Πέμπτη 7 Ιουλίου 2011

Πριν την παράσταση


Καπνός απ' τα ρουθούνια σε μια ατημέλητη προσφορά του βόρειου ημισφαιρίου. Μυρωδιά ψημένης συνεννόησης σε μη ξεκάθαρη υπό-σχεση. Δροσιά από χαλασμένο μίγμα παγωτού. Μ' αρέσουν οι άντρες με αλήτρες φλόγες στα βλέφαρα που πίσω από παραπετάσματα καπνού συννεφιάζουν το ολόγιομο ερωτηματικό παίζοντας με τις πτυχές της φούστας μου.

Μα κοίτα ένα παράξενο σχέδιο, είπα κάνοντας την μικρότερη απ' τις τρεις κόρες του βασιλιά του παραμυθιού. Ταιριάζει με τις κάψες, γέλασα, μεταμορφώνοντας το άλλο μου μισό σε ανήθικη εικόνα.

Μεταξύ της σ/τροφής (από εδώ πάνε για το στρατόπεδο του γαλονά?) και της υπεκ/φυγής (δεν μ' αρέσει το μοσχολίβανο επάνω στην ντουλάπα), βγάζω τον στηθόδεσμο γιατί μου κόβει την ανάσα. Στο μαύρο σου μπεγλέρι κρεμάω την καδένα/πεταλούδα μου και τινάζω απ' το χαλί ένα ταρίχευμα - δεν πέτυχε ετούτη τη φορά η κλωνοποίηση και θα γυρίσω σκισμένη.

Θέλω να σε πάρω στα βράχια μωρή πουτάνα, μου στέλνει, και χαμογελάω. Βγάζω σε φωτογραφία τη γύμνια μου για απάντηση. Στης μελωδίας τη βουβαμάρα, ξέρω πως θα μείνεις στο μετέπειτα. ΄Εχεις μέσα σου συν-θήκες, σκέφτομαι. Κι ύστερα δείχνω τα οπίσθιά μου στο ταβάνι.

Η τάρτα από αγριοστάφυλλα ξεπάγιασε, αν-εραστή μου. Τόση ώρα ντρεπόμουν να την αγγίξω μη ξελογιάσω τους πόθους απ' το μπαλκόνι. Μα καθώς η ώρα γίνεται Τρίτη, λέω να κόψω τους δισταγμούς και να ξεριζώσω το άρα.

ΥΓ. Ο κόμης υποκλίθηκε στις υπηρεσίες μου. Ακόμη μια φλογέρα ξαγρυπνάει στο βουνό. (Πώς με είπες? αναμπουμπούλα?)

ΥΓ. 2. Αν μαγείρευες με άλλες λέξεις, θα λάτρευα τις τελείες σου.



Πέμπτη 23 Ιουνίου 2011

Ναι?


