Πέμπτη, 19 Αυγούστου 2010

ΠροΤροπής ανάγνωσμα



Πόσο σκληρή μπορεί να γίνει μια στάλα που κρατά μαγνήτη; Πόσο θαρρετά πρέπει να πέφτει στο κενό για να ακουστεί το μπαμ; Και πόσο θεσπέσια πρέπει να φέρεται, να άγεται, να κολυμπά και να παρασύρεται; Εν γνώσει των συνεπειών του τρόμου, υποκλίνομαι επτάκις πριν σβήσω το φως στα μυστικά των βράχων και σκίζω θύμισες παλιές. Έτσι δε μου πες; Πως γουστάρεις συνετά να ανοίξω τα ιμάτιά μου για να δεις αναλαμπές; Πως επιθυμείς να απο-καλύψω ακόμη έναν βρυχηθμό που βγαίνει απ’ των στενών τα σωθικά; Σκύψε κι ακολούθα...

Και μείνε. Συρόμενος σα πόρτα ανάμεσα σε δυο δωμάτια. Κατά προτίμηση διάφανη με νερά που σχηματίζουν προτροπές. Μεταξύ τραπεζαρίας και δωματίου παραστρατημένης πομπής ενός ονειρικού χάσματος που του ’λαχε να γίνει κάτι σα γυναίκα ευρεσιτέχνης. Ναι, καλέ μου. Για να πιάσεις κόκκινο, πρέπει να κάνεις κινήσεις ταυτόχρονες. Συνήθως με τον απέναντι. ΄Η τον παραδίπλα. Πιάσου κι έλα...

Δεν είναι τα μαλλιά τ’ ακουμπισμένα στη ρόγα που είμαι καταπιεσμένη να σου περιγράψω-και δεν θα το κάνω με την καύλα της αντίστασης- μα είναι εκείνος ο κρίκος που υποδηλώνει δέσμιο Φθινόπωρο που με κάνει να ρίχνομαι στης φωτιάς το γκρεμό. Ναι, λαχτάρα μου. Θυμάσαι τα φύλλα πώς τρίζουν κάθε που με κοιτάς; Ναι, ριζικό μου. Θαρρείς δεν πρόσεξα που ένωσες τα πόδια σου τρέμοντας όταν αντίκρισες τον ιδρώτα στο λαιμό μου; Κάτσε και ανοίξου...

Δεν θα πάω παρακάτω αν δεν μου σφίξεις το λαιμό. Δεν θα προχωρήσω στα σοκάκια με γόβες λαμέ αν δε μου χαράξεις της φλέβας τον παλμό. Δεν θα σου δείξω γλώσσα αν πρώτα δε μου φιμώσεις τη βουβή βρισιά. Νομίζεις δε ξέρω από αγριάδες;



Μπορείς και κάν’ το...


.