το καταλάβεις. Εγώ πηγαίνω εκεί για να την βλέπω να κάνει τις κινήσεις της. Με φτιάχνει να την παρατηρώ να βάζει τα χαρτιά στη σειρά και να τα γυρνάει ένα ένα. Το πριν, το τώρα, το μετά. Αν δε, έχει την πόρτα του θανάτου κάπου κοντά να παραμονεύει, ναι μεν σε πιάνει ένα σύγκρυο, όμως μετά αναθαρρεύεις. Έλα μωρέ, για κάποιον μακρινό σου είναι. Και γκλουπ, κατεβάζει άλλη μια γουλιά νερό.

Κατά τη διάρκεια της πρόβλεψης, έχουν χτυπήσει κάμποσες φορές τα δυο κινητά και το ένα σταθερό της. Κάτσε να δω στο ημερολόγιο πότε έχω κενό, λέει συνέχεια, και σημειώνει τα ραντεβού. Όταν κλείνει, μου λέει. Αχ αυτός ο κύριος Θανάσης. Μεσήλικας και τρελαμένος με μια μικρούλα. Έρχεται εδώ και με ρωτάει αν θα την καταφέρει. Θα την καταφέρει; Μου ξεφεύγει η χαζή ερώτηση. Αντί για απάντηση με κοιτάει στα χείλη. Να πούμε και την τράπουλα της Κατίνας; Αυτή θα στα βρει όλα.

Και δε τη λέμε;

Στην επιστροφή προχωράω χαμογελαστή. Όχι, δεν μου έκανε σκόντο ούτε αυτή τη φορά. Μα έχω μια διάθεση ανάλαφρη. Απαλλαγμένη από σκέψεις. Από προβληματισμούς. Από ερωτηματικά. Ο Δίας χαμογελάει και η Αφροδίτη κάνει αφρόλουτρο με ροδοπέταλα. Ο Ερμής χαϊδεύει τους μηρούς του και ο ΄Αρης βάζει το σκουλαρικάκι που μου αρέσει. Το φεγγάρι μου κλείνει το μάτι και το πρώτο άστρο της νύχτας χώνεται στο στήθος μου και με γαργαλάει. Μου ξεφεύγει ένα γελάκι. Η πασχαλιά μου στέλνει το άρωμά της και με μεθάει. Με ζαλίζει και μου φέρνει οράματα. Μου έρχεται να τραγουδήσω έναν σκοπό. Τινάζω πίσω τα μαλλιά και κοιτάω τριγύρω. Η φύση συνωμοτεί να με κυριεύσει. Και θέλω να την αφήσω ετούτη τη φορά. Θέλω να τη νιώσω σε κάθε μου κύτταρο. Θέλω να τη ρουφήξω μέχρι την τελευταία της σταγόνα.

Δεν με νοιάζει αν ο Ν σπάσει την μάντρα, ούτε κι αν τον έχει δυο μέτρα. Σκοτίστηκα αν ο Α ξεπεράσει τις φοβίες του κι έρθει να με βρει. Δεν δίνω σέντσι αν ο Μ μου προτείνει έξοδο και σκάσει μύτη με ξεκούμπωτο πουκάμισο. Δε καίγομαι διόλου για το αν η Λ με ποθεί ακόμα και με ξαναπάρει τηλέφωνο τα ξημερώματα. Δε πα να με διώξουν κι απ’ τη δουλειά. Θα βρω άλλη στο πιτς φιτίλι. Η αισιοδοξία που σου δίνει ένας καφές κι ένα τσιγάρο σπάζοντας πλάκα με το σύμπαν, είναι η καλύτερη μαστούρα.

Ξεκλειδώνω και πετάω τη φούστα μου στον αέρα. Η μια μου γόβα στο σαλόνι η άλλη στο διάδρομο. Η μπλούζα μου στο πολύφωτο, αρνείται να κατέβει. Θέλω να χωθώ στην μπανιέρα μου για δυο ώρες και να μη σκέφτομαι τίποτα. Μπορεί να μην χάφτω τις προβλέψεις, δεν απαξιώνω όμως τη δύναμη του νου να φτιάχνει σενάρια. Κι αυτή τη φορά πήρα λίγη έμπνευση ακόμη για να χωθώ στα χρωματιστά μου σύννεφα και να πετάξω στο αλλού.

