Πέμπτη, 29 Οκτωβρίου 2009

Φρικοβροχή




Θέλω να πιάσω το έψιλον απ’ το όνομά σου και να το ξεχειλώσω. Να το ξεχειλώσω τόσο πολύ που να το κάνω χτένα για να χτενίσω τα μπερδεμένα μου μαλλιά. Και σε όσους κόμπους σκοντάφτει να σπάνε και κάμποσα δόντια. Κι ύστερα να βάλω τη χτένα κάτω απ’ τη βρύση να της ξεπλυθούν οι σκόνες, με καυτό νερό και με σαπούνι. Να σκοτωθούν και τα μικρόβια. Και να την τρίβω γερά και δυνατά και με μανία και να την αφήνω μέχρι να κοκκινίζουν τα χέρια μου απ’ την τριβή και τη ζέστη του νερού. Ίσως έτσι σπάσει και κάνα δόντι παραπάνω. Ίσως την ακούσω να βγάζει κι ένα αχ!


Θέλω να πιάσω ένα χ από το αχ σου να ματαιώσω στο σκουριασμένο βλέμμα σου όλα τα πράγματα που σε τράβηξαν απ’ τον δρόμο σου και σου φώναζαν έλα και εσύ σαν κομπάρσος στην κωμωδία άλλων, σαν
καμαρότος στην περηφάνια της πλεύσης τους, άλλαξες χρώμα και γεύση ως την σκόνη σου.


Θέλω να φέρω μιαν ηχώ να δέσει στο στερέωμα των ματιών σου μια θαλασσιά κορδέλα και να σε γονατίσω δευτερόλεπτα μετά το ηλιοβασίλεμα σα θυσίας προσφορά σε άγνωστο θεό. Να σου λατρέψω το χαμόγελο μέσα απ’ των ματιών σου το δείλι φέρνοντας μια χούφτα άμμο από μέρη ξωτικά. Και να χωθώ στην άβυσσο του δικού σου τίποτα μέχρι να ξυπνήσει το τελευταίο πνεύμα του χθες μου.


Θέλω να πάρεις από το δέρμα μου όλα σου τα βλέμματα. Να κατρακυλήσει η μοναξιά σου στον ΑχέροντΑ να μην υπάρχει η φωνή , να μην υπάρχει η σιωπή. Και να κρατάς στα χέρια σου όλα τα εγκλήματα .Προσεκτικά. Μη σπάσει ο στεναγμός και ελευθερωθούμε αλλοτριωμένοι όπως είμαστε.
Γιατί τότε , θα μας ξεβράζει η θάλασσα στα ράμφη των πουλιών. Μπροστά από ένα αρχαίο και σαρακοφαγωμένο τοτέμ.


Θέλω...μια φρικοβροχή να καλύψει το είναι μου και το θα σου. Ξεπλυμένοι ναυαγοί σε πλανήτες με αρώματα. Να γυρνάς και να φέρνεις στη χούφτα σου άστρα. Να μένω και να πλέκω κορδέλες με φύκια και να στολίζω το σύμπαν σου. Θέλουμε. Ρήματα με υπόνοια του γίγνεσθαι. Κι όχι της αρπαγής.


Θέλουμε...


...στάλες αναρριχώμενες στα φεγγάρια των θέλω μας...














Νάδα (...ντυμένος στα λευκά...)



Νεράιδα της βροχής (...στα κόκκινα φτιαγμένη...)


.


Κυριακή, 25 Οκτωβρίου 2009

Δεν άντεξες...





Ίσως να νόμιζες πως θα ερχόμουν περπατώντας στα ψηλά μου τα γοβάκια. Εκείνα τα κόκκινα που σου είχα περιγράψει σε μιας ζωγραφιάς το θα. Πάνω σε πόντους δώδεκα να κουνώ και να λυγιέμαι και να τρίζει το πλακάκι απ’ του στεναγμού το λίκνισμα. Και να ανεμίζει το στρίφωμά μου στου αγέρα το αναφιλητό.

Ίσως να νόμιζες πως θα ’χα τα στήθη μου σφιχτά μέσα από το χι των δώδεκα λουριών μου που θα έκλειναν μπροστά ως την κοιλιά. Και θα πετάγονταν αιχμές που θα ξεχείλιζαν στο μάτι. Κι οι θηλές μου να διαγράφονται απ’ του υφάσματος την πτυχή, πάνω κει στο γυάλισμα απ’ το μετάξι.

