Κυριακή, 22 Νοεμβρίου 2009

Εξπρές...






Είναι κάτι θεριά που έχουν μέσα τους το φως. Κάτι άνοιξες και φθινόπωρα λίγο πριν τη μεταμόρφωση. Κάτι αναλαμπές που ψάχνουν διέξοδο προς το άγνωστο, το κάτι, το πουθενά. Και θέλουν να εμφανίσουν το δικό τους τίποτα σε ένα τίποτα ακόμη. Έτσι. Για πλάκα. Για ανουσιότητα. Για μηδενισμό εις το πηλίκον. Για την καύλα της προσπάθειας.


Κι έρχονται στιγμές που εξαφανίζονται σε ένα άπειρο από βρόμικες ανάσες, χαριεντισμένα βλέμματα, ανείπωτες αναστολές. Φορούν δερμάτινα και βάζουν κρίκους στα στήθη. Ξυρίζουν τ’ απόκρυφα σε σχήμα κωλοδάχτυλου και εξανεμίζονται στα ουράνια βάθη. Αχ, εραστές της λήθης μου πόσο δίκιο είχατε που κρυβόσασταν κάτω από ματωμένα σεντόνια μη λάχει και δείξετε τον πόθο του τρόμου σας.


Είναι όμορφο να βλέπεις σούρουπα σε μάτια λάγνα. Ακόμη πιο όμορφο να αγγίζεις ερεθισμένες ανατολές που βγαίνουν πίσω από λόφους χαμένης ύπαρξης. Ω...δείξτε μου έναν γκρεμό ακόμη να με δείτε να τον διαβαίνω αγέρωχα και γελάστε με την πτώση της ανηθικότητάς μου. Πόσο γουστάρω να ντρέπεστε βλέποντας ακόμη έναν εαυτό που φανερώνεται μπροστά σας χωρίς να ξέρετε πώς να τον διακορεύσετε.


Μη ζητάτε ανάλατες φυγές. Μπορείτε άραγε να παρακολουθήσετε δυο κουνήματα ολογραμμάτων χωρίς ν’ αγγίξετε τη στύση σας; Θα ήθελα να παίξω με τα βασανίσματά σας. Μα θα σας τρομάξω ξανά. Και δεν ξέρω αν ακόμη ήρθε ο καιρός να κυνηγήσω...


...ακόμη μιαν ανέραστη ομίχλη...









.