Κυριακή 6 Ιουλίου 2008

Δεν υπάρχει τίποτα πιο σοβαρό από το παιχνίδι





Καθόταν και έπαιζε καθισμένος στο πάτωμα. Δίπλα του ξύλινοι πύργοι από τουβλάκια. ΄Ωρες είχε περάσει προσπαθώντας να φτιάξει αυτό που αρχικά είχε στο μυαλό του. Βαθιά προσηλωμένος σ’ αυτό το κάτι που του καθόριζε πλέον την ύπαρξη. Μια συστάδα σμιλεμένου ξύλου λείου στην αφή και με παράξενο χρώμα. Το κοίταγε και δίπλα του όλα τα παιχνίδια είχαν πάψει να έχουν νόημα. Τι νόημα να έχει άλλωστε κάτι το καθορισμένο; Η χαρά της δημιουργίας είναι αυτή που δηλώνει ποιος είσαι άλλωστε. Κι αν από μικρός δεν δείξεις τι μπορείς να καταφέρεις, τότε όλοι θα αμφιβάλλουν για εσένα ή δεν θα προλάβουν να το διαπιστώσουν ποτέ.

Η σοβαρότητα του παιχνιδιού γι’ αυτόν ήταν κάτι που δεν χωρούσε αντίρρηση. Κόντευε τα έξι πια μα ένιωθες πως είχες μπροστά σου ένα μεγαλύτερο παιδί. Και δεν ήταν μόνο αυτά που μπορούσε να φτιάχνει. ΄Ηταν αυτά που έβλεπες μες από τα μάτια του ότι μπορούσε να φτιάξει. ΄Αλλα παιδιά της ηλικίας του είχαν πάψει πια να ασχολούνται μ’ αυτές τις μωρουδίστικες κατασκευές. Όμως αυτό που ήταν ξεπερασμένο για τους άλλους, εκείνος το θεωρούσε μια αρχή για κάτι καινούργιο. Κάτι το ασύλληπτο, κάτι το εξωπραγματικό. Η πραγματικότητα, άλλωστε, ποτέ δεν είναι αρκετή για να χωρέσει στην φαντασία ενός παιδιού.

Σα τον ρώταγες για τις ασχολίες του δεν μίλαγε. Μόνο σε κοίταζε. Σοβαρός. Με μάτια που δεν χωρούσαν περαιτέρω απορία. Εσύ ήσουν αυτός που δεν καταλάβαινε τον κόσμο του. Όχι αυτός τον δικό σου. Και παιδί δεν νοείται να υπάρχει χωρίς να φτιάχνει κόσμους που μέσα τους μπορεί να κινείται. Αν ήθελε να μιλήσει, μίλαγε από μόνος του. Με τον δικό του μοναδικό τρόπο. Ήθελες δεν ήθελες. ΄Ησουν ή δεν ήσουν έτοιμος.

Τα σοβαρά πράγματα είναι αυτά που δεν μπορείς να διαπραγματευτείς. Αυτά που σε φτιάχνουν. Αυτά που από μόνα τους σε αλλάζουν. Χωρίς καν να το προσπαθήσεις. Χωρίς καν να το θελήσεις. Χωρίς καν να το έχεις σκεφτεί.

Και οι ξύλινοι κόσμοι για τον μικρό, ήταν κάτι που δεν χωρούσαν αμφισβήτηση. Είχε βρει τον τρόπο να τους πλάθει όπως τους είχε φανταστεί. Κάτι στο βλέμμα του όμως, ήταν αυτό που σε έκανε να μείνεις λίγο παραπάνω να τον κοιτάξεις. Κάτι σ’ αυτό το σκοτεινό βλέμμα που σε εγκλώβιζε και σε έκανε να μη μπορείς να κουνηθείς.

΄Ηταν κι αυτό ένα παιχνίδι γι’ αυτόν. Εξίσου σοβαρό. Μέσα από τους κόσμους του, σε πήγαινε στο δικό του βασίλειο. Αυτό που δεν θα τολμούσες ποτέ να διαβείς πατώντας σε ξύλινα τούβλα. Που θα ανατρίχιαζες μόνο με την ιδέα της ύπαρξής του. Που δεν θα ήθελες ποτέ να ξέρεις πως υπάρχει.