Λίγο πριν βγάλω το εσώρουχό μου, χτυπάει το τηλέφωνο. Είναι ο Ν που με τη ζεστή του τη φωνή μου λέει καλησπέρα. Χάθηκες, λέω νωχελικά και δήθεν αδιάφορα. Ναι, μου απαντά. Είχα κάτι προβλήματα. Έπεσα με τη μηχανή. Ευτυχώς δεν χτύπησα, αλλά έκανα ζημιά σε μια μάντρα...

...θαρρώ την έσπασα...

.

Σάββατο, 25 Απριλίου 2009

Ζήτημα έμπνευσης





Άνοιξα αργά την πόρτα και πάτησα ξυπόλυτη στα βρεγμένα πλακάκια. Είχα τυλίξει γύρω μου μια θαλασσιά πετσέτα που κάλυπτε το στήθος κι έπεφτε μέχρι τους μηρούς. Οι μωβ λάμπες γύρω απ’ τον καθρέφτη σε συνδυασμό με το λιλά χρώμα που επικρατούσε, έδιναν στην θαμπή ατμόσφαιρα ένα φως παραμυθένιο. Σαν να μπαίνεις μέσα σ’ έναν κήπο ονειρικό. Σαν να βαδίζεις σε μονοπάτι μαγεμένο. Από μικρή το αγαπημένο μου μέρος ήταν το μπάνιο. Και το έχω διαμορφώσει έτσι που θα μπορούσε να είναι και δωμάτιο κανονικό.


Τώρα όμως είχα επισκέπτη. Ο οποίος είχε τραβήξει την κουρτίνα της μπανιέρας για να κάνει ντουζ μα παρόλα αυτά, ένα σωρό στάλες είχαν ξεφύγει φτιάχνοντας λιμνούλες εδώ κι εκεί. Οι ανάσες του απ’ το ζεστό νερό είχαν δώσει ομίχλη κι ο καθρέφτης νόμιζες πως θα φανέρωνε με λέξεις τα μυστικά του. Χαμογέλασα όταν μπήκα. Γνωστό το σκηνικό όταν έρχεται άντρας σπίτι. Μ’ αρέσει όμως να νιώθει κάποιος άνετα μαζί μου και κανόνες δεν βάζω. Εξάλλου, οι στάλες είναι μέρος της φύσης μου. Πώς θα μπορούσαν να μ’ εκνευρίζουν;


Έκλεισα πίσω μου την πόρτα, γνωρίζοντας πως πήρε είδηση την είσοδό μου γιατί σταμάτησε για λίγο να σφυρίζει. Ήταν ικανοποιημένος μετά την ένταση που είχε προηγηθεί με το παιχνίδι αντιπάλων που παίξαμε στο κρεβάτι. Ιδρώτας, χαμόγελα, φωνές, γρατζουνίσματα. Σενάρια στρατηγικής, κατάκτησης, εφόρμησης, παράδοσης, άμυνας και επίθεσης ξανά. Νικητές κι οι δυο. Μέχρι τον επόμενο γύρο.


Άνοιξα την κουρτίνα και τον κοίταξα. Βρεγμένος από πάνω μέχρι κάτω με λεκέδες σαπουνάδας σε διάφορα μέρη του σώματός του. Μια λάμψη στα μάτια φανέρωνε όχι τόσο την έκπληξη μα την επιθυμία του για τη συνέχεια της μάχης μας σε καινούργιο μέρος πλέον. Μα δεν θα του έδινα αυτό που είχε στο νου. Τουλάχιστον όχι έτσι εύκολα. Και ούτε με τον τρόπο που φανταζόταν. Εξάλλου αργούσε και ήθελα να τον βασανίσω λιγάκι που με έκανε να περιμένω. Πώς τόλμησε ν’ αφήσει μια βροχή να αδημονεί τόσο για τις δικές της στάλες;


Άφησα το μπουρνούζι να πέσει στα πόδια μου και μπήκα στη μπανιέρα κάνοντας πλέον πως δεν τον κοίταζα. Σαν να μην είχα προσέξει από πριν την ύπαρξή του. Σαν να μην ήταν εκεί. Μ’ αρέσει να παίζω αυτό το παιχνίδι. Να αγνοώ κάποιον υπονοώντας πως ούτε καν υπάρχει γύρω μου εκείνη τη στιγμή. Κι αυτός να κάνει το παν για να μου δηλώσει την παρουσία του, μέχρι που να μην αντέξει άλλο και να με αρπάξει στα χέρια του.


