Τρίτη, 14 Ιουλίου 2009

Ξε-γελάς!





Κοίτα μαμά τα ρούχα του. Κοίτα και πώς στέκεται πάνω στο περβάζι. ΄Ακρη άκρη. Δε φοβάται μη πέσει;


Δε το σκέφτεται μάτια μου. Δε το σκέφτεται…



Κόκκινο, μπλε, πράσινο. Το μαύρο μαμά δεν το φορά;


Τρομάζει τους γύρω το μαύρο, μωρό μου…



Μαμά, κοίτα που σηκώνει και τα πόδια του ψηλά. Σα να χοροπηδά. Έχει και κουδουνάκια στο αστείο του καπέλο. Τραγουδάει. Χορεύει. Κάνει και τους άλλους να χαμογελούν…


Ναι…



Μαμά…γιατί στο μάγουλό του έχει ένα δάκρυ;


Ίσως γιατί τα κουδουνάκια του κάνουν πολύ θόρυβο, ψυχή μου…



Τι σχέση έχει αυτό με το δάκρυ, μαμά;


Ίσως λυπάται που εμποδίζουν να δείξει τη σιωπή του…



Τότε…τότε γιατί δε σιωπά;


Γιατί…γιατί έτσι γεννήθηκε. Να γελάει και να κλαίει. Να είναι κοντά και μακριά. Να φοβίζει και να πλησιάζει. Να διαφέρει και να μοιάζει. Να είναι προσιτός μα και τόσο απόμακρος. Να φωνάζει και να μιλά. Και μόνος του να πλέκει στίχους για πανηγυριού χαρά. Για να τον κοιτούν τα παιδιά και να γελούν με τα σκουντουφλήματά του. Γιατί όταν σκοντάφτει ξεχνιέται. Γιατί θέλει να δει πόσοι καταλαβαίνουν τα τρικ του. Γιατί…δε μπορεί να κάνει αλλιώς. Γιατί το αλλιώς θα τον σκοτώσει. Γιατί…μόνο εκείνος ξέρει το γιατί…


Μαμά…


Τι, μάτια μου;


Καμία σχέση μ’ αυτό που παρουσιάζει, δηλαδή…


Πού άκουσες αυτή την έκφραση, ψυχή μου;


Δε ξέρω…


Ξέχνα την αγάπη μου. Ξέχνα την…











( Αφιερωμένο στις καινούργιες ανάσες που γνώρισα. Γιατί όλοι μέσα μας ξέρουμε το δικό μας το γιατί. Μα λίγοι θέλουν να το δουν… Ευχαριστώ όσους είδαν κάτι απ’ το δικό μου. Ευχαριστώ που με άφησαν να δω ένα μέρος της ψυχής τους. Ίσως σε μια σελίδα να μη μπορείς να ζωντανέψεις στιγμές. Μπορείς όμως με ένα συναίσθημα να μεταφέρεις εικόνες. Αυτές που έφερα μαζί μου είναι έγχρωμες, τρισδιάστατες, μη στατικές. Κι αυτό μ’ αρέσει…)