Κι αυτός είχε βρει τον μοναδικό τρόπο να αρπάζει μελλοντικές ψυχές. Καινούργια τουβλάκια για το παιχνίδι στο οποίο ήταν προορισμένος να είναι ο νικητής...






Τετάρτη 2 Ιουλίου 2008

Χρήσιμα αντι-κείμενα



Μια τσάντα κόκκινη με μαύρο πλαίσιο. Σαν ζωή μέσα σε πίνακα. Μια ζωή που φοβάται να ξεχειλίσει και μένει γύρω από μια κορνίζα σε ασύμμετρο σχήμα. Μια τσάντα που θα μπορούσε να ονομασθεί και «βαλίτσα» στη γλώσσα των ανθρώπων. «Ας την ονομάσω έτσι, λοιπόν» σκέφτηκε «αν πρέπει κάτι σαν αυτό να έχει όνομα».

Την είχε κάτω απ’ το κρεβάτι της εδώ και κάμποσο καιρό. Την έβγαζε, την έβαζε πάνω στο στρώμα που είχε ποτιστεί με το άρωμά της, την ύπαρξη και την ανάσα της και την άνοιγε. Κάθε φορά έβαζε κι ένα καινούργιο «κάτι» μέσα της. Κι είχε πει στον εαυτό της, πως όταν η βαλίτσα θα γέμιζε, τότε θα αποφάσιζε να κάνει και το επόμενό της βήμα. Να ανοίξει την πόρτα χωρίς να κοιτάξει πίσω, χωρίς να ακούει εκείνα τα βήματα πάνω απ’ το κεφάλι της, χωρίς να έχει αυτές τις φωνές μέσα της και χωρίς να αναγκαστεί ξανά να καταπιεί τα πρωινά που έμπαιναν απ’ τις γρίλιες του πάντα κλειστού παντζουριού της.

΄Ανοιξε την βαλίτσα κι αυτή τη φορά και ξανακοίταξε το περιεχόμενο:
ένα σούρουπο, ένα φύλλο από πλατάνι, μια αντιγραφή σε διαγώνισμα, ένα γέλιο,ένα υγρό φιλί. ΄Ενα αγκομαχητό, μια ανηφόρα, μια ακτίνα ποδηλάτου. Μια μυρωδιά από αφρό ξυρίσματος, μισή σκιά, ένα χαρτομάντιλο μ’ ένα κόκκινο κραγιόν. Δυο δάκρυα, ένα «αχ», ένα σφίξιμο στο στομάχι,ένα χαστούκι, λίγη αλμύρα. ΄Ενα χάραμα, ένα «τσακ» από ένα ξύλο την ώρα που καιγόταν στο τζάκι, μερικοί οργασμοί, μια σταγόνα κρασί. Μια σκισμένη σελίδα, ένα πιτσιλισμένο καπάκι τουαλέτας, δυο κλάματα, μια έκτρωση. Κάτι από λευκό, μια μυρωδιά υάκινθου, κάτι στάλες βροχή, τρεις κόκκοι καλαμπόκι.
Κι η βαλίτσα, αχόρταγη, δεχόταν ότι της έδινε. Καρτερικά να τρέφεται χωρίς να ανακυκλώνει. Να έχει λόγο ύπαρξης απ’ τα νοήματα των επιλεγμένων προσδιορισμών που ρίχνονταν στα τοιχώματα και στον αέρα της. Να περιμένει να γεμίσει για να δει πώς είναι ο κόσμος. Υπάρχει στ’ αλήθεια κόσμος έξω από το κάτω μέρος ενός κρεβατιού; Θα το διαπίστωνε αργά ή γρήγορα. ΄Εχει σημασία ο χρόνος για μια βαλίτσα;

Αυτή τη φορά, έριξε μέσα της κάτι ακόμη. ΄Ενα όνομα που άρχιζε από Λ. Θηλυκού γένους. Μ’ ένα κομμάτι από καθρέφτη κολλημένο πάνω του. Για να ζωγραφιστεί από μόνο του ένα βλέμμα. Το βλέμμα της. ΄Ηταν ανάγκη να το κάνει αυτό; Κι όμως. ΄Ενιωσε πως ήταν.

