Πέμπτη, 16 Ιουλίου 2009

Το μίασμα




Ήταν μια φορά ένα κάτι που κανείς δεν το είχε προσδιορίσει. Ίσως κι εκείνο να μην είχε προσδιορίσει τον εαυτό του. Μα δεν το πολυένοιαζε κιόλας. Του άρεσε να κυκλοφορεί και να κατρακυλά σε δρόμους και δρομάκια, σε στενά και στενάκια, σε δάση και μονοπάτια. Και σε ρυάκια. Πολλά ρυάκια. Ειδικά στα ρυάκια, του άρεσε να περπατάει ξυπόλυτο και να νιώθει το κρύο το καθάριο το νερό να πηγαινοέρχεται ανάμεσα απ’ τα δάχτυλά του…


Αυτό το κάτι γνώρισε διάφορα μέρη, ανθρώπους, ζώα, πουλιά και λουλούδια. ΄Αφησε πάνω του να πέσουν στάλες. Βροχής, βλεμμάτων, χυμών, θυμών, επιθυμιών, φωτιάς, ομίχλης. Μεγάλωνε, γινόταν ζουμερό, άλλοτε ξερακιανό, χαμογελαστό, άγριο, καταθλιπτικό, σεξουαλικό. Κι όλοι το κοιτούσαν ανάλογα με το τι εξέπεμπε στον καθένα. Το προσπερνούσαν, το άγγιζαν, του έκαναν έρωτα, το φιλούσαν, το έλιωναν, το γαμούσαν, το χάιδευαν, το μισούσαν. Κι αυτό, συνέχιζε…


Μια μέρα έτσι στο ξαφνικό, το κάτι αποφάσισε να αρχίσει να αφήνει αποτυπώματα απ’ τα μέρη που διάβαινε. Γιατί δηλαδή να αφήνουν μόνο οι άλλοι αποτυπώματα πάνω του; ΄Ηθελε να αφήνει κι αυτό. Γιατί; Πολύ απλό. Επειδή μπορούσε. ΄Ετσι κι έκανε. Μερικοί τα καλοδέχονταν αυτά τα αποτυπώματα. Άλλοι αδιαφορούσαν. Κάποιοι ήταν ενοχλημένοι. Κι άλλοι πάλι, το ωθούσαν να αφήσει περισσότερα. Πόσο αγαπούσε εκείνους που το προέτρεπαν να φτιάξει καινούργια αποτυπώματα…


Στην πορεία του ανακάλυψε και κάτι που έκανε τα κόκκινα χειλάκια του να δαγκώνονται αναμεταξύ τους. Πότε ναζιάρικα, πότε με πάθος. Πότε περιπαιχτικά, πότε δήθεν αθώα. Πότε προκλητικά, πότε δήθεν ένοχα. Μα πάντα αισθησιακά. Κι ανακάλυψε πως έγινε απρόσιτο. Αδιάβατο. Απλησίαστο. Όχι στα λόγια. Όχι. Στα λόγια ήταν όλοι πρόθυμοι να το αγαπήσουν, να το πάρουν, να το ζουλήξουν, να το λατρέψουν, να το προσκυνήσουν, να το ξεσκίσουν και να του γλύψουν τα κομμάτια κι ύστερα να το σταυρώσουν για να το κάνουν εικόνα κάτω απ’ το προσκεφάλι τους…


