Τετάρτη, 27 Ιανουαρίου 2010

Ένα ακόμη θέλω





Θα ήθελα σα στάλα να χυθώ, στο δοχείο της απόσταξης των ονείρων σου. Να ρίξω εσάνς απ’ τη γεύση μου και να εξαπλωθεί στα κύτταρά σου. Να εξαϋλωθεί βγάζοντας άρωμα καινούργιο. Ανακατωμένο με τις εκκρίσεις σου. Να φτιάξουμε υγρό αναρχικό που ρέει στα κρυφά τα μονοπάτια ανάμεσα απ’ τους αναστεναγμούς μας. Να σου ανοίξω δίοδο να βρεις χαμένες ορέξεις και να μυηθείς σε ανίερες ορμές. Αίσθηση σκληρή και σφιχτή, παλλόμενη σε μεμβράνη που ρουφά δυνάμεις και τις κάνει ακόμη πιο δυνατές. Έτοιμες να σκίσουν δίχτυα και να ανοίξουν παράθυρα σε κόσμους άλλους. Φανταστικούς. Και άπιαστους.

Θα ήθελα δυο στήθη να σου ακουμπήσω στις χούφτες. Να ξεχειλίζουν απ’ τα δάχτυλά σου, να απλώνονται στις παλάμες σου, να κουνιούνται με την κίνησή σου. Να λαχταράς να τα ζουλήξεις, να τα μαλάξεις, να τα στύψεις. Κι ύστερα να γευθείς κοκτέιλ με οξυγόνο. Με δόσεις μέθης, εξάρτησης, ζάλης. Κι ύστερα να χώσεις μέσα τους το πρόσωπό σου για να νιώσεις τη ζέστη τους. Να καταλάβεις το βελούδο τους. Να ακουμπήσεις το έλα τους.

Θα ήθελα δυο μηρούς να σου τυλίξω γύρω απ’ τη μέση. Να μαγκώσω το φεύγα σου. Να προδώσω το δήθεν σου. Να αναδείξω το είναι σου. Να φέρω το ναι σου βγαλμένο μέσα απ’ το βλέμμα σου. Απ’ την αμηχανία σου. Ή απ’ το θάρρος σου. Να δεις το ορμητήριό σου να παίρνει κατεύθυνση στο λιμάνι της τρικυμίας μου. Να χωρέσει η θέλησή σου στα κρυφά τα μονοπάτια. Να γίνει τορπίλη έτοιμη να ανατινάξει φρεγάτα που αρμενίζει. Βόμβα έτοιμη να εκραγεί σε οχυρό. Κεραυνός που ακολούθησε της αστραπής το φως και γήτεψε το λιβάδι που έπεσε.

Μα πιο πολύ απ’ όλα, θα ήθελα να φέρω λίγο αξημέρωτο πρωινό μέσα στο σούρουπο της νύχτας σου. Να διώξω την άπνοια και να ανακατέψω τα βλέφαρά σου με υγρασία απ’ το φεγγάρι. Να δώσεις ομίχλη στο άυλό σου για να φανεί ένα ακόμη περίγραμμα. Το περίγραμμα των ανείπωτων παθών που καθορίζουν το μέρος εκείνο της ύπαρξής σου που επιθυμεί να γίνει ένα ακόμη θέλω...


...μέσα στα θέλω μου...


.

Πέμπτη, 21 Ιανουαρίου 2010

Με το μάτι του φακού





Μου άρεσε που την έβλεπα έτσι. Χνουδωτή όσο πρέπει για να είναι δελεαστική, απαλή όσο χρειάζεται για να φαίνεται αθώα, έντονη κατά περίσταση για να δείχνει προκλητική. Θα μου πεις, δεν ήταν η πρώτη φορά που έκανε φωτογράφηση οπότε ήξερε πώς να προβάλλει το κάθε τι πάνω της με ένα νεύμα. Καθόμουν δίπλα στη φωτογράφο που της έφτιαξε τη διάθεση κατ’ αρχήν με μιαν απαλή μουσική κι ένα σφηνάκι τεκίλα. Ημίφως, ατμόσφαιρα ζεστή και ένας ανεμιστήρας να γυρίζει. Τα μαλλιά της να παίζουν με τις ακτίνες της σκόνης που έτρεχε στον αέρα και η γύμνια της να προσδιορίζει του αόρατου τα ντέρτια.