Πλησίασε στο κρεβάτι της και με μια κίνηση την έκλεισε. Την έβαλε πάλι στη συνηθισμένη της θέση. Κάτω απ’ το κρεβάτι. ΄Εκλεισε το φως του δωματίου κι έκανε να φύγει. Μα το άναψε αμέσως. Την ξαναέβγαλε γρήγορα και πριν το μετανιώσει την άνοιξε. ΄Εβγαλε στα γρήγορα από μέσα ένα απ’ τα δύο «μη» που υπήρχαν σε μια γωνιά. Και έχωσε έναν ήχο από καμπάνα. Πένθιμο. Την ξανάκλεισε κι έφυγε.

Δεν ήταν σίγουρη για το τι θα έβαζε ακόμη εκεί μέσα μέχρι να πάρει την απόφαση να φύγει. ΄Ισως τελικά να μην περίμενε να γεμίσει η βαλίτσα. ΄Ισως να ήταν όλα θέμα στιγμής. ΄Ετσι δεν της λένε όλο και περισσότεροι τώρα τελευταία; «Είναι όλα θέμα στιγμής, μάτια μου». ΄Οχι ότι δεν το άκουγε κι από πριν αυτό, μα τώρα είχε αρχίσει να το σκέφτεται καλύτερα.

Για ένα πράγμα ήταν σίγουρη. Για αυτό που θα άφηνε πίσω της. Εκείνο τον μικρό διπλό χαλκά από χρυσό και πλατίνα. Εκείνον που είχε γραμμένο από κάτω του έξι γράμματα. Έξι γράμματα,όμως, μπορούν να έχουν πολλές λέξεις, έτσι δεν είναι; Κι ας ήξερε πως αυτό δεν ήταν απλά μία λέξη. Μα είχε σκοπό, όταν έφευγε, να μην έπαιρνε μαζί της οτιδήποτε θεωρούσε περιττό.

Και μερικά αντικείμενα είναι όντως περιττά αν αρχίσουμε να τα βλέπουμε απλά ως αντικείμενα,ε;







Κυριακή 22 Ιουνίου 2008

Μια πληγή ακόμη




Να σου παίρνει το χέρι και να σου γυρνάει την παλάμη προς το μέρος του. Να την κλείνει στα δυο του χέρια και να σε κοιτά. Και μετά, να σκύβει απαλά και να βάζει τα υγρά του χείλη στο κέντρο της. Να αφήνει το φιλί του να μεταφέρει τις σκέψεις του και τις λέξεις που δεν μπορεί να πει. Να μεταφέρει την ενέργειά του, τη ζέστη και τις επιθυμίες του. Και συ να κοιτάς ανίκανη να ξεστομίσεις το παραμικρό. Να βιώνεις τη στιγμή και οι εικόνες να διαδέχονται η μία την άλλη.

Ένα κρασί να παγώνει και δυο ποτήρια μισογεμάτα. Μια κιθάρα παραπέρα και μια καρέκλα που την έχουν στον τοίχο για ντεκόρ. Κοίτα, έχει κι ένα γκρίζο τριαντάφυλλο πάνω της. Και κείνος να μπαίνει στο βλέμμα σου και να νομίζει πως έχεις να του πεις πολλά. Και συ εκεί. Να εξακολουθείς να μην ανοίγεις τα χείλη σου. Να είναι σφραγισμένα και να μη μπορείς να καθορίσεις τη γεύση της στιγμής.

΄Οχι, δεν θες να φύγεις. Θες να μείνεις, να δεις, να διαπιστώσεις, να ακούσεις. ΄Οχι εκείνον. Μα τους χτύπους τους δικούς σου. Που δίνουν ή δεν δίνουν σημάδι; Που υπάρχουν για εκείνη τη στιγμή ή δεν υπάρχουν; Που θέλουν να δουν και το μετά της ή δεν θέλουν; Θες να ακούσεις ή το αναβάλλεις; Κι αν το αναβάλλεις, γιατί το αναβάλλεις; (φτάνει πια!).

