Κυριακή, 25 Οκτωβρίου 2009

Δεν άντεξες...





Ίσως να νόμιζες πως θα ερχόμουν περπατώντας στα ψηλά μου τα γοβάκια. Εκείνα τα κόκκινα που σου είχα περιγράψει σε μιας ζωγραφιάς το θα. Πάνω σε πόντους δώδεκα να κουνώ και να λυγιέμαι και να τρίζει το πλακάκι απ’ του στεναγμού το λίκνισμα. Και να ανεμίζει το στρίφωμά μου στου αγέρα το αναφιλητό.

Ίσως να νόμιζες πως θα ’χα τα στήθη μου σφιχτά μέσα από το χι των δώδεκα λουριών μου που θα έκλειναν μπροστά ως την κοιλιά. Και θα πετάγονταν αιχμές που θα ξεχείλιζαν στο μάτι. Κι οι θηλές μου να διαγράφονται απ’ του υφάσματος την πτυχή, πάνω κει στο γυάλισμα απ’ το μετάξι.

Ίσως πάλι να νόμιζες πως φούστα κοντή θα φόραγα ή και παντελόνι τόσο στενό που να φαινόταν το σχήμα από τα απόκρυφά μου. Να πέφτει το μάτι στα σημεία που ποθείς και που θα ήθελες να είναι όπως τα περιμένεις. Κι όταν θα περπατώ να τρίβονται οι γοφοί μου και ν’ ακούς, θαρρείς, το αχ που βγαίνει ανάμεσα τους.

Ίσως ίσως να φανταζόσουν πως ψηλά θα είχα τα μαλλιά για να φαίνεται ο ατίθασος λαιμός μου που θα τον έγερνα νωχελικά προς το μέρος το δικό σου κάθε που θα έκανες και μια μικρή σιωπή. Και κάτι τούφες να πετάγονται ατίθασα, λες και να ήθελαν να ξεφύγουν απ’ το πρέπει της γραμμής τους. Και να ήταν αυτές που θα σου έδιναν το ερέθισμα που περίμενες για να μ’ αγγίξεις. Δήθεν πως πας το χτένισμα να μου διορθώσεις.

Κι ίσως να σκεφτόσουν περιμένοντάς με, πως θα ήμουν εγώ εκείνη που καρτερούσες να φανεί απ’ τη γωνιά του δρόμου. Μια γυναίκα, ένα κορίτσι, μια λαχτάρα μέσα στη γκρίζα τη βροχή. Του Μάη το κορίτσι με το πάμε στη λαλιά.

Κι όταν έπιασε το σούρουπο, μπροστά σου φανερώθηκα. Έτσι ξαφνικά. Πίσω απ’ τον κορμό του δέντρου που στεκόσουν. Φορώντας το γυμνό μου βλέμμα και περιττά μηδέν. Κι ήμουν εγώ που χαμογέλασα στα άδεια σου τα χέρια. Έχοντας κάτω τα μαλλιά, ξυπόλυτη...σα κόρη του Απρίλη...

Κι ήσουν εσύ που έφυγες χωρίς μιλιά να βγάλεις, ανοίγοντας τα χείλια σε σύμφωνα βροντής. Έχοντας κάτω τη ματιά και έναν πνιγμό στην τσέπη. Με δύο βήματα χωρίς κι ένα γιατί να πρέπει...

Τόσο πολύ δεν άντεξες τη γύμνια της ψυχής μου...


...τόσο πολύ δεν άντεξες το θέλω που διέκρινες στην άκρη της πνοής μου...






.