Σάββατο, 4 Ιουλίου 2009

Κλειδί




Κάτω απ’ το κρεβάτι μου κοιμάται ένας δράκος. Στον ύπνο του οι φλόγες του γίνονται καπνός και φτιάχνουν ομίχλη. Απ’ τα ρουθούνια του βγαίνουν σπίθες και πετούν σα πυγολαμπίδες στη σκοτεινιά. Με τραβάει στα μονοπάτια του και χωρίς δεύτερη σκέψη αφήνομαι. Αντιμετωπίζουμε μαζί επίδοξους ήρωες που έχουν για σκοπό να απελευθερώσουν την κλειδωμένη τους ψυχή η οποία έχει τη μορφή κάποιας πριγκίπισσας πίσω από κάγκελα δυσπρόσιτων πύργων. Είμαι καθισμένη πάνω στη ράχη του και κρατιέμαι γερά απ’ το λαιμό του. Γελάω όπως τότε που ήμουν παιδί. Αβίαστα. Χωρίς να χρειάζομαι λόγους ιδιαίτερους. Και κυρίως απαιτητικούς…


Έχω στη γλώσσα μου μια βρισιά. Την πιπιλάω και περιμένω να την πω με πάθος, με στόμφο, με προφορά. Σε όσους γουστάρουν να την ακούσουν από μένα. Σε όσους λεν πως είμαι καύλα όταν θυμώνω. Σε όσους με τσιγκλάνε για να σηκώνω τα μαλλιά μου ψηλά και να φτύνω τις λέξεις μου σα κουκούτσια από βερίκοκα. Με δύναμη, με φόρα, με ήχο…


Στο στηθόδεσμό μου κοιμάται ένα ξωτικό. Γουργουρίζει ήσυχο μέχρι να ξυπνήσει από ένα σφίξιμο. Καρδιάς, χεριού, φτερού, δεν έχει σημασία. Μα σα ξυπνήσει παίρνει μορφή αιθέρια. Που σε κάνει να μετανιώνεις που το ξύπνησες απροετοίμαστος. Ο κόσμος των αοράτων, δεν είναι για όλους. Κι αν κάποιος νιώσει διάφανος, αρχίζει να τρέμει. Το ξωτικό μου διασκεδάζει με κάτι τέτοια. Κι εγώ το χαϊδεύω. Εκεί…ανάμεσα απ’ τη γραμμή που σχηματίζουν τα στήθια μου…


Μέσα μου είναι ένας σεισμός. Ένας δαίμονας. Κι ένας θεός. Ένα ηφαίστειο. Ένα χρώμα. Και μια βροντή. Παλεύουν για το ποιο θα πρωτοβγεί. Ποιο θα ελευθερωθεί. Ποιο θα βγάλει τη γλώσσα στην καινούργια μέρα που ξημερώνει. Παλεύουν γιατί είναι όλα τους απαιτητικά. Θέλουν ίσο μερίδιο μα ακαθόριστο χρόνο στην ύπαρξή τους. Κι ανάλογα με το ποιο επικρατεί, με μεταμορφώνει. Γίνομαι τρέμουλο, σκορπάω φόβο, δημιουργώ ζωή. Ντύνομαι φωτιά, στάζω κόκκινο, ρίχνω κεραυνό…


Γύρω μου ακούω φωνές. Λένε πως είμαι πρόστυχη. Τρομαχτική. Θερμή. Πως είμαι κοριτσάκι. Έκφυλη. Αγνή. Με λένε νεράιδα. Μάγισσα. Μικρή. Θεωρούν πως είμαι τίποτα. Τα πάντα. Ή λειψή. Πως είμαι αδιάφορη, λάγνα, ερωτική…


Πάνω μου πέφτουν βόλια. Χλεύης, σπέρματος, χυμών. Πόθων, επίκρισης, θυμών. Με λούζουν βούρκο, αγίασμα, βροχή. Χρώματα, γεύσεις και πνοή...


Πολύπλοκη με φώναξε κάποιος και επιβλητική. Απλησίαστη. Και προσιτή…


Μα κάπου… έχω κρυμμένο το κλειδί…










.