Ήταν απομεσήμερο όταν κατέβηκε ο άγνωστος απ’ την κορφή του λόφου. Φορούσε λευκό πουκάμισο και παντελόνι με σηκωμένα τα τελειώματα μέχρι κάπου λίγο πιο κάτω απ’ τα γόνατα. Μέχρι τις γάμπες, θα μπορούσα να πω, μα είναι φορές που περιφραστικά η πρόταση γεμίζει το βλέμμα. Θα μου πείτε, γιατί το γέμισμα να σημαίνει και πληρότητα? Ω, μα γιατί να υπάρχουν πάντα ερωτήσεις?
Τον έβλεπα να κατευθύνεται προς το μέρος μου και σκέφτηκα πως αυτό που πιθανόν του έλειπε, ήταν κάτι κόκκινο στο πέτο. Γαρύφαλλο? Τριαντάφυλλο? Μαντίλι? Μια σταγόνα αίμα? Κι ύστερα σκέφτηκα μα γιατί πάντα να θαρρώ πως κάτι λείπει? ΄Ετσι είναι η πραγματικότητα γλυκέ μου Ισπανέ? Όλο σκέψεις? Ή μήπως εξακολουθώ να αρέσκομαι στο βύθισμα της ρουφήχτρας μου? Ξέρεις, είναι φορές που βλέπω τα δόντια της. Άλλες, πάλι, γυμνώνομαι και την αφήνω να με γλύφει με το καθάριο της βλέμμα. Ναι, αγαπημένη. Έχει βλέμμα η ρουφήχτρα. Μ’ αρέσει που έτσι τερατόμορφη μπαινοβγαίνει στις πτυχές μου.
Σου έλεγα για τον άγνωστο του λόφου και ως συνήθως παρασύρθηκα στην παρόρμηση των περι-γραφών. Ο άγνωστος, άγνωστος θα παραμείνει και θα με προσπεράσει. Θαρρώ πως ούτε κι αυτή τη φορά θα του απλώσω το χέρι γιατί θα φοβηθώ μήπως κοντοσταθεί. Κι αν του αρέσω πώς θα ανταπεξέλθω στην έλλειψη που κατασκεύασα? Πάλι θα μείνω στην άμμο με τα δάχτυλα ξυπόλητα και την καρδιά να καίει. Με ξέρω, δα. Δήλωσα βροχή και πνίγηκα στη λέξη.
Φεύγει ο Ιούνης. Ε, και? θα αναφωνήσει ο πραγματιστής. Αλήθεια? κιόλας? θα μου πει ο χρονοφοβισμένος. Ωραία, θα ψιθυρίσει ο χάρος. Σκασίλα σου, θα φωνάξει η χαρά.
Μόλις σκέφτηκα πώς να αποχαιρετήσω τον λευκοντυμένο. Τον έκανα να υπάρχει στο πριν, τον έφερα και στο εδώ. Νομίζω πως του πέφτει πολύ να τον αφήσω και για αύριο. Υπάρχουν φαντάσματα που ξεθωριάζουν ακόμη και τη νύχτα. Και δεν αντέχεται η νύχτα χωρίς φόβο. Ή χωρίς ελπίδα.
Αντίο σου, λοιπόν.

Ναι?

.

Τετάρτη 1 Ιουνίου 2011

Ψέμα μου


Μια ιστορία, ένας έρωτας στα χρόνια του διαδικτύου, μια αφορμή για ανακάλυψη ενός καινούργιου εαυτού. Στην αρχή, το όνειρο. Εκείνο το σύννεφο που θέλεις να σε ταξιδέψει στα απάτητα και που το φτιάχνεις όπως το επιθυμείς. Κλείνοντας την κουρτίνα στην πραγματικότητα, η δική σου ψευδαίσθηση μεταμορφώνεται στο πρόσωπο που λαχταράς. Το σκηνικό βοηθάει σε μια κατασκευασμένη ουτοπία. Τι όμορφα που γνέφουν τα λάθη στην αρχή. Ύστερα η αποκάλυψη. Το πάγωμα. Εκείνος ο μικρός θάνατος που σου υπενθυμίζει πως τελικά εδώ είναι που ζεις. Εδώ που ανασαίνεις. Εδώ που σκορπιέσαι.

Ψέμα μου. Δικό μου. Δικό σου. Δικό μας.

Σας περιμένω...

.

Τρίτη 24 Μαΐου 2011

Όπως δεν σ' αρέσει


Υπόσχεση φέρνω ηλεκτρισμένη καθώς το τραγούδι ακούω που σέρνει ξοπίσω του μετάξι ανατολίτικων χωρών. Καθώς ορίζομαι από σκεπασμένο χαμόγελο με μια υπόνοια κρύπτης ξεχασμένης σ’ ένα βάθρο. Στο ιερό των ημίγυμνων, γδύνω ακόμη έναν εαυτό και σκύβω απαλλαγμένη φθοράς. Προσφέρω ένα ακόμη τακ απ’ το ρυθμό γλύφοντας τα δάκτυλα. Πίνοντας μεθύσι. Ανασαίνοντας οριζόντιους θησαυρούς.
Πόσο με ερεθίζει ο ήχος της μεταλλικής σου ζώνης, καλέ μου Π? έτσι όπως ξεκουμπώνεις έναν έναν τους χορούς. Έτσι όπως δείχνεις το θέλω επιτακτικά. Έτσι όπως λάγνα κοιτάς το ομοίωμά μου. Έτσι όπως σκληρά υπογράφεις το μετέπειτά μου.
Πόσο μ’ αρέσει, αγαπημένε αόριστε, εκείνο το παφ του αναπτήρα σου όταν ανάβεις την αρχή του στριφτού. Την ανάσα μου σταματώ να σ’ ακούω να καταπίνεις θάνατο με κείνη τη σιγουριά του αρσενικού που δεν υποκύπτει. Που δε λογάει πιθαμές. Που σταυρώνει τα δαιμόνια για να τα έχει στόχο. Που με παίρνει ταξιδεύοντας χωρίς σταματημό.
Όσες φορές σκέφτομαι πως δεν σ’ έχω κοιτάξει όταν μου μιλάς, υγρέ μου κατακτητή, άλλες τόσες δε μετανιώνω που δεν επιθυμώ να αιωρηθώ σε ακόμη ένα εκ γενετής πνεύμα άυλο.
Αρέσκομαι, βλέπεις, στο παιχνίδι του χαμένου – εξ ορισμού – συνοδοιπόρου. Εκείνου που πετάει τη στάχτη με τον μη αρμόζοντα γυναικείο τρόπο.

