Πέμπτη, 21 Ιανουαρίου 2010

Με το μάτι του φακού





Μου άρεσε που την έβλεπα έτσι. Χνουδωτή όσο πρέπει για να είναι δελεαστική, απαλή όσο χρειάζεται για να φαίνεται αθώα, έντονη κατά περίσταση για να δείχνει προκλητική. Θα μου πεις, δεν ήταν η πρώτη φορά που έκανε φωτογράφηση οπότε ήξερε πώς να προβάλλει το κάθε τι πάνω της με ένα νεύμα. Καθόμουν δίπλα στη φωτογράφο που της έφτιαξε τη διάθεση κατ’ αρχήν με μιαν απαλή μουσική κι ένα σφηνάκι τεκίλα. Ημίφως, ατμόσφαιρα ζεστή και ένας ανεμιστήρας να γυρίζει. Τα μαλλιά της να παίζουν με τις ακτίνες της σκόνης που έτρεχε στον αέρα και η γύμνια της να προσδιορίζει του αόρατου τα ντέρτια.

Το στήθος της σφιχτό. Μέτριο στο σχήμα και οι ρόγες ερεθισμένες. Τις είχε τρίψει με τα δάχτυλα αφού πρώτα τα έγλυψε με τη ροζ της γλωσσίτσα. Ανοιγόκλεινε τα πόδια της καθισμένη και θαρρούσες πως ο αέρας παίζει κρυφτό με τις τρύπες της. Μ’ αρέσει να κοιτάζω γυναίκες να επιδεικνύονται. Δε θα το αναλύσω, γιατί δε μ’ ενδιαφέρει να το αναλύσω. Μα ούσα γυναίκα βλέπω ένα γυναικείο κορμί όχι με το σκοπό της συνουσίας, μα με την περιέργεια του πώς θα προβάλλει την ομορφιά του. Κι αν ο συνδυασμός του βλέμματος με την κίνηση είναι ταιριαστός, τότε έχεις σίγουρο και τον ερεθισμό.

Το φως χαμήλωσε περισσότερο και η μουσική έγινε πιο χαλαρή. Το ίδιο και η Ροζ. Αυτό το παρατσούκλι της έβγαλα. Πήγα λίγο πιο πίσω, αφήνοντας τη φωτογράφο να της υπαγορεύει στάσεις. Κι εκείνη να τις εκτελεί. Πρώτα να τις θερμαίνει, ύστερα να τις ανακατεύει, μετά να τις υγραίνει κι ύστερα να μπαίνει μέσα στους δικούς της ατμούς και να αναλύει άρωμα που ένιωθες τη γεύση του. Γεύση ηδονής. Στάση πλαγιαστή και βλέμμα στο φακό. Το ξυρισμένο της μουνάκι φάνηκε σαν ώριμο φρούτο έτοιμο να κοπεί. Το στήθος της έγερνε με τρόπο που σε καλούσε να το βυζάξεις. Τα χείλη της υγρά, έσταζαν καύλα.

Δάγκωσα τα χείλη μου απαλά κι ακούμπησα το χέρι μου μέσα απ’ το εσώρουχό μου. Γνώριμη μουσκεμένη αίσθηση. Το έβγαλα και το ακούμπησα στα χείλη μου. Τα έγλυψα κι έβγαλα έναν μικρό αναστεναγμό. Βύθισα το δάχτυλό μου μέσα στο στόμα μου και το πιπίλισα. Την κοιτούσα που είχε ριγμένο πάνω της το φωτισμό χωρίς να βλέπει προς το μέρος μου. Τα πόδια της τώρα ήταν ορθάνοιχτα. Έδειχνε στο φακό τη σπηλιά που μπαινοβγαίνουν τα θεριά όταν θέλουν να φέρουν καταιγίδα. Τη σχισμή που δέχεται ναυαγούς να ξεδιψάσουν. Το δωμάτιο που φτιάχνει τις χίλιες και μια νύχτες με ένα ξεφύλλισμα. Και κοίταζα όπως κοιτάζει κι ο φακός. Σα να θέλει να ρουφήξει τη στιγμή και να την έχει μέσα του για ώρα. Κι έβαλα ξανά το χέρι στο καυτό μου σημείο. Βύθισα τα δυο δάχτυλα μέσα μου για να νιώσω όπως νιώθει η άνοιξη όταν ξεσπάει κεραυνός. Όπως νιώθει το κύμα που αγριεμένο πέφτει στην ακτή. Όπως βροντάει ο παλμός όταν αποκτά νόημα ύπαρξης.

Και συνέχισα να ποτίζομαι απ’ τη δική μου πηγή, κοιτώντας το άνοιγμα, την παλινδρόμηση και τις φιδωτές στροφές της απέναντι Ροζ λίμνης που με ένα πάμε, πάλι, έλα, δείξε, σκύψε, γείρε, σήκω, ξάπλωσε, σκύψε ξανά, άνοιξε, πιο πολύ, πιο πολύ και πιο πολύ, με έκανε να φτάσω στα όρια ενός αχ ξεσπώντας σε μια μικρή φωνούλα που έκανε τη φωτογράφο να στραφεί απότομα προς το μέρος μου.

Συνέβη κάτι;

Ναι...αλλά συνεχίστε για...

...να ξανασυμβεί...


.