Το στήθος της σφιχτό. Μέτριο στο σχήμα και οι ρόγες ερεθισμένες. Τις είχε τρίψει με τα δάχτυλα αφού πρώτα τα έγλυψε με τη ροζ της γλωσσίτσα. Ανοιγόκλεινε τα πόδια της καθισμένη και θαρρούσες πως ο αέρας παίζει κρυφτό με τις τρύπες της. Μ’ αρέσει να κοιτάζω γυναίκες να επιδεικνύονται. Δε θα το αναλύσω, γιατί δε μ’ ενδιαφέρει να το αναλύσω. Μα ούσα γυναίκα βλέπω ένα γυναικείο κορμί όχι με το σκοπό της συνουσίας, μα με την περιέργεια του πώς θα προβάλλει την ομορφιά του. Κι αν ο συνδυασμός του βλέμματος με την κίνηση είναι ταιριαστός, τότε έχεις σίγουρο και τον ερεθισμό.

Το φως χαμήλωσε περισσότερο και η μουσική έγινε πιο χαλαρή. Το ίδιο και η Ροζ. Αυτό το παρατσούκλι της έβγαλα. Πήγα λίγο πιο πίσω, αφήνοντας τη φωτογράφο να της υπαγορεύει στάσεις. Κι εκείνη να τις εκτελεί. Πρώτα να τις θερμαίνει, ύστερα να τις ανακατεύει, μετά να τις υγραίνει κι ύστερα να μπαίνει μέσα στους δικούς της ατμούς και να αναλύει άρωμα που ένιωθες τη γεύση του. Γεύση ηδονής. Στάση πλαγιαστή και βλέμμα στο φακό. Το ξυρισμένο της μουνάκι φάνηκε σαν ώριμο φρούτο έτοιμο να κοπεί. Το στήθος της έγερνε με τρόπο που σε καλούσε να το βυζάξεις. Τα χείλη της υγρά, έσταζαν καύλα.

Δάγκωσα τα χείλη μου απαλά κι ακούμπησα το χέρι μου μέσα απ’ το εσώρουχό μου. Γνώριμη μουσκεμένη αίσθηση. Το έβγαλα και το ακούμπησα στα χείλη μου. Τα έγλυψα κι έβγαλα έναν μικρό αναστεναγμό. Βύθισα το δάχτυλό μου μέσα στο στόμα μου και το πιπίλισα. Την κοιτούσα που είχε ριγμένο πάνω της το φωτισμό χωρίς να βλέπει προς το μέρος μου. Τα πόδια της τώρα ήταν ορθάνοιχτα. Έδειχνε στο φακό τη σπηλιά που μπαινοβγαίνουν τα θεριά όταν θέλουν να φέρουν καταιγίδα. Τη σχισμή που δέχεται ναυαγούς να ξεδιψάσουν. Το δωμάτιο που φτιάχνει τις χίλιες και μια νύχτες με ένα ξεφύλλισμα. Και κοίταζα όπως κοιτάζει κι ο φακός. Σα να θέλει να ρουφήξει τη στιγμή και να την έχει μέσα του για ώρα. Κι έβαλα ξανά το χέρι στο καυτό μου σημείο. Βύθισα τα δυο δάχτυλα μέσα μου για να νιώσω όπως νιώθει η άνοιξη όταν ξεσπάει κεραυνός. Όπως νιώθει το κύμα που αγριεμένο πέφτει στην ακτή. Όπως βροντάει ο παλμός όταν αποκτά νόημα ύπαρξης.

Και συνέχισα να ποτίζομαι απ’ τη δική μου πηγή, κοιτώντας το άνοιγμα, την παλινδρόμηση και τις φιδωτές στροφές της απέναντι Ροζ λίμνης που με ένα πάμε, πάλι, έλα, δείξε, σκύψε, γείρε, σήκω, ξάπλωσε, σκύψε ξανά, άνοιξε, πιο πολύ, πιο πολύ και πιο πολύ, με έκανε να φτάσω στα όρια ενός αχ ξεσπώντας σε μια μικρή φωνούλα που έκανε τη φωτογράφο να στραφεί απότομα προς το μέρος μου.