Έσκυψα να πιάσω το σαπούνι που ήταν στα πόδια του αγγίζοντας δήθεν τυχαία τα δάχτυλά του. Σηκώθηκα και του πήρα τη συσκευή του ντουζ από το χέρι πριν προλάβει να αντιδράσει. Κι ύστερα άρχισα να σαπουνίζομαι αργά αργά σε όλα τα σημεία μου. Πρώτα στο λαιμό, μετά στο στήθος περνώντας το κυκλικά γύρω από κάθε μου ρόγα και κατόπιν προς τα κάτω με νωχελικές κινήσεις εξακολουθώντας να κοιτάζω στο κενό. Εκείνος προσπάθησε κάνα δυο φορές να με πλησιάσει μα έντεχνα απομακρυνόμουν. Το νερό έπεφτε πάνω μου και γινόταν το σώμα μου αφρός, σαν να ντυνόμουν μ’ ένα φουστάνι από λευκές φυσαλίδες.


Άφησα τη συσκευή του νερού στα χέρια του ξανά και το σαπούνι στα πόδια του, εκεί που το είχα βρει. Κι άρχισα να τρίβω απαλά την περιοχή ανάμεσα απ’ τα πόδια μου. Πρώτα με το ένα χέρι κι ύστερα με το άλλο. Και μετά και με τα δυο μαζί. Αγγίζοντάς το με τα δάχτυλά μου κι ύστερα με τις παλάμες. Κάνοντας κύκλους και κινήσεις οριζόντιες. Και κάθετες. Κι όταν φτιάχτηκε μπόλικος αφρός, άνοιξα το μικρό το ντουλαπάκι που βρισκόταν πίσω του, αγγίζοντας με το σώμα μου το σώμα του για να το φτάσω, και πήρα το ξυραφάκι μου το ροζ.


Τότε ήταν που τον κοίταξα στα μάτια...


Χωρίς να μιλώ άνοιξα το χέρι του και ακούμπησα το ξυραφάκι μου στη χούφτα του. ΄Εχοντας αφρό στα χείλη ακούμπησα τα δικά του ελαφρά και του έκλεισα το μάτι πονηρά. Το βλέμμα του ακολουθούσε τις κινήσεις μου την ώρα που καθόμουν απέναντί του ανοίγοντας τα πόδια μου. Άφησα το ένα μου πόδι να πέφτει έξω απ’ την μπανιέρα σκορπώντας αρωματισμένη υγρασία κι έβαλα το άλλο να ακουμπάει στα πλακάκια απ’ την αντίθετη πλευρά. Ορθάνοιχτο μπροστά του ήταν το οχυρό που του αρέσει να κατακτά. Ο λόφος που κάνει τις εξορμήσεις του. Η θάλασσα που βουτάει στις σπηλιές της. Το βαζάκι που κρύβει το αγαπημένο του γλυκό.


Γονάτισε μπροστά μου σαν τον γλύπτη που με προσοχή θέλει να λαξεύσει την πέτρα. Σαν το ζωγράφο που ψάχνει το μέρος που θα απλώσει τη σκιά στον πίνακά του κοιτώντας από πού έρχεται το φως. Σαν τον ποιητή που απομνημονεύει την εικόνα για να φτιάξει λέξεις. Σαν τον διψασμένο που σκύβει να πιει νερό απ’ την δροσερή του την πηγή.


Κι άρχισε απαλά απαλά με προσεκτικές κινήσεις, ενώ το σώμα του ακολουθούσε πόντο με πόντο, βήμα με το βήμα, να βγάζει ανάμεσά μου τον αφρό με το ξυραφάκι, αποκαλύπτοντας πιθαμή προς πιθαμή, ένα καινούργιο άγραφο βιβλίο που ήταν έτοιμο να ξεδιπλώσει τις λευκές του σελίδες, δίνοντάς του έμπνευση για να γράψει μια ακόμη ιστορία...






.

Τρίτη, 21 Απριλίου 2009

Φωτιά μου!