Εφτάμιση ώρες απ’ την ώρα που σε είδε και σου ’χει πει πως σε θέλει. Εφτάμιση ώρες και σου ’χει πει πως ζει στο σκοτάδι. Αλλά αυτό το ήξερες από πριν. Μα τώρα τον βλέπεις να στο προφέρει. Εφτάμιση ώρες και σου είπε πως είναι θάλασσα και σε θέλει στο καράβι του. Με μια κόκκινη κουβέρτα να σου σκεπάζει τα όνειρα. Εφτάμιση ώρες και ξέρεις πως όταν φοράει πουκάμισο δεν θέλει πουλόβερ από πάνω. Κι ότι προτιμάει τη ρόκα όπως εσύ. Χωρίς αβοκάντο. Αλλά με μπόλικα κουκουνάρια. Και χαμογελάει κοιτώντας σε, ψάχνοντας το νόημά σου. Ψάχνοντας και το δικό του.

Πίσω μια παρέα να φωνάζει αλλά δεν ακούς τίποτα. Ανίκανη να κουνηθείς (πού να πας;) και να ξεφύγεις (γιατί;). Μια νότα να θέλει να βγει απ’ τα χείλη σου μα να ντρέπεσαι να την τραγουδήσεις (χαζή!). Κι ένα κοίταγμα απ’ τον τραγουδιστή που χαμογελάει νομίζοντας πως όλα είναι αρμονικά (δεν είναι;). ΄Ακου! Υπάρχει μια πνοή εκεί μέσα που αναμένει. Τι θα κάνεις γι’ αυτό; Γιατί κάτι πρέπει να κάνεις γι’ αυτό; ΄Ετσι νιώθεις; Πως πρέπει; Όχι, τίποτα δεν πρέπει, φτάνει να το θελήσεις. Ν’ απλώσεις λίγο το χέρι. ΄Ετσι σου είπε. Γιατί δεν τον ακούς; Τι θέλεις; Τι ζητάς;

Φεύγοντας, κοιτάς ψηλά τον ουρανό μέσα από το τζάμι του αυτοκινήτου. Ένα δάκρυ σου κυλά και το αφήνεις να τρέξει. ΄Ενα σφίξιμο και μια ανατριχίλα. ΄Ενα βλεφάρισμα στο πουθενά. Κι ένα χάδι στο μέρος που σε φίλησε. ΄Ενα χαμόγελο αχνό.

Ακόμη έχει φεγγάρι, μα ξέρεις πως τα φεγγάρια ξεγελούν. Αυτός όμως δεν είναι φεγγάρι. Είναι γυμνός σ’ ένα σκοτάδι που αιμορραγεί κι εσύ μια πληγή ακόμη…
.

Τρίτη 3 Ιουνίου 2008

΄Ολο μορφές θ' αλλάζω...





Καλό μου παραμύθι όλο και μεγαλώνεις. Καμιά φορά αυθάδικα γελώ κι ας ξέρω πως θυμώνεις.

Πού να χωρέσω τις σελίδες σου και πού να σ’ ακουμπήσω; Σαν σε διαβάζω απ’ την αρχή ξεχνιέμαι, καταριέμαι μα τίποτα δεν θα σου σβήσω.

Σε γράφω στα σκοτάδια, μόνη με το φως του φεγγαριού μέσα στο κάτασπρο κελί μου. Κλειδαριές βαριές μου ’βαλαν οι καινούργιοι δεσμοφύλακες γιατί οι παλιοί φοβήθηκαν τη δύναμή μου.

Και δώσαν προσταγή καλά να με φυλούνε μα δεν ξέρουν πως οι βοηθοί μου έξω τριγυρνούνε. Μη ξεφύγω,λένε, και γεμίσω τον κόσμο αστραπές μα οι φίλοι οι δικοί μου αψηφούν τις φυλακές.

Σαν ακουμπούν στα σύνορά μου με μούχλα τα γεμίζουν, πάνω απ’ τα μάτια με κοιτούν φωνάζουν και με βρίζουν.

Και γω στην πέτρα μου επάνω τους κοιτώ και κοροϊδεύω, τα στήθη μου πιάνω και τα δυο, τα σφίγγω τα χαϊδεύω. Κι άλλοτε ξόρκια μαγικά τους ρίχνω με λαγνεία κι εκείνοι τρέχουν να κρυφτούν, φοβούνται τη μανία.

