Δευτέρα, 16 Νοεμβρίου 2009

Ρουά Ματ





Με ρούχα βασιλικά στέκομαι και περιμένω. Η σειρά μου δεν αργεί. Πτώση μετά τη σφαγή. Μια πτώση θεαματική την ώρα της πρώτης αστραπής. Την ώρα που οι ουρανοί ανοίγουν για μια συναυλία κρουστών στους χτύπους του φθόνου. Της εκδίκησης. Της αέναης θέλησης της επικράτησης. Και της επικρότησης. Σε λασπόνερα θα χώσω τα διαμάντια μου. Να λάμπουν σα σημάδια, σα μάτια γάτας σε δρόμους δύσβατους για τους επόμενους εξερευνητές. Για τους επόμενους μαχητές. Για τους μελλοντικούς κατακτητές των χωμάτινων λόφων μου.


Πύργοι γκρεμισμένοι, στρατιώτες λιποτάκτες, άλογα κουτσά. Κραυγές και σύντροφοι πεταμένοι σε κομμάτια μέσα σε τοπίο καταχνιάς. Θόρυβος απόκωφος και μυρωδιά καπνίλας. Ψημένα κορμιά μέσα στα στρατόπεδα του πόθου. Πνιγηρές ορμές πιεσμένες σε ρημαγμένο παρελθόν. Το μέλλον αόρατο. Στραγγαλισμένο μέσα στην ομίχλη. Φόβοι παντού. Άντρες διαμελισμένοι. Τρομαγμένοι. Οπλίτες που καταπίνουν κεραυνό ξερνώντας ανείπωτες κραυγές.


Τους κοιτώ από ψηλά έτοιμη για ένα γονάτισμα ακόμη. Έτοιμη να ρίξω ένα κορμί στη λύσσα του χρόνου. Να δώσω τη θέση μου σε μια ακόμη στημένη παρτίδα. Κάτω από προβολείς θανάτου. Μέσα σε στάλες κόκκινες. Δίπλα σε απονενοημένες ψυχές που κουράστηκαν να διαβαίνουν μονοπάτια. Ψυχές μόνες σε άλογα λειψά. Γραφές ξεθωριασμένες σε πλάκες με κάρβουνο. Εξαντλημένες από μια συνεχή κατρακύλα σε ποτάμια παραμελημένης μέθης.


Θα εκπνεύσω και θα εκπληρώσω τον σκοπό μου. ΄Ηρθε η ώρα που θα αποδυθώ τον ποτισμένο με λαγνεία μανδύα μου. Τρελή μορφή ενός τόπου στο ενδιάμεσα του νου. Ξιπασμένη πόρνη μιας περασμένης καταιγίδας. Μάρτυρας των παθών δυο στρατοπέδων παρατεταγμένων πάνω σε ξύλο γδαρμένο με σουγιά. Βασίλισσα χωρίς υπηκόους. Χωρίς υπηρέτες. Χωρίς βασίλειο. Χωρίς τιμές. Από καιρό νεκρή μέσα σε κόσμο χωρίς όραμα με καθάριο στόχο. Πότε μαύρη, πότε άσπρη, μια σκιά που χάνομαι…


… σαν ανατέλλει το απόλυτο σκοτάδι…

.
.