Ίσως πάλι να νόμιζες πως φούστα κοντή θα φόραγα ή και παντελόνι τόσο στενό που να φαινόταν το σχήμα από τα απόκρυφά μου. Να πέφτει το μάτι στα σημεία που ποθείς και που θα ήθελες να είναι όπως τα περιμένεις. Κι όταν θα περπατώ να τρίβονται οι γοφοί μου και ν’ ακούς, θαρρείς, το αχ που βγαίνει ανάμεσα τους.

Ίσως ίσως να φανταζόσουν πως ψηλά θα είχα τα μαλλιά για να φαίνεται ο ατίθασος λαιμός μου που θα τον έγερνα νωχελικά προς το μέρος το δικό σου κάθε που θα έκανες και μια μικρή σιωπή. Και κάτι τούφες να πετάγονται ατίθασα, λες και να ήθελαν να ξεφύγουν απ’ το πρέπει της γραμμής τους. Και να ήταν αυτές που θα σου έδιναν το ερέθισμα που περίμενες για να μ’ αγγίξεις. Δήθεν πως πας το χτένισμα να μου διορθώσεις.

Κι ίσως να σκεφτόσουν περιμένοντάς με, πως θα ήμουν εγώ εκείνη που καρτερούσες να φανεί απ’ τη γωνιά του δρόμου. Μια γυναίκα, ένα κορίτσι, μια λαχτάρα μέσα στη γκρίζα τη βροχή. Του Μάη το κορίτσι με το πάμε στη λαλιά.

Κι όταν έπιασε το σούρουπο, μπροστά σου φανερώθηκα. Έτσι ξαφνικά. Πίσω απ’ τον κορμό του δέντρου που στεκόσουν. Φορώντας το γυμνό μου βλέμμα και περιττά μηδέν. Κι ήμουν εγώ που χαμογέλασα στα άδεια σου τα χέρια. Έχοντας κάτω τα μαλλιά, ξυπόλυτη...σα κόρη του Απρίλη...

Κι ήσουν εσύ που έφυγες χωρίς μιλιά να βγάλεις, ανοίγοντας τα χείλια σε σύμφωνα βροντής. Έχοντας κάτω τη ματιά και έναν πνιγμό στην τσέπη. Με δύο βήματα χωρίς κι ένα γιατί να πρέπει...

Τόσο πολύ δεν άντεξες τη γύμνια της ψυχής μου...


...τόσο πολύ δεν άντεξες το θέλω που διέκρινες στην άκρη της πνοής μου...






.

Τετάρτη, 21 Οκτωβρίου 2009

Σ’ αγαπώ γιατί είσαι ωραίος




Σου πάνε τα ρούχα που διάλεξες ψες. Ταιριάζουν με τη μάχη που δίνεις μέσα σου. Να δείχνεις σοβαρός μέσα σε πρόσωπο παιδικό.





Μη μου ανησυχείς. Θα λατρεύω πάντα την ηλιαχτίδα που φτιάχνει αυτή την ατίθαση ανταύγεια στα μαλλιά σου.





Και θα αφήσω για αργότερα τη σκέψη πως ίσως κάποτε με ξεπεράσεις…







.

Σάββατο, 17 Οκτωβρίου 2009

Απότομα




Βροχή και σοκολάτα ρόφημα. Ζεστό, ενισχυμένο με baileys. Να ακούγεται η γεύση. Και να αχνίζει η ομίχλη του.

Ένα μπαλκόνι, μισό σούρουπο και δυο πλατανόφυλλα να έχουν έρθει απ’ το πουθενά. Και από κάπου, μια μυρωδιά από αρωματικό τσιγάρο.

Βλέμμα ανάμεσα απ’ τις αισθήσεις που φέρνει ότι κρύβεται πίσω απ’ τα λόγια. Στο μυαλό εικόνες άσχετες μα και τόσο σχετικές μ’ αυτό που θα ήθελες. Κι είναι κάποιες φορές, που το μόνο που θέλεις, είναι απλά…να θέλεις.

Κάτι κάγκελα φτιάχνουν ρίγες στο τοπίο