Κι έφτιαξε μια φωτιά μεγάλη. Ήταν η μεγαλύτερη απ’ όλα τα σπίτια. Έχουν έθιμο εκεί, κάθε επιτάφιο να ανάβουν πυροστιά. Με φλόγες ίσαμε τον ουρανό. Κι όποιο σπίτι φτιάξει τη μεγαλύτερη, να πηδούν οι νέοι πάνω της. Και μέσα της. Και γύρω της. Έτσι και φέτο. Το σπίτι απέναντι απ’ την εκκλησιά έφτιαξε μια τεράστια. Που τη ζηλεύαν όλοι. Ξύλα, προσανάμματα, κληματαριές. Αχ, και μυρωδικά. Ναι, μυρωδικά! Με λίγο κανελόξυλο και κάτι γαρούφαλα ξερά. Και κάτω στη γης, μισά κεραμίδια που μέσα τους έκαιγαν λιβάνια. Λίγο καθόσουν εκεί και νόμιζες πως έβλεπες οράματα. Το χριστό τον ίδιο να υποφέρει κι ύστερα να ανασταίνεται. Την Παναγιά να κλαίει κι ύστερα να της σκουπίζει το δάκρυ ένα χελιδόνι. Και κάτι καρφιά πεταμένα να γίνονται τριαντάφυλλα και να σκορπίζουν άνοιξη.


Κι είχα μια φούστα κόκκινη που είπα να τηνε βάλω. Στενή στη μέση με ζώνη υφασμάτινη και με σκισίματα απ’ τους γοφούς και κάτω. Κι ένα μπλουζί εφαρμοστό που μου τόνιζε το στήθος. Και τα μαλλιά μου λυτά μ’ ένα αγριολούλουδο για στολίδι. Τα ξέρεις τα μοσχομπίζελα; Είχα κι ένα τέτοιο δεμένο στο λαιμό για άρωμα απ’ του αγρού τη γέννα. Η αγαπημένη μου μυρωδιά. Πέταξα τα τακούνια μακριά κι έβαλα τα χαμηλά μου τα παπούτσια. Και πλησίασα στα παιδιά κοντά. Σε κείνα που χαμογέλαγαν κάτω απ’ τα αστέρια. Καλός ο καιρός φέτος για όσους αγαπούν τα ήπια. Γλυκιά βραδιά τη λεν οι πιο παλιοί, ίσως και οι πιο ρομαντικοί. Εγώ τη λέω ήσυχη. Μα ευτυχώς που υπάρχουν κι οι φωτιές για να ερεθίζονται κάτι νύχτες.


Τους έβλεπα για ώρα και τους χαιρόμουν. Να πηδάει πότε ο ένας και πότε ο άλλος. Να βλέπω κόκκινα μάγουλα και χείλια δαγκωμένα. Ιδρώτες ανάμεσα απ’ τα στήθια και χαμόγελα πλατιά. Ο καπνός απ’ το λιβάνι μου έδειχνε πρόσωπα να με καλούν και λέξεις να στροβιλίζονται γύρω μου. ΄Ανοιγε μυστικά παράθυρα και μου έφτιαχνε γέφυρες για να πατήσω. Και μου έδινε αιτίες για να ξεχνώ τους εφιάλτες κι άλλες τόσες για να πλάθω όνειρα. Κι έβλεπα τον εαυτό μου να γίνεται ένα με τη φωτιά. Να σταματάω στη μέση της εστίας και να μη περνάω απέναντι. Να γίνομαι φλόγα και να λικνίζω το κορμί μου. Να σπάω τη μέση μου κι ύστερα να υψώνω το κεφάλι μου στον ουρανό. Να σηκώνω τα χέρια και να στροβιλίζομαι. Να μεταμορφώνομαι σε άυλη ύπαρξη με μάτια φεγγάρια κι έναν κρίνο για στόμα.


Έφυγαν κι έμειναν τα κάρβουνα μες τη σιγαλιά. Ήθελα να νιώσω το αχ! στα πόδια μου και να το φωνάξω. Σκέφτηκα το κάλεσμα απ’ του αόρατου τα μέρη και τις φωνές που με προστάζουν έλα! Κι έδωσα μια και πάτησα ξυπόλυτη στη μέση μιας δύναμης που δίνει το χρώμα, το πάθος και τους αντικατοπτρισμούς της εδώ και αιώνες. Και ψιθύρισα με σφιγμένα λόγια δυο προσευχές. Τόσες άντεξα. Ίσως αν έμενα κι άλλο, να μου ’φευγε και μια κατάρα μα δεν ήθελα να ακουστεί εκείνη ειδικά τη νύχτα απ’ το στόμα μου κακό. Κι ύστερα πάτησα στο χώμα. Κι ένιωσα σαν η φωτιά να μπήκε μέσα μου. Κι έγινε κομμάτι της ψυχής μου.