Κι ύστερα μόνη μου ξανά γράφω για όνειρα

και για γαλάζιους ουρανούς
και οι σελίδες μου είναι υγρές από βροχή και κεραυνούς.

Κι έτσι το παραμύθι δεν έχει τελειωμό…

Μα σαν με κάψουν στην πυρά
λέξεις θα πηδήξουν με δόντια κοφτερά
και γω μέσα απ’ τις φλόγες δυνατά θα τους χλευάζω
και μες το παραλήρημα όλο μορφές θ’ αλλάζω...


Παρασκευή 23 Μαΐου 2008

Κόντρα ρόλος





Φόρεσε το μαύρο το κολλητό το κοντό με την γόβα την δωδεκάποντη. Καλσόν διχτυωτό. Τα μαλλιά χυμένα. ΄Οπως κι η ψυχή της. Μα απόψε δεν ήθελε να τη δείξει σε κανέναν. Θα έδειχνε μόνο το έξω της. Εξάλλου ποιόν ενδιαφέρουν τα ενδότερα;

Πήγε σ’ ένα μπαρ που δεν την ήξερε κανείς και παρήγγειλε το φαρμάκι της. ΄Εσκασε χαμόγελο υποτιθέμενης καύλας σε μερικούς δεξιά κι αριστερά και περίμενε. ΄Ολο και κάποιος θα τσιμπούσε. Πολύ θέλουν, νομίζεις;

Μέσα της έκλαιγε, ανίκανη να λυθεί απ’ τα συρματοπλέγματα που έμπηγε στη σάρκα της η ακατονόμαστη μανία της να φθείρει την ψυχή της σε αδιέξοδα. Σήμερα θα έδινε και το κορμί της. ΄Ετσι, για κόντρα ρόλο. Για ακόμη μια χαραγματιά παραπάνω.

Σταύρωσε τα πόδια της και φάνηκε η μαύρη της κιλότα. ΄Εσφιξε τα μπούτια της κι έγλυψε τα χείλη της ηδονικά. Ψάρεμα το λεν αυτό καριόλα μου. Και τα πας καλά. Κατέβασε με τη μία το υπόλοιπο ποτό της και τον είδε να την πλησιάζει.

΄Ηπιε άλλο ένα κερασμένο, διαφορετικό αυτή τη φορά. Για λίγη ζάλη παραπάνω. Για μια δικαιολογία ακόμη. Την πήρε κι έφυγαν.

Το πρωί, στη μέση του πουθενά με ξεσκισμένα ρούχα έψαχνε μια δικαιολογία ακόμη.
Το γιατί να γυρίσει πίσω
.

Τρίτη 20 Μαΐου 2008

Φόρα παρτίδα





Θα βάλω τις μπότες τις ψηλές. Αυτές τις πάνω απ’ το γόνατο. Τις πολύ πάνω απ’ το γόνατο. Και το καλσόν το λεπτό. Το πολύ λεπτό. Και μια φούστα που σιγά μην είναι φούστα. Σε φαρδιά ζώνη παραπέμπει, αλλά τι πειράζει; Κι από πάνω τη μπλούζα τη μαύρη τη σκέτη. Χωρίς ντεκολτέ χωρίς τίποτα. Να με καλύπτει ίσαμε πάνω. Αλλά να μου τονίζει το στήθος και να το προτάσσει αυθάδικο στα μάτια του ήλιου που είπε να αρχίσει να δηλώνει την παρουσία του δειλά δειλά με το σαρδόνιο χαμόγελο που παίρνει αυτή την εποχή. Το –ναι- ήρθα –για-να-μείνω-κάνα-τρίμηνο.

Θα βγω έξω. Με τα μαλλιά να ανεμίζουν και το περπάτημά μου να σπάζει τζάμια. Χαμόγελο δεν θα ’χω. Τι να το κάνω. Δεν μου χρειάζεται. Ξέρω να ρίχνω πτώματα και χωρίς. Σοβαρή θα βγω. Σοβαρή και λίγο σκληρή. Με βήμα γρήγορο που δείχνει κατεύθυνση. Γιατί ξέρω πού θα πάω. Δεν θα βγω στο πουθενά. Θα ’χω στόχο.