Μαγκιόρικα. Όπως δεν σ’ αρέσει.



Τρίτη 3 Μαΐου 2011

Το φιλί σου...


Θα μπορούσε να μου φέρει μια αγκαλιά αστέρια χωρίς να τα ζητήσω. Θα μπορούσε να αγρυπνήσει στο ξέπνοο κρεβάτι μου χωρίς ν' αγκομαχά. Θα μπορούσε, ίσως να εμφυσήσει μια αστραπή για τελευταίο αποχαιρετισμό στην γεννέθλια ώρα του. Πιθανόν να ήταν ικανό να μου χαρίσει κι ένα θαλασσί πετράδι. Φτάνει να του αφηνόμουν όπως ήξερα να αφήνομαι χωρίς να υπάρχει εκείνη η μεταλλική πρόκα που ορίζει συν-αισθήσεις.

Κι ίσως αν ξεχάσω κάποια φορά τι μπορεί να είναι αυτό που έχω γίνει, ίσως έτσι καταφέρω να υπάρξω μέσα του. Λαλεί ιστορία, φωνάζει παρελθόν, εκλιπαρεί για το τώρα, πατάει κι ένα βήμα προς το μετά. ΄Ισα για να μη φανεί τόσο περαστικό όσο πιθανόν να είναι. ΄Η όσο πιθανόν γίνει. Χείμαρρος ανείπωτων λέξεων που ζωγραφίζει εικόνες σπασμένες και ανασυντιθεμένες ως αυτοκόλλητες παραλλαγές ενός φορέματος που ράβεται στα μέτρα μου. Μιας ακάνθινης στεφάνης που σκορπίζει αόρατα ροδοπέταλα. Ενός σούρουπου που στάζει μελλωμένη παράνοια. Υγρό όσο πρέπει και πονεμένο όσο χρειάζεται. Βαθύ όπως περιγράφεται στα μυθιστορήματα και δευτερολεπτούμετρο όσο να κόβεται από σφαγμένους ήχους μιας καμπάνας που παίζει μεσάνυχτα. Ζεσταμένο χωρίς το ξανά να του ορίζει το παρόν. Αντρικό όσο και θηλυκό συνάμα σε ένα σύμπλεγμα άφυλο,ομοιογενές και αυθύπαρκτο. Γεννημένο με υπόσταση. Φτιαγμένο με φωτιά. Μεγαλωμένο με εκ των έσω γνώση.

Το φιλί σου, μάτια μου, αρχίζει με Ω.

Παρασκευή 22 Απριλίου 2011

Παρα-δίδομαι!



