Σάββατο, 9 Ιανουαρίου 2010

Λίγη ζάλη παραπάνω





Σταυροπόδι και χωρίς εσώρουχο δεν είναι και τόσο άβολη κατάσταση όταν κάθεσαι σε ψηλό σκαμπό σε μπαράκι με ημίφως. Ίσα ίσα. Για κάποια που ξέρει πώς να ενώνει τα πόδια της αφήνοντας μια υποψία σκιάς, είναι αίσθηση καύλας ανακατωμένης με υγρασία φωτιάς. Μ’ ένα πουράκι αναμμένο στο ένα χέρι κι ένα ποτό να χρυσίζει στο άλλο, η συναίσθηση του εαυτού σου να αιωρείται ανάμεσα σε βλέμματα είναι κάτι που γίνεται σχεδόν χωρίς να το έχεις επιδιώξει στο ελάχιστο. Να παίζουν τα κόκκινα μπλουζ απ’ τα βραχνά μεγάφωνα και να κάνεις κινήσεις που δε ξέρεις από ποια βάθη των αιώνων τις κουβαλάς μέσα σου. Να τις απλώνεις χωρίς καν να τις έχεις σχεδιάσει. Κι απέναντί σου ματιές με χρώματα που ψιθυρίζουν ροκάδικες γητειές. Είναι κάτι στόματα που δεν χρειάζεται να μιλήσουν για να καταλάβεις τη γλώσσα τους. Κάτω από ήχους και κινήσεις, η γλώσσα είναι κοινή. Και τραγουδά μόνο ένα σκοπό. Το σκοπό του ξελογιάσματος.


Υγρασία στο βλέμμα και στα κορμιά. Ανάμεσα στους μηρούς και στις πτυχές του λαιμού. Στα κρυφά και στα φανερά σημεία του δέρματός σου, της πνοής και των αναστεναγμών σου. Θέλω να πιω ακόμη ένα απ’ το ίδιο που πίνω. Απ’ αυτό που με ζαλίζει ευχάριστα. Απ’ αυτό που θα με κάνει να γράψω έναν στίχο παραπάνω στο ποίημα των ανήμερων πόθων μου. Των αξημέρωτων μυστικών μου. Των άγριων ορμών μου.


Αλλάζω πόδι και γλύφω τα απύθμενα μαρτύρια της τελετής που με έκαψαν. Σε μια άλλη εποχή ίσως ήμουν πλανεύτρα. Σε μια άλλη διάσταση ίσως ήμουν γαλαξίας. Σε έναν άλλο χρόνο ίσως να ήμουν ψίθυρος. Σε μια μετάβαση ίσως να ήμουν η γραμμή που διαχώριζε το πρέπει από το ναι. Ίσως ήμουν το αγέννητο παιδί ενός παράνομου οργασμού που κόπηκε πάνω στο τελευταίο αχ. Ίσως ήμουν το ένα απ’τα δυο δευτερόλεπτα μιας φοράς που το ξημέρωμα είχε σταθεί λίγο παραπάνω για να πάρει μάτι τη νύχτα να φορά το δαντελένιο της εσώρουχο πριν αποσυρθεί στην άλλη μεριά του πλανήτη.


Αχ γεύση μου! Να σε δώσω στον πρώτο που θα μάθει πώς να αγγίζει το γυάλινο δάκρυ μου. Εκείνο που θα λιώσει πάνω στην κάψα του βλεφάρου του χορεύοντας τζαζίστικες νότες βγαλμένες απ’ το σαξόφωνο της έμπνευσης ενός καινούργιου τραγουδιού με άρωμα αυθεντικού καλέσματος. Εκείνου που ξέρει πώς να παρασέρνει κάποια που ξέρει πώς να αφήνεται. Εκείνου που γνωρίζει πως η αναζήτηση του εαυτού περνάει μέσα από ένωση πυρήνα ψυχών. Εκείνου που δε διστάζει να ανακατεύει το δικό του ποτό με το παράλογο της ουσίας μιας άλλης πνοής.


Κατεβαίνω απ’ το ψηλό σκαμπό και περιφέρομαι στο πλήθος. Στάλες κυλούν ανάμεσά μου. Τι κι αν δεν τις βλέπει κανείς; Το άρωμα που αναδύει το σώμα είναι το καλύτερο διεγερτικό που σε κάνει να φαντάζεσαι σκηνές. Μα είναι στιγμές που η φαντασία δε σου αρκεί. Είναι στιγμές που θες να στύψεις το σύννεφο να στάξει μπρούσκο και να το πιεις μέχρι την τελευταία του σταγόνα. Είναι στιγμές που θες να φύγεις από τούτο τον κόσμο του εφήμερου και να πέσεις στη ρουφήχτρα των απτών παραισθήσεων. Κι όταν βλέπεις πως γύρω σου είναι μόνο το κενό, το μόνο που σου μένει να κάνεις είναι να παραγγείλεις ακόμη ένα ίδιο απ’ αυτό που πίνεις. Κι ίσως για αλλαγή, κάτι διαφορετικό...έτσι...


...για λίγη ζάλη παραπάνω...







.