Δευτέρα, 4 Ιανουαρίου 2010

Ροζ φλαμίγκο






Ξύπνησα με μια διάθεση φτερωτή. Κάτι μεταξύ χαμένης ονείρωξης και σταγόνας αίματος παρατημένης στα σεντόνια μετά από πρόσφατη αποβολή. Τρίφτηκα να πασαλειφτώ ως άλλη νεκρώσιμη ακολουθία σ’ έναν κόσμο πέρα από μένα. Σ’ έναν κόσμο που δεν περιέχει καν εσένα. Σηκώθηκα να φτιάξω λάσπη με φτύσιμο από φαρμάκι να δημιουργήσω σώμα ανεκπλήρωτης προσμονής. Να το δω να με κοιτάει και να του καρφιτσώσω τα μάτια με πύρινη βελόνα. Και να πω τρεις διαόλισες λέξεις που θα σε φέρουν στο εδώ.

Όχι γιατί μου έλειψες. Όχι γιατί σε πεθύμησα. Ούτε γιατί θέλησα να σε αγγίξω. Μα επειδή έχω την ακατανίκητη επιθυμία να σου πετάξω τον στηθόδεσμό μου στα μούτρα. Να στον περάσω στο λαιμό να μυρίζεις το άρωμά μου καθώς θα πνίγεται η ματαιοδοξία σου και γω να γελάω με το γέλιο της μέδουσας. Να σε κοιτώ ανέκφραστη, δείχνοντάς σου την τέλεια μεταμόρφωσή μου σ’ ένα είδος με ροζ φτερά που κάθεται στο ένα πόδι και κάνει έρωτα καταπίνοντας λέξεις. Τις λέξεις σου. Και τις εικόνες σου.


Σου έκανα ένα τεστ και δεν το διάβηκες καν. Δεν ακούμπησες ούτε μέχρι την ξώπορτα. Δεν με αφορά το γιατί κι ούτε θα το ψάξω. Με ενδιαφέρει που σου έβαλα κάτω απ’ το μηδέν. Θερμοκρασία νέκρας. Κι έτσι απλά, σκίζω την αρρώστια που σε περιβάλλει και την κλοτσώ στο σύμπαν. Μακριά. Μακριά μου. Και μ’ αυτό που κάνω, θαρρώ πως κάτι σαν αξία σου δίνω. Μα δε με νοιάζει αν θα το σκεφθείς καν. Δε με νοιάζει κι αν θα το καταλάβεις. Με νοιάζει που πλέον δεν θα έχω δίπλα μου άλλο ένα άψυχο σώμα σε μετεώριση. Ξέρεις, μ’ αρέσει να διαγράφω.


Κοιτάζω τον εαυτό μου ως φλαμίγκο. Και μ’ αρέσει γιατί στα ροζ υψώνω το μεσαίο μου δάχτυλο προς το μέρος σου. Και σε αφήνω να δημιουργήσεις καινούργια δάκρυα στα μάτια όσων ακόμη δεν έχουν δει αυτό που δεν έχεις ανακαλύψει ακόμη για τον εαυτό σου.


Ότι, απλά, δεν υπάρχεις!

.