Γύρισα μετά την κόκκινη γιορτή κι άνοιξα το παραθύρι μου. Μπήκε ο άνεμος και χάιδεψε τις ζωγραφιές μου. Σήκωσε κι ένα κύμα απαλό στο ποτάμι που κυλάει στο σαλόνι μου - δώρο από κάποιον ταιριαχτό. Έκαναν ντιν και δυο καμπανούλες που κρέμονται απ’ το ταβάνι. Τσούγκρισα και ένα αυγό με το χαμόγελο του καθρέφτη. Με πονούν οι φουσκάλες που έχω στα πόδια μου. Και θα πονούν για καιρό. Μα καμιά δοκιμασία δεν περνά ανώδυνα. Αυτό όμως που με καίει πιο πολύ κι απ’ τα εγκαύματά μου είναι πλέον η φωτιά που...


...καίει στα σωθικά μου...


.

Δευτέρα, 13 Απριλίου 2009

Τα πάθη μου




Ντύνομαι μ’ έναν λευκό μανδύα και προχωρώ στο πλήθος. Ξυπόλυτη πατώ στ’ αγκάθια που μου ρίχνουν στο διάβα κι αίματα τρέχουν απ’ τα πόδια μου. Με κοιτούν και με χλευάζουν. ΄Αλλοι μου ρίχνουν τριαντάφυλλα κι άλλοι κλαίνε που με βλέπουν. Τι περίεργες αντιδράσεις που έχει το πλήθος για το ίδιο άτομο. Μα κανείς δεν το βλέπει «ίδιο». Ίσως γι’ αυτό...

Τα μαλλιά μου ξέπλεκα, κάποιος μου σκίζει το ύφασμα, βγαίνει το ένα μου στήθος έξω, δεν ντρέπομαι για τη γύμνια μου, έχω ύφος απαθές, κοιτάω ίσια μπροστά, στο κενό, τίποτα δε βλέπω,μόνο έναν ήλιο να χαμογελά και να με στραβώνει, ω! πόσο μισώ τον ήλιο, παρακαλώ για τη βροχή μου, τη βροχή που δεν έρχεται, ω! πάθος μου ατελείωτο, σκοτεινή βροχή μου, κόκκινη μικρή μου ύπαρξη που σε κρύβουν μα πάντα βρίσκεις τον τρόπο να εμφανίζεσαι, ω! γλυκιά μου άνοιξη που σε βλέπω σε κάθε βλέμμα μικρού παιδιού, σε κάθε ερωτευμένο έφηβο, σε κάθε ύπαρξη που κάνει έρωτα κάθε μεγάλη Παρασκευή σε λιβάδια με χορτάρια και ανεμώνες. Αχ! πάθος μου ατελείωτο που με θες αγνή και πρόστυχη σ’ έναν κόσμο με υποκριτές, με βούρκο, με άπλυτες ευχές, αχ! μικρό μου περιστέρι που πετάς πάνω μου στάζοντας λεμόνι στα ξεραμένα μου χείλη, μωρό μου γλυκό κι αγέννητο που δεν σ’ έφερα σ’ έναν κόσμο που θα σε σκότωνε για να πληρώσεις τα δικά μου ενοχικά συμπλέγματα, αχ! αμαρτία μου που δεν σε έκανα ακόμη μα σε νιώθω να μου φωνάζεις και να με προκαλείς να σε αρπάξω απ’ τα μαλλιά και να σε χώσω ανάμεσα απ’ τα σκέλια μου...