Είναι λένε, κάποιες σκιές που σε έρωτα μεταμορφώνονται. Κι αγρυπνούν στη φλέβα του λαιμού, στολίζοντας δροσοσταλίδες τους παλμούς. Κι ύστερα χύνονται σε στήθη καυτά από ιδρώτα και πόθο. Χορεύουν χορούς αλήτικους σε ξυπόλητες φωτιές ανάμεσα στα δέντρα. Κι ύστερα πέφτουν σα πυγολαμπίδες στα ερωτηματικά. Χάνονται με το πρώτο φως της ημέρας και γίνονται σκόνη.
Είναι λένε, κάποιες πεθυμιές που χαϊδολόγημα φέρνουν. Σε ανάστατα κορμιά που αποζητούν το διότι. Που αναμένουν επαφή με ρίμα. Που διαδέχονται τους χρόνους χωρίς να σέρνουν ξοπίσω τους αποκαΐδια. Κι αυτές οι πεθυμιές σα λατρευτούν, γίνονται ηφαίστειο έτοιμο να λαβώσει τους ευτελείς παράγοντες του ασύνδετου. Χαλάλι φωνάζουν οι φωνές στη γνώση της συνοχής.
Είναι λένε και κάποιες οπτασίες που γδύνονται οραμάτων. Που επαφίενται στη χάρη του μυστικού. Του ασύμφωνου. Και του υπέρτατου. Που εξανεμίζονται ανάμεσα απ’ τη φωτιά των σωθικών και βγάζουν φτερά προς το φευγιό. Μετά, πεταρίζουν στο φυσικό εκείνο περιβάλλον που ξέρει να δέχεται την έμπνευση. Και γίνονται καρδιές. Πεταλούδες. Κόκκινες κορδέλες σε μαλλιά. Χρυσόσκονη σε βλεφαρίδες που στάζουν μύρο.
Κι όλοι οι μύθοι, λες και συγκλίνουν στο να φτιαχτεί ξανά και ξανά μέσα από το ανελέητο, το απείθαρχο και το αναγκαστικό, καινούργιο ξεδίψασμα που έρχεται μ’ ένα απαλό αγέρι μέσα από του ασυνείδητου το θέλω. Και γίνεται φωτοστέφανο που ραίνει βροχή υφαίνοντας μανδύα συνενοχής σ’ ένα καινούργιο όνειρο.
Έτσι είναι, καινούργιε αγαπημένε. Ασπάζομαι τον ερχομό σου και ιχνηλατώ τα πρέπει σου.

Παρα-δίδομαι!

(δικό σου. δικό σου. δικό σου)




Δευτέρα 4 Απριλίου 2011

Όσο και αν με ερεθίζουν!



Στης υγρασίας την υφή ξανά αναστημένη μ’ ένα δίχτυ για του κάτι μου την ανάδειξη χωρίς προστασία στης γης το άγριο. Κρέμομαι από την γωνιά αγναντεύοντας το βάθος, κοιτώντας για σκόνη αστερισμών και αλήτικες ακτίνες. Χαζεύω τους χορούς των αοράτων και γνέφω σε ακόμη ένα γύρισμα της πεθυμιάς. Υπάρχω για να σέρνω ξοπίσω μου καπνούς, ομίχλη κι ανάθεμα. Ανάβω λιβάνι και ξορκίζω τις κατάρες. Πίνω στην υγειά των όσων, των πολλών και των τίποτα.

Ρίχνω μια στάλα ηδονής στο κέντρο της σπηλιάς να γίνει καταρράκτης. Να ξεχειλίσει ποτάμι που πνίγει φόβους, δισταγμούς και σταματήματα. Να γίνει ατίθασος βόμβος σαν από μέλισσας πέταγμα που ξέφυγε από το σμήνος να βρει αγάπη. Να μεταμορφωθεί σε πεταλούδα με σπείρες για στολίδι. Νεράιδας γύμνια να απλώσει στης φύσης το ολόκληρο, να αποτινάξει τα απεγνωσμένα μονοπάτια του αδιέξοδου.

Μαζί με το αγρίμι που καραδοκεί ανακατεύω εκ μνήμης λόγια αιώνων. Φύσα με, Πάρε με, Λάτρεψέ με, Μείνε. Και πώς να φτιάξω τους ωροδείκτες όταν στέκομαι στο Αμήν? Το παραπέρα αποζητά να αφήσω το σκοινί και να γίνω βουτιά στο κύμα. Να ρουφηχτώ στο συν επί πλην χωρίς να υπάρξω αποδεκτό γινόμενο. Να ορίσω ένα ακόμη θέλω με γράμματα αναστενάρικα. Και να το αφήσω να με παρασύρει σε μεθυσμένο ξενύχτι. Χωρίς ξ-ημέρωμα.

Μέχρι να συμπληρώσω το Ω της αρχής, ψεκάζω με αγίασμα τα βλέφαρά μου. Για ανταύγειας μετάξι μεταξύ των χρόνων μου. Για δροσιά στα ξυπόλητα βαδίσματά μου ανάμεσα απ’ τις σκιές. Για ορμή στο πέταγμα ανούσιων παρασκευασμάτων με ημερομηνία θλίψης. Για γύρισμα ανάλαφρων σελίδων χωρίς νούμερα. Δεν υπάρχουν τα δευτερόλεπτα στο κενό κι ούτε στου μυαλού τις χαρακιές. Γι’ αυτό απο-φεύγω τα εκ των προτέρων ψεύτικα.

΄Οσο και αν με ερεθίζουν!