Τρίτη, 24 Αυγούστου 2010

Άντε να δούμε!



Κάτι μπουμπουνητά, δυο φλογέρες στον κώλο, έξι κλαψομουνιάσματα και σαρανταδυό χαμένα παγωτά –χωνάκι παρακαλώ- θα μπορούσε να είναι ο απολογισμός μιας αποκλίνουσας καθωσπρεπίστικης παραλογικής άνοιας που σου φέρνει ένα μαλακισμένος γδούπος που έρχεται κάτω απ’ το φοινικόδεντρο του ξασπρισμένου πάτου (σου). Ναι ρε αρχιδόμουτρο, σε σένα απευθύνομαι που χάλασες ανθόνερο για ξέπλυμα λασπόλουτρου. Ναι ρε παλιόπαιδο, σε σένα μιλάω που άρχισες τη μέρα σου πάλι με αχ βαχ ουχ και μουχ, αφού πρώτα διάβασες ακόμη μια σκατένια παρατήρηση που σου ήρθε πεσκέσι με ταχυδρομικό (κο)κοράκι.

Σκάσε μου μαλάκα ένα χαμόγελο και θα σου περάσω σιδεράκια στις κουφάλες. Ναι, ρε άχρηστε. Από κείνα τα διάφανα που κάνουν το διπλάσιο χρόνο επανόρθωσης στο μάσημα κάτι χαμένων ξεσκισμάτων (σου). Από κείνα που κάνουν κλαααατς και χύνουν άγριο βατόμουρο ανακατωμένο με μυρωδιά σκόρπιας χαμούρας. Ρε συ, σου είπαν πως δεν σου πάνε τα γόνατα; Μα πόσο γλούπος είσαι που ακόμη δεν κατάλαβες πως δεν με ανάβουν τα σάπια σου κορδόνια; Ρε βούρλο, σύνελθε μη σου σερβίρω ακόμη έναν ήλιο φλαμπέ πασπαλισμένο με τρίμματα ξεκοιλιασμένου παραδείσου. Και ξέρεις τι προκαλεί αυτό,ε; Έλα....μη μου πεις πως δεν ξέρεις από ξέρασμα ανεπανόρθωτου πυροβολημένου μνημονικού. Από τι είσαι φτιαγμένος νομίζεις; Από χρυσαφλίδων όραμα; Μη με κάνεις να χασμουριέμαι...

Α, και πού είσαι; Σα πας στον πηγαιμό για τα χουρμάδια, φέρε μου ένα πέταλο να βάλω στο πέτο. Ναι, μονόκερου τριζάτου, αγάπη μου. Απ’ αυτούς που αν τους δεις μια φορά, αποφασίζεις να κόψεις τα υπάρχοντά σου σε κομμάτια οκτώ. Γιατί αν πω τρία...θα ψάχνεις να θυμηθείς τι σκατά σημαίνει ένα νούμερο ακόμη. Ναι, χρυσουλάκι μου, ναι. Απ’ αυτό που επάνω σου ούτε κατά διάνοια υπάρχει. Α! Το πέταλο, δε, βρίσκεται στο λάκκο με τις φάβες. Επειδή δε γουστάρω να το σηκώσω εγώ, σε στέλνω εσένα. Με σκύψιμο καλό, ε; Εκεί γύρω παραμονεύει ακόμη ένας εφιάλτης σου.

Σε προτρέπω να στηθείς καλά.

Άκου με και μια φορά.

Άκου με!

.