Μια θύμηση και μια εικόνα απ’ το παρελθόν. Μια ιδέα και μια σκηνή. Κάτι βλέμματα και μερικά αγγίγματα. ΄Ισως και κάτι παραπάνω. Χωρίς πολλά λόγια. Μα με νεύματα πολλά. Και μέσα από τα νεύματα λέγονταν όλα. Και μέσα από τις απορίες που χωρίς να ήταν ανάγκη να λυθούν, έρχονταν χρόνοι.

Τζην φόραγε πάντα. Και μπλουζάκια ή πουκάμισα ανάλαφρα. Μαλακά παπούτσια χαμηλά και τα μαλλιά ίσα που να καλύπτουν το λαιμό. Μ’ αρέσει αυτό το μήκος σε άλλον. Να τα πιάνω και να τα σφίγγω στη χούφτα μου. Να τα χαϊδεύω και να κυλούν ανάμεσα απ’ τα δάχτυλά μου. Να βάζω το πρόσωπό μου μέσα και να ταξιδεύω σε ουρανούς.

Είχε κλάματα στα μάτια. Το θυμάμαι αυτό. Συχνά. Συχνότατα. Κι ένα βλέμμα λυπημένο. Που έδειχνε της ψυχής το μαύρο. Δεν ξέρω κατά πόσο με γοήτευε αυτό όμως ξέρω πως αμέσως έδινα χάδι στο πρόσωπο. Κι ας συνέχιζε να είναι λυπημένο. Κι ας εξακολουθούσαν τα δάκρυα να τρέχουν. Ακολουθούσαν και τα δικά μου άλλωστε. Δεν το ’χω για πολύ.

΄Εβρισκα κάτω απ’ την πόρτα μου σημειώματα. Γραφικός χαρακτήρας ασταθής. Λίγες λέξεις με κυρίαρχο το «σε θέλω». Πόσο μ’ αρέσει να μου το λεν αυτό. Πόσο μ’ αρέσει να το βλέπω γραμμένο. Κι ας μην έκανα δραστικές κινήσεις για να έρθει πιο κοντά μου. Σε απόσταση. Σχεδόν σε απόσταση. ΄Ηθελε πάντα κάτι παραπάνω. ΄Οπως κι εγώ. Μόνο που τότε δεν ήξερα τι.

Στριφογυρνάει στο μυαλό μου. Το βάδισμα, η εικόνα, οι ήχοι, η κίνηση στο κορμί. Μα πιο πολύ αυτό το βουβό κλάμα. Και τώρα; Γιατί να πάω τώρα; Γιατί να πάω σ’ εκείνο το μέρος; Γιατί μου ήρθε να το κάνω αυτό; Κακό θα κάνω σαν πάω. Ναι; Σε ποιον άραγε; Εξάλλου, δεν ξέρω πού είναι. Δεν θέλησα να μάθω πού είναι. Δεν έψαξα να δω πού υπάρχει.

Κι όμως. Θα βάλω τις μπότες τις ψηλές. . Αυτές τις πάνω απ’ το γόνατο. Τις πολύ πάνω απ’ το γόνατο. Και το καλσόν το λεπτό. Το πολύ λεπτό. Και μια φούστα που σιγά μην είναι φούστα. Σε φαρδιά ζώνη παραπέμπει, αλλά τι πειράζει; Κι από πάνω τη μπλούζα τη μαύρη τη σκέτη. Χωρίς ντεκολτέ χωρίς τίποτα. Να με καλύπτει ίσαμε πάνω. Αλλά να μου τονίζει το στήθος και να το προτάσσει αυθάδικο στα μάτια του ήλιου...

Θα ξέρω πού θα πάω. Δεν θα βγω στο πουθενά. Θα ’χω στόχο. ΄Οχι για να βρω το παρελθόν. ΄Οχι. Αλλά για να γράψω ένα όνομα σ’ έναν τοίχο όπως είχα υποσχεθεί πως θα έκανα και δεν το τόλμησα ποτέ. Αυτή τη φορά όμως θα το κάνω. Χωρίς να ξέρω το γιατί. Δεν χρειάζονται όλα τα «γιατί» απαντήσεις. ΄Ετσι ένα όνομα. Μια ανάμνηση. ΄Ενα κάτι.