Μπροστά μου ένας σταυρός αόρατος. Σε αόρατο σταυρό μπορείς να σταυρώσεις κάτι ορατό; Αναρωτιέμαι. Εγώ τον βλέπω ή τον βλέπουν και όλοι όσοι με ακολουθούν και μου φωνάζουν; Πώς με είπες; Πόρνη μάγισσα! Μικρή παιδούλα! Παρεξηγημένη αγία! Ιέρεια του πουθενά! Αγνή γραφή! Ξεσκισμένη πουτάνα! Λέξεις, νοήματα, ιδέες, φτυσίματα...μουσικές. Ακούς τις μουσικές; Ακούς τις μουσικές ανάποδα; Να γελάσω δυνατά να τους τρομάξω κι άλλο; Τι περισσότερο θα μου κάνουν; Τι;

Ένα μαστίγιο στον λαιμό μου πήγε να με πνίξει, σα λάσο μου το πέταξε κάποιος να με τραβήξει πίσω μα έδωσα δύναμη και πήγα μπροστά, μου κόπηκε η ανάσα μα χαμογέλασα κι αυτό τον τσάτισε περισσότερο, η πρώτη φορά που στη διαδρομή μου χαμογέλασα, κι αυτό τους πείραξε, τους έκανε να φωνάξουν πιο δυνατά, να βρίσουν κι άλλο, να ανοίξουν περισσότερο τα κενά τους μάτια, μα εγώ προχώρησα, τον έριξα κάτω, και τώρα προχωρώ με το μαστίγιο στολίδι, το ένα μου στήθος ακόμη έξω και τα αίματα ποτάμι, κι ακόμη δρόμο έχω μα δε με νοιάζει, ποτέ δε μ’ ένοιαζε, σα να το χαίρομαι μάλιστα μα δε θέλω να το δείξω, γιατί αυτή την ώρα δε σκέφτομαι τίποτα...

Ο ήλιος πέφτει κι είναι καλύτερα έτσι, η μουσική γίνεται όλο και πιο απαλή, ο σταυρός σα να λάμπει περισσότερο και τώρα ξέρω πως μόνο εγώ τον βλέπω και κατευθύνομαι προς τα εκεί, μα ξέρεις ποιο είναι το πιο ωραίο; Πως τόση ώρα δεν με σέρνει κανείς και πως μόνη μου πορεύομαι κι οι άλλοι εξακολουθούν να ρίχνουν αγκάθια, λες να το κάνουν για να μ’ αποτρέψουν να προχωρώ; Μπα, όχι, σίγουρα όχι...

Παίρνω ένα απ’ τα τριαντάφυλλα και δαγκώνω το κοτσάνι του και συνεχίζω έτσι να προχωρώ, κατεβαίνει και το πρώτο άστρο και μου μιλάει, χαζή με είπε ή κουράγιο μου φώναξε; Πάντως ξέρω πως ήρθε και κάθισε στα μαλλιά μου χωρίς να με ρωτήσει κι εγώ άρχισα τότε να τρέχω και να σκίζονται περισσότερο τα πόδια μου, τα ρούχα μου, τα σωθικά μου...

Κι έφτασα γυμνή στο αόρατό μου, απαλλαγμένη και αιμάτινη, έχοντας πάνω μου τα πάντα και τίποτα. Και πήρα θέση σταύρωσης και περίμενα κάποιος να με καρφώσει, να με δέσει, να με κάψει, μα δεν ήρθε κανείς από δαύτους, μόνο ένα μικρό παιδί τόλμησε και με πλησίασε και γονάτισε στα πόδια μου. ΄Ηταν ήρεμο με καθάρια ματιά και κόκκινο στόμα, μάγουλα ροδάκινα και δέρμα βελούδινο. Μύριζε ζωή, δεν μπορούσα να πάρω το βλέμμα μου από πάνω του μα πήρα στάση ορθή, ακίνητη, σταθερή, σίγουρη.

Μου άγγιξε τις γάμπες κι ήταν τόσο απαλό το χάδι του που άνοιξα τα χέρια μου να δεχτώ την λάμψη που θα με καρφώσει, γιατί ήξερα πια πως λάμψη θα ήταν το κάρφωμά μου κι ένα φευγιό από έναν κόσμο που δεν θέλει τους αλήτες αγγέλους μα ούτε και τους αθώους δαίμονες, που φοβάται το διαφορετικό, που τρέμει στο ανέφικτο, που προδίδει το απλησίαστο, μόνο το παιδί κάθισε στα πόδια μου μέχρι να έρθει το φως μου, να μπει μέσα μου, να με διαλύσει σε χίλια κομμάτια και να τα σκορπίσει στο αλλιώτικό μου σύμπαν, κι ύστερα να σκύψει και να πάρει τον μανδύα μου να τον φυλάξει κάτω από μια ροδιά, να τον θάψει σε υγρή γη, να πέσει σπόρος και ν’ ανθίσει ένα καινούργιο πάθος που...

