Παρασκευή, 2 Οκτωβρίου 2009

Πουθενά




Τσιμπούρι μαύρο μεταλλαγμένο νύχια αφήστε με γαμψά βαθιά μπήγονται με δύναμη σκούρο αίμα κατρακυλά αδύνατον να υποφέρω να μένω να παραμένω να ομολογώ να ορίζω να σκέφτομαι να θέλω να ποθώ να αλλάζω να χύνομαι κάτω σε τσιμεντένια άσφαλτο με τρίχωμα καφέ πλούσιο σκύλου μεγάλου πόσο μεγάλου με λουριά που να σέρνει αυτοκίνητο αφήστε με αφήστε με αφήστε με. Κοιτάζω παιδιά γυναίκα όχι μεγάλη ξανθιά μάλλον τσιμπούρι μένει εκεί βαθιά αρέσει του αρέσει δεν καταλαβαίνει τίποτα και τρέχει ακόμη ζεστό υγρό σε άσφαλτο καυτή με ήλιο γαμημένο ήλιο που τρώει σωθικά καίει καρδιές απάθεια απάθεια απάθεια σου λέω δεν το έχω δει έτσι άλλη φορά γιατί μήπως έχω δει τόσο μεγάλο καθίκι του κερατά να τρώει να γεύεται να κάνει να μην υποφέρει;


Κι απ’ την άλλη εκείνος με τους δυο άλλους να τους έχει κάτω γονατιστούς αυτός όρθιος να μπήγει να τραβάει να φωνάζουν να πονούν πότε πίσω από τον έναν πότε μέσα στον άλλον με δύναμη με φόρα να κοιτάω να προσπερνάω ανεβασμένη σε κείνη να πιάνει στήθος η άλλη μέσα γλώσσα βαθιά μέσα μου ανοίγω την κλείνω την έχω μελαχρινή να γεύεται να μου αρέσει να θέλω να βλέπω εκείνους να φωνάζουν και να πηγαίνω αλλού σκηνικό λάσπη κάτω να κάθεται εκείνος παιδί μέσα εκείνη κορίτσι δίνει και παίρνει μιλιά όχι ναι θέλει δε θέλει δε μιλάει φοβάται χύνει κι άλλο χύνει ξανά δίπλα άλλοι ίδιοι γαμάνε ξανά ξανά ξανά απόλαυση κι όμως δεν δεν μα όμως δεν σκηνικό ξέρασμα αηδία λάσπη εκείνος σκούρο.


Αποκάλυψη ξεκλείδωμα όχι εσύ εκείνος ο δικός μου ο ίδιος ο άλλος ο διαφορετικός
ο αλλού μου που είμαι εγώ που είναι εγώ που εσύ ποτέ δεν και ούτε θα γιατί ανήκει τίποτα ψάξιμο ψάξιμο ψάξιμο αποτέλεσμα μηδέν και πάντα μηδέν γιατί τίποτα το θέλω το αγαπώ το φτιάχνω το φτιάχνει ζει ονειρεύεται το χέζει ρε το χέζει ρε το χέζει ρε και έτσι είναι γιατί έτσι κάνει του έδειξε μου έδειξε ήρθε πάνω μου με έντυσε στα μαύρα στα κόκκινα με αέρα στα μαλλιά στο βλέμμα χρώμα κόκκινα χείλη ήρθε μέσα μου πάνω μου δώρο λέει για μένα χάιδευα έμεινα έφυγα γονάτισα γύρισα γύρισα γύρισα και φεύγω ξανά ξανά ξανά μου.


Το είπα όμως το είπα το έγραψα το πουθενά στο πουθενά για πουθενά με πουθενά μου είπε δεν είδε εκεί με κοίταξε φως αυτή είναι ναι αυτή είναι εσύ είσαι αστείο καπνός στα θρύψαλά του απομεινάρια χείλη στο άρωμα σα φιλί πεθαμένο φτιάχνει όμως δεν είναι δεν είναι δεν είναι κι ούτε θα γιατί χάνεται ενδιάμεσα αστείο που είναι κλάμα κηλίδα σε τοίχο αδειανό μα ναι του το είπα φάνηκε δε ξέρω τι σκέψη ξέρει όμως ξέρει εκεί ίσως πουθενά σε στίχο σε ήχο σε βήμα εκεί εκεί μου έλα ακούς θέλεις μα…


…πουθενά…


…πουθενά…









.