Σε μια μάντρα στο κάπου. Με σπρέι μαύρο. Σε φόντο παράξενο. Με γράμματα πέντε. Την έλεγαν Τζένη.




Σάββατο 3 Μαΐου 2008

Μια στιγμή γι' απόψε





Τον κοιτώ να παίζει την κιθάρα του στα βότσαλα καθισμένος κι οι νότες σκορπίζονται τριγύρω. Δίπλα η θάλασσα κι ένα φεγγάρι κόκκινο, αλήτικο, να κοιτά αυθάδικα. Σαν να ξέρει πως όλα είναι στιγμές. Στιγμές που ξεθυμαίνουν, φεύγουν και χάνονται.

Χάνονται; Όχι φεγγάρι μου. Δεν χάνονται κι ας γελάς. Ξέρω να γελάω κι εγώ όσο δεν το πιστεύεις. Και ξέρω πως μπορώ να σου τη φέρω. Μα δεν θα σου πω πώς. Δεν θα στο πω. Μόνο εκεί, συνωμότη θα σε κάνω σ’ ενός έρωτα τη βραδιά. Και θα κοιτάς και θα θυμάσαι.

Θα θυμάσαι γιατί δεν θα σ’ αφήσω να ξεχάσεις πως στιγμές αλήθειας δεν εξαφανίζονται στο άχαρο, στο σκόρπιο και στο μηδέν. ΄Εχεις μάθει να σε χαζεύουν κι εσύ να στέκεσαι ακλόνητο σ’ έναν μαύρο ουρανό και νομίζεις πως κάτι κάνεις. Θα σε μάθω λοιπόν πώς είναι να υπάρχεις.

Πώς είναι να υπάρχεις έστω και για μια στιγμή χωρίς να παίζεις θέατρο. Να δείχνεις και να αναστατώνεις. Να χορεύεις και να μεθάς. Να ακούς και να πάλλεσαι. Να βγάζεις ήχους και να απογειώνεσαι. Να με βλέπεις να πετώ τα ρούχα μου και να μη θέλεις να πάρεις το βλέμμα σου. Να λάμπεις απόψε μόνο σε κείνα τα βότσαλα. Πουθενά αλλού.

Πουθενά αλλού, γιατί μόνο έτσι θα καταλάβεις πως σαν κάποιες νότες παίζουν μόνο για σένα τότε μπορείς να γίνεις οτιδήποτε. Να υπάρχεις στο τώρα και στο μετά. Να δίνεις νόημα και στο πριν. Κι απόψε θα το μάθεις. ΄Η θα το ξαναθυμηθείς. Και θα στο δείξω εγώ. Γιατί κάποιοι το μόνο που κάνουν είναι να σε κοιτούν. Και μερικοί ίσως να σου μιλούν. Λίγοι όμως κάνουν τον κόπο να σου δείχνουν.

Να σου δείχνουν πώς είναι η ένωση, το πάθος, η ένταση, η μετουσίωση, η φλόγα όταν γεννιέται κι όταν θεριεύει. Κι ύστερα όταν καταλαγιάζει κι αργεί να σβήσει. Και σαν έρθει το κύμα και την πάρει, οι νότες να μένουν. Να μένουν και να σου ξεκουφαίνουν τ’ αυτιά και να ζητάς απεγνωσμένα το ταίρι το δικό σου.

Το ταίρι το δικό σου που λάμπει σ’ άλλον ουρανό και στάζει δάκρυ σε θάλασσα άγνωστη. Γιατί θυμάται νότες. Νότες παιγμένες σε βότσαλα καυτά. Κι ίσως κάποια στιγμή σου δείξω πού είναι. Γιατί ξέρω πού μπορείς να το βρεις. Και θα πάμε μαζί.

Μαζί. Μόνο, άσε με αυτή τη βραδιά να κοιτώ τα μάτια τα δικά του. Μη μου σφραγίζεις τα όνειρα και τις ευχές για να τ’ απευθύνω μόνο σε σένα. Και δώσε μου μια στιγμή. Λούσε με απόψε με γαλήνη κι άσε με να γίνω αυτή που κάποια στιγμή θα είμαι.