...θα έχει την ίδια κατάληξη...





.

Τετάρτη, 8 Απριλίου 2009

Μήπως είσαι εσύ;




Αναζήτηση. Ψάξιμο. Αγωνία. ΄Ενα αχ εδώ κι ένα μήπως πιο κάτω. Μαζεύουμε το γιατί και το βάζουμε στην τσέπη. Τσαλακώνουμε το μήπως και το θάβουμε στο πίσω μέρος του μυαλού. Μπροστά το θα. Το αν. Το ναι.


Γράμματα πηγαινοέρχονται στις οθόνες. Σκέψεις μεταφέρονται μέσω μαγνητικής ενέργειας. Κύματα με ερωτηματικά και απεγνωσμένα θέλω. Δέντρα που δείχνουν κορμούς λαξευμένους απ’ τα χρόνια. Βροχή και καταιγίδα. Καύσωνας. Και ένας αέρας να λυσσομανά στον βράχο που είμαστε δεμένοι.


Μήπως είσαι εσύ;


Κάτι μου θυμίζει το γράψιμό σου. Ο τρόπος σου. Το ύφος σου. Οι λέξεις. Το στιλ σου. Κάτι μου θυμίζει εμένα όταν σε κοιτούσα. Κάτι μου θυμίζει αυτό που έχασα. Ήρθες ξανά; Έχεις άλλο όνομα τώρα; Είσαι εδώ ή εκεί; Με παίζεις; Μήπως σε παίζω εγώ; Μήπως ενδόμυχα παρακαλώ να μην είσαι εσύ αλλά να μοιάζεις σε κείνο που είχα; Όλα είναι ίδια; Ή διαφορετικά ίδια;


Αχ! Πού πήγα; Είμαι ακόμη εδώ. Κι όμως νιώθω να μην είμαι. Θέλω να είμαι εδώ; Έχω λόγους να θέλω. Και λόγους να μην. Σου θυμίζω εκείνην, μου το είπες. Μου θυμίζεις εκείνον. Δεν θέλω να στο πω. Αποστάσεις. Κοντά και μακριά. Είσαι στη χώρα μου; Είσαι στη γειτονιά μου; Αφού...αφού είσαι στο μυαλό μου. ΄Η μήπως νομίζω πως είσαι μέσα μου;


Παράνοια.΄Αγνοια. Θάνατος όλα. Να δώσουμε μια να τα τινάξουμε,ε; Δεν είναι όμορφη σκέψη αυτή; ΄Ολα να φύγουν, να λιώσουν, να αλλάξουν. Να γίνουν στάχτη και να χορεύουμε πάνω της. Κι ύστερα να γεννηθούμε πάλι. Να γίνουμε φλόγες. ΄Ετσι θέλω να ξαναγεννηθούμε. Σαν φλόγες. Να γίνουμε φωτιά.


Πόσο θέλουμε να είναι το όλα όλα και το τίποτα τίποτα. Πόσο θέλουμε να υπάρξει μια χαραμάδα που να μπει η λάμψη και να φωτίσει το σκοτεινό μας δωμάτιο. Πόσο ανάγκη έχουμε να αγγίξουμε με το δάχτυλό μας την πνοή εκείνη που έρχεται και μας ξυπνά. Ή μας κοιμίζει. Ή μας ζαλίζει. Κι όταν έρχεται, έχεις παρατηρήσει που δεν είμαστε πλέον τόσο δεκτικοί; Έχεις παρατηρήσει που η αμφιβολία έρχεται πρώτη; Έχεις νιώσει τον δισταγμό που ψιθυρίζει τις ιστορίες του;


Μήπως είσαι εσύ;


Όχι, όχι. Κι αν είσαι εσύ, τι; Πάλι απ’ την αρχή; Για ποιό λόγο; Για μια νέα αρχή; Για ένα διαφορετικό τέλος; Κι αν δεν είσαι εσύ, τι; Για ένα καινούργιο μεθύσι στου μυαλού τα κρίματα;


Φτάνει! Θέλουμε επαφή. Θέλουμε μετωπική. Θέλουμε σεισμό. Θέλουμε γκάζι στη στροφή. Φωνή με πάθος και ορμή. Γαμήσι με ψυχή. Εικόνα ξάστερη. Όχι σκούρα και θολή. Θέλουμε όνειρο, λαχτάρα, πέταγμα...