Συνέβη κάτι;

Ναι...αλλά συνεχίστε για...

...να ξανασυμβεί...


.

Σάββατο, 9 Ιανουαρίου 2010

Λίγη ζάλη παραπάνω





Σταυροπόδι και χωρίς εσώρουχο δεν είναι και τόσο άβολη κατάσταση όταν κάθεσαι σε ψηλό σκαμπό σε μπαράκι με ημίφως. Ίσα ίσα. Για κάποια που ξέρει πώς να ενώνει τα πόδια της αφήνοντας μια υποψία σκιάς, είναι αίσθηση καύλας ανακατωμένης με υγρασία φωτιάς. Μ’ ένα πουράκι αναμμένο στο ένα χέρι κι ένα ποτό να χρυσίζει στο άλλο, η συναίσθηση του εαυτού σου να αιωρείται ανάμεσα σε βλέμματα είναι κάτι που γίνεται σχεδόν χωρίς να το έχεις επιδιώξει στο ελάχιστο. Να παίζουν τα κόκκινα μπλουζ απ’ τα βραχνά μεγάφωνα και να κάνεις κινήσεις που δε ξέρεις από ποια βάθη των αιώνων τις κουβαλάς μέσα σου. Να τις απλώνεις χωρίς καν να τις έχεις σχεδιάσει. Κι απέναντί σου ματιές με χρώματα που ψιθυρίζουν ροκάδικες γητειές. Είναι κάτι στόματα που δεν χρειάζεται να μιλήσουν για να καταλάβεις τη γλώσσα τους. Κάτω από ήχους και κινήσεις, η γλώσσα είναι κοινή. Και τραγουδά μόνο ένα σκοπό. Το σκοπό του ξελογιάσματος.


Υγρασία στο βλέμμα και στα κορμιά. Ανάμεσα στους μηρούς και στις πτυχές του λαιμού. Στα κρυφά και στα φανερά σημεία του δέρματός σου, της πνοής και των αναστεναγμών σου. Θέλω να πιω ακόμη ένα απ’ το ίδιο που πίνω. Απ’ αυτό που με ζαλίζει ευχάριστα. Απ’ αυτό που θα με κάνει να γράψω έναν στίχο παραπάνω στο ποίημα των ανήμερων πόθων μου. Των αξημέρωτων μυστικών μου. Των άγριων ορμών μου.


Αλλάζω πόδι και γλύφω τα απύθμενα μαρτύρια της τελετής που με έκαψαν. Σε μια άλλη εποχή ίσως ήμουν πλανεύτρα. Σε μια άλλη διάσταση ίσως ήμουν γαλαξίας. Σε έναν άλλο χρόνο ίσως να ήμουν ψίθυρος. Σε μια μετάβαση ίσως να ήμουν η γραμμή που διαχώριζε το πρέπει από το ναι. Ίσως ήμουν το αγέννητο παιδί ενός παράνομου οργασμού που κόπηκε πάνω στο τελευταίο αχ. Ίσως ήμουν το ένα απ’τα δυο δευτερόλεπτα μιας φοράς που το ξημέρωμα είχε σταθεί λίγο παραπάνω για να πάρει μάτι τη νύχτα να φορά το δαντελένιο της εσώρουχο πριν αποσυρθεί στην άλλη μεριά του πλανήτη.


Αχ γεύση μου! Να σε δώσω στον πρώτο που θα μάθει πώς να αγγίζει το γυάλινο δάκρυ μου. Εκείνο που θα λιώσει πάνω στην κάψα του βλεφάρου του χορεύοντας τζαζίστικες νότες βγαλμένες απ’ το σαξόφωνο της έμπνευσης ενός καινούργιου τραγουδιού με άρωμα αυθεντικού καλέσματος. Εκείνου που ξέρει πώς να παρασέρνει κάποια που ξέρει πώς να αφήνεται. Εκείνου που γνωρίζει πως η αναζήτηση του εαυτού περνάει μέσα από ένωση πυρήνα ψυχών. Εκείνου που δε διστάζει να ανακατεύει το δικό του ποτό με το παράλογο της ουσίας μιας άλλης πνοής.