Στην πράξη όμως, το κάτι μας διαπίστωσε, πως οι άλλοι το απέφευγαν επειδή φοβόντουσαν μήπως οι παραδίπλα - οι εκείνοι, οι αποκατινοί ντε- τους θεωρήσουν ίδιους μ’ αυτό. Και τότε…τότε αυτό θα ήταν γι’ αυτούς μεγάλη συμφορά. Θα χαλούσε την καλογυαλισμένη τους θαμπάδα. Το στίγμα που έχουν αφήσει. Το δικό τους το αποτύπωμα σ’ έναν κόσμο που φτιάχτηκε για να δημιουργεί ομίχλη. Σ’ έναν κόσμο που φτιάχτηκε για να γεύεται στα κρυφά. Σ’ έναν κόσμο που φτιάχτηκε για να θεωρεί παράξενο ότι συμπεριφέρεται διαφορετικά από εκείνους. Σ’ έναν κόσμο που φτιάχτηκε για να κοιτάει με μισό μάτι τη λαγνεία. Επειδή το κόκκινο φόρεμά της είναι πολύ έντονο για τα γούστα τα δικά τους…Κι επειδή το στήθος της- ναι το στήθος της- δε χωράει σε μια πλαστική παλάμη, παρά πάλλεται στη θέρμη του ονειρικού…


Κι έτσι, πήραν όλοι μαζί μια απόφαση. Κάθε που θα βλέπουν ένα τέτοιο κάτι, να προσπαθούν με κάθε τρόπο να μην αφήσουν την ανάσα τους να μπλέξει με τη δική του. Μην αφήσουν το χάδι τους να ακουμπήσει το δικό τους. Μην αφήσουν τις λέξεις του να μπλεχτούν με τις δικές του. Μη δείξουν πως αυτό το κάτι έχει κάτι που τυχόν τους αρέσει και έτσι εισπράξουν τον χλευασμό των ομοίων τους…


Είναι φορές, όμως, που αφήνουν μικρά ζαχαρωτά κάτω απ’ την πόρτα του για να του δείξουν πως το παρακολουθούν. Χωρίς όμως να τολμούν να το αντικρίσουν και να του μιλήσουν. Κι όποτε τύχει και το κάνουν, μετά, πλένουν καλά καλά τη σκέψη τους. Σκουπίζουν τα σάλια τους. Στεγνώνουν την υγρασία τους. Θεωρούν τρομερό, αποκρουστικό, απαράδεκτο, ότι η λαγνεία, ο σεξουαλισμός, οι παράξενες λέξεις και οι άγριες εκφράσεις μπορούν να συνυπάρξουν με όλες τις εκφάνσεις του είναι τους. Του είναι του…Και ανατριχιάζουν στην ιδέα μήπως η επαφή τους με αυτό το κάτι ρίξει νερά στην εικόνα που έχουν πλασάρει για τον εαυτό τους σε έναν τέλεια ανοργασμικό κόσμο που αποτελείται από αόρατους σπασμούς. Κι έτσι προτιμούν κρυφά ,μέσα από την κλειδαρότρυπα, να κοιτούν ηδονοβλεπτικά το κάτι μας πετώντας του πότε πότε κλεφτές ματιές την ώρα που εμφανίζει κομμάτια του δεμένα με κορδέλα που στάζει αναστεναγμούς…


Κι αυτό, γνωρίζοντας πως το βλέπουν, παίρνει τα ζαχαρωτά κάτω από την πόρτα του κι αντί να τα πετάξει, χαμογελά πότε λυπημένα, πότε πονηρά και πότε προκλητικά. Και…γέρνει πάνω τους. Βγάζει τη γλώσσα έξω, στην αρχή αργά αργά…περνώντας τη δυο γύρους γύρω απ’ τα χείλη για να υγρανθεί το χρώμα τους…κοιτάζοντας το κενό κατάματα…κι ακουμπώντας την απαλά απλά πάνω στη ζάχαρη…ή στο γλάσο…ή στη σοκολάτα…ή στη μαρμελάδα. Κι ύστερα, με πιο γρήγορες και δυνατές κινήσεις βγάζει όλη τη γλύκα πάνω από τα ζαχαρωτά...και μετά…την καταπίνει αγγίζοντας το λαιμό του νωχελικά, κάνοντας κινήσεις σα να χορεύει στο σεληνόφωτο που μπαίνει απ’ τις γρίλιες, πετώντας ένα ένα τα ρούχα του μέχρι να μείνει γυμνό…σκύβοντας…και δείχνοντας τ’ απόκρυφά του σε μια κοινωνία που το διαφορετικό το θεωρεί…


…μίασμα…






.