...κι όχι μισή ζωή...









.

Σάββατο, 4 Απριλίου 2009

Τα μέσα έξω




Αφού είναι εκεί. Μέσα. Αυτά τα πράγματα είναι μέσα. Όσο και να θες να μην τα ορίζεις. Είναι στιγμές που σε ορίζουν εκείνα. Σε περιορίζουν. Σε αφομοιώνουν. Σε χτυπούν. Και σε ξεσκίζουν.


Ντύνεσαι. Μια ελαφριά στρώση απ’ το αγαπημένο σου κραγιόν. Κι άλλη μια. Για έντονο ξέσπασμα του χρώματος στις ράγες των χειλιών. Εκεί που αν στάξει κάτι δεν θες να το φρενάρεις. Εκεί που νιώθεις να χύνεται το «εδώ». ΄Ενα φερμουάρ πάνω. Κι ένα κουμπί πιο κάτω. Μέσα σου σκοινί. Δεμένο σφιχτά. Με κόμπους δυο.


Και μια ανάσα στο απόγευμα. Αφού θα νυχτώσει σε λίγο. Μη βιάζεσαι. Δώσε την αναπνοή σου σαν δώρο για ένα ακόμη σήμερα. Δεν είναι κακό. Μερικές φορές, ξέρεις, δεν είναι και τόσο τρομερό να γελάς με την καρδιά σου. Μερικές φορές δεν είναι και τόσο κακό να αποζητάς την απόδραση στα στενά που δεν έχουν προορισμό. Μερικές φορές μη σκέφτεσαι πως ντε και καλά θα φας τα μούτρα σου σε μια ακόμη στροφή.


Ένα αγέρι παγωμένο. Και μια άνοιξη στο ένα τρίτο. Πάλι φοβάσαι. Σε τρώει ξανά. Θες να ξεχαστείς για μια ακόμη φορά. Μα δε μπορείς. Βασανίζεσαι. Πότε θα πάψεις να βασανίζεσαι;


Μα έτσι είσαι. Έτσι θα είσαι. Είδες ξανά στον ύπνο σου τον τύπο με το δρεπάνι να σου γελά. Αυτή τη φορά πρόλαβες και του το είπες όμως. Πρόλαβες. Και το χάρηκες. Θα φοράω κόκκινα, του είπες. Κι εκείνος γύρισε την πλάτη. Ξέρεις όμως ότι σε άκουσε. Και πήρες μια ανάσα.


Γδύσου τώρα. Έλα και μείνε γυμνή για ακόμη μια φορά. Και βούλωσε τ’ αυτιά σου στις φωνές. Στις φωνές που λένε πως θέλουν να σε αγγίξουν. Μα εσύ δε θες να σ’ αγγίξει κανείς. Στις φωνές που σου λένε πως σε σκέφτονται και θέλουν να χαϊδέψουν το χρώμα σου. Μα συ ξέρεις πως χαϊδεύουν άλλο χρώμα. Κι αναρωτιέσαι. Μα μέσα σου ξέρεις. Ξέρεις πως θέλεις να χαρίσεις λίγη φωτιά ακόμη. Βρόχινη φωτιά. Αυτή που ρέει. Και που όλοι λένε πως θέλουν να καούν με δαύτην. Μα δεν το πιστεύουν. Και που λένε πως γουστάρουν να καίγονται. Μα δεν το εννοούν.


Και τελικά πού τη χαρίζεις; Ξέρεις. Στο χτικιό που είναι μέσα σου και...


...δεν θα πάψει να σε κατασπαράζει ποτέ...






.

Πέμπτη, 2 Απριλίου 2009

Λάθος ώρες





Σ’ αγαπώ. Ψίθυρος. Σ’ ευχαριστώ.
Χάδι. Ανάσα. Δάκρυ. Στιγμή. Μήνυμα.
Άκυρο. Πληγή. Σ’ ευχαριστώ. Χούφτα. Ανάμνηση.
Εκεί. Κοντά. Κλειδαριά. Καρφί. Μακριά. Καρδιά. Σίδερο.
Νύχτα. Ξανά. Χαμόγελο. Μουσική.
Ώρα. Ώρες. Δε σ’ αγαπώ.
Άκυρο.


Ακούς; Δε σ’ αγαπώ.







.