Κατεβαίνω απ’ το ψηλό σκαμπό και περιφέρομαι στο πλήθος. Στάλες κυλούν ανάμεσά μου. Τι κι αν δεν τις βλέπει κανείς; Το άρωμα που αναδύει το σώμα είναι το καλύτερο διεγερτικό που σε κάνει να φαντάζεσαι σκηνές. Μα είναι στιγμές που η φαντασία δε σου αρκεί. Είναι στιγμές που θες να στύψεις το σύννεφο να στάξει μπρούσκο και να το πιεις μέχρι την τελευταία του σταγόνα. Είναι στιγμές που θες να φύγεις από τούτο τον κόσμο του εφήμερου και να πέσεις στη ρουφήχτρα των απτών παραισθήσεων. Κι όταν βλέπεις πως γύρω σου είναι μόνο το κενό, το μόνο που σου μένει να κάνεις είναι να παραγγείλεις ακόμη ένα ίδιο απ’ αυτό που πίνεις. Κι ίσως για αλλαγή, κάτι διαφορετικό...έτσι...


...για λίγη ζάλη παραπάνω...







.

Δευτέρα, 4 Ιανουαρίου 2010

Ροζ φλαμίγκο






Ξύπνησα με μια διάθεση φτερωτή. Κάτι μεταξύ χαμένης ονείρωξης και σταγόνας αίματος παρατημένης στα σεντόνια μετά από πρόσφατη αποβολή. Τρίφτηκα να πασαλειφτώ ως άλλη νεκρώσιμη ακολουθία σ’ έναν κόσμο πέρα από μένα. Σ’ έναν κόσμο που δεν περιέχει καν εσένα. Σηκώθηκα να φτιάξω λάσπη με φτύσιμο από φαρμάκι να δημιουργήσω σώμα ανεκπλήρωτης προσμονής. Να το δω να με κοιτάει και να του καρφιτσώσω τα μάτια με πύρινη βελόνα. Και να πω τρεις διαόλισες λέξεις που θα σε φέρουν στο εδώ.

Όχι γιατί μου έλειψες. Όχι γιατί σε πεθύμησα. Ούτε γιατί θέλησα να σε αγγίξω. Μα επειδή έχω την ακατανίκητη επιθυμία να σου πετάξω τον στηθόδεσμό μου στα μούτρα. Να στον περάσω στο λαιμό να μυρίζεις το άρωμά μου καθώς θα πνίγεται η ματαιοδοξία σου και γω να γελάω με το γέλιο της μέδουσας. Να σε κοιτώ ανέκφραστη, δείχνοντάς σου την τέλεια μεταμόρφωσή μου σ’ ένα είδος με ροζ φτερά που κάθεται στο ένα πόδι και κάνει έρωτα καταπίνοντας λέξεις. Τις λέξεις σου. Και τις εικόνες σου.


Σου έκανα ένα τεστ και δεν το διάβηκες καν. Δεν ακούμπησες ούτε μέχρι την ξώπορτα. Δεν με αφορά το γιατί κι ούτε θα το ψάξω. Με ενδιαφέρει που σου έβαλα κάτω απ’ το μηδέν. Θερμοκρασία νέκρας. Κι έτσι απλά, σκίζω την αρρώστια που σε περιβάλλει και την κλοτσώ στο σύμπαν. Μακριά. Μακριά μου. Και μ’ αυτό που κάνω, θαρρώ πως κάτι σαν αξία σου δίνω. Μα δε με νοιάζει αν θα το σκεφθείς καν. Δε με νοιάζει κι αν θα το καταλάβεις. Με νοιάζει που πλέον δεν θα έχω δίπλα μου άλλο ένα άψυχο σώμα σε μετεώριση. Ξέρεις, μ’ αρέσει να διαγράφω.


Κοιτάζω τον εαυτό μου ως φλαμίγκο. Και μ’ αρέσει γιατί στα ροζ υψώνω το μεσαίο μου δάχτυλο προς το μέρος σου. Και σε αφήνω να δημιουργήσεις καινούργια δάκρυα στα μάτια όσων ακόμη δεν έχουν δει αυτό που δεν έχεις ανακαλύψει ακόμη για τον εαυτό σου.


Ότι, απλά, δεν υπάρχεις!

.