Πέμπτη, 5 Νοεμβρίου 2009

Όταν θα έρθεις κυρά μου στο παζάρι!


Θα πουλήσω άντρες στο παζάρι. Σκλάβους και ευγενείς. Άρχοντες και αλήτες. Καθαρούς και βρωμιάρηδες. Ψεύτες και λιγότερο ψεύτες. Θα διαλαλώ όμως, τις μεταχειρισμένες ορέξεις τους. Γιατί αυτό το παζάρι είναι ιδιαίτερο. ΄Εχει προϊόντα από δεύτερο χέρι. Θα πουλήσω τα θα, τα θέλω, τα ναι τους. Τα ότι, τα διότι, τα γιατί τους. Τα δήθεν, τα τώρα και τα πριν τους. Θα μοιράσω και μια υποψία από το αβέβαιο μέλλον τους, τριμμένο σε σκόνη με χρώμα μενεξεδί. Που θα μυρίζει νιρβάνα, μούχλα και λίγο από επιθυμία ανεκπλήρωτη.

Θα φτιάξω πάγκο με καρφιά και θα καρφώνω χαρακτηριστικά. Ένα βλέμμα σαγήνης, ένα στραβό χαμόγελο, μια μπάσα χροιά, ένα βήμα σταθερό. Μια τρύπα από σόλα, μισή τσέπη αδειανή, δυο τρίχες βαμμένες. Θα ρίξω σε τελάρο φυλλοκάρδια τους-κάτω τα σαπισμένα, πάνω τα πιο φρέσκα- θα βάλω σε μπολάκι τους χαμένους βόλους που έπαιζαν μικροί, θα κλείσω σε βαζάκι τους αγχωμένους οργασμούς τους.

Θα μοστράρω μια γεύση απ’ την κολόνια τους, μια αγαπημένη τους ανάμνηση και μια ζωηρή τους λέξη. Θα κρεμάσω απ’ τη σκεπή του πάγκου μου ένα ζορισμένο ξημέρωμα, μια κλαμένη νύχτα και κάτι παράνομες αγκαλιές. Κρυφά τηλεφωνήματα, εξαναγκασμένα λόγια, κινήσεις χωρίς νόημα. Και θα απλώσω με μανταλάκια δείγματα γραφής τους. Απ’ αυτή που ξέρουν να κάνουν όταν έχουν σκοπό να πηδήξουν μυαλά. Όσοι έχουν την ικανότητα να το κάνουν, δηλαδή. Κι ύστερα θα ανεμίσω τον αέρα που αφήνουν απ’ το φευγιό τους όταν αποφασίζουν χωρίς κουβέντα να εξαφανιστούν. Αυτόν, θα τον κλείσω σε πολύχρωμα μπαλόνια και θα στολίσω τη γωνιά μου. ΄Ετσι, για εφέ. Θα δίνω δώρο και καρφίτσες για να ακούγεται το λυτρωτικό μπαμ σε όσους κάνουν τέτοια αγορά. Σα τα χαστούκια που θα ήθελαν να ρίχνουν στο είδος που ονομάζεται είτε χέστης, είτε ανίδεος, είτε ανώριμος, είτε παρτάκιας, είτε οτιδήποτε άλλο που χαρακτηρίζει την μικροψυχία και την αδιαφορία τους.

Α, δεν θα είμαι ακριβή. Τα φτηνά χαρακτηριστικά, άλλωστε, είναι για μικρές τιμές. Και εγώ τους πελάτες μου τους σέβομαι. Εξάλλου, θα πουλάω αντικείμενα με ημερομηνία λήξης. Όχι υποκείμενα με εύρος ζωής. Γιατί κάποιος που θέλει να λέγεται υποκείμενο, σημαίνει πως θα έχει και υπόσταση. Και οι υποστάσεις, δεν πιάνονται. Οι ουσίες δεν εγκλωβίζονται. Η τιμή θέλει τιμή για να υπάρξει. Και τα προϊόντα μου, θα είναι για ακριβά γούστα. Ακριβά στα αισθήματα, στα συναισθήματα και στις αισθήσεις.

Θα μου πείτε και γιατί να μπει κάποιος στον κόπο να ρίξει έστω και μια ματιά στον πάγκο μου; Και γιατί να θελήσει να δώσει κάτι για να αγγίξει έστω και κάτι απ’ αυτά που πουλιούνται; Μα οι λειτουργίες μας μερικές φορές δρουν από μόνες τους. Χωρίς ιδιαίτερη σκέψη. Παίρνουμε πάντα ότι μας είναι χρήσιμο; Όχι δα. Πώς θα ζούσαμε κι εμείς οι μαζόχες που μαζεύουμε όλα αυτά απ’ τα ταξίδια μας για να τα πουλάμε ύστερα σε σκονισμένα παζάρια; Από άλλους μαζόχες που δεν θέλουν να ξεχνούν τα δικά τους και αρέσκονται στο να διαπιστώνουν πως υπάρχουν ομοιοπαθούντες. Λίγο είναι αυτό;


Δε λέω πως δεν υπάρχουν και πάγκοι που πουλούν γυναίκες και ότι αυτές ανάλογα αντιπροσωπεύουν. Σίγουρα θα υπάρχουν αντίστοιχα είδη προς πώληση καθώς και πελατεία. Οι πάγκοι έχουν απ’ όλα. Για όλα τα γούστα. Για όλες τις θλίψεις. Για όλους τους αναστεναγμούς. Για όλες τις μη εξηγήσιμες ορέξεις.

Το θέμα όμως είναι πως όσο και να ψάχνουμε, όσο χρόνο κι αν αναλώσουμε, όσο και να αναζητούμε, είτε ως πωλητές είτε ως αγοραστές, ένα πράγμα δεν θα υπάρχει στο παζάρι.


Αρχίδια! ΄Εστω και μεταχειρισμένα.


Είδος υπό εξαφάνιση βλέπεις…
.