Πέμπτη, 28 Μαΐου 2009

Μπαμ!





Το λεπίδι στην άκρη του σκαμμένου δρόμου με κοιτά ανέκφραστο. Θέλει να το πιάσω απ’ τη λαβή του και να μαρκαριστώ με ακόμη μια χαρακιά. Ξέρει πως θα το κάνω μα θα το κάνω με τον τρόπο μου. Είναι ευχαριστημένο γιατί ο σκοπός του εκπληρώνεται. Κάθε φορά και μια σταγόνα αίμα παραπάνω. Κάθε φορά κι ένα αχ που το κλείνει μέσα του και το φτιάχνει μουσική. Μουσική στην κοφτερή του λάμα την ώρα που γυαλίζει στον ήλιο.

Προχωρώ με ξυπόλυτα πέλματα στην καυτή άσφαλτο. Θέλω να πιάσω μιαν ακτίνα ήλιου και να την δέσω κόμπο γύρω απ’ τη γάμπα μου. Και να στύψω το ηλίθιο χαμόγελό του την ώρα που βρίσκεται στην ώρα που μεσημεριού και να το βάλω στο μπλέντερ μαζί με μια χούφτα αγριοκέρασα για να δώσουν μια στροφή παραπάνω στον πηχτό πολτό που έχει φτιάξει η λάβα απ’ τη σκοτεινή πλευρά του φεγγαριού. Να το πιω μονοκοπανιά και να ξεράσω άστρα στην ποδιά μιας γαμημένης ανατολής που νομίζει πως έχει την δυνατότητα να φωτίζει το ένα το δύο και το τρία του χάρακα της αιωνιότητας.

Κι ένας άγνωστος δαίμονας πάλι στο διάβα μου που βρίσκεται ένα βήμα μπροστά. Που προσπαθεί να μου μιλήσει με την πλάτη του, μέσα από το σκισμένο του πουκάμισο. Κι αν κάνω πως τον ακούω απομακρύνεται για να μου δώσει αφορμή να τρέξω. Όχι, δεν θα τρέξω αυτή τη φορά. Θα κάνει εκείνος ένα βήμα πίσω. Βαρέθηκα να είμαι στο μπαμ της εκκίνησης και ο χρόνος να σταματάει εκεί. Και πάντα εκεί.

Το λεπίδι τώρα μου χαμογελά. Αντιλαμβάνεται την κίνησή μου και περιμένει να εκπληρώσει τον σκοπό του. Είναι φορές που δεν θέλω να αγγίζω. Είναι φορές που θέλω να πέφτω με όλη μου τη δύναμη της αδυναμίας μου πάνω σε αιχμηρές κορφές. Όχι για να γίνει πιο βαθιά η πληγή. Μα για να νιώσω το σκίσιμο του αέρα πάνω στο σώμα μου την ώρα που με διαπερνάει. Για να ακούσω ήχο. Και να δώσω στον στατικό πίνακα του περιστρεφόμενου κόσμου μια γουλιά απ’ της ζωής μου το ποτό...


...μπας και γευθεί κίνηση χρωμάτων πριν φτιάξουν θάνατο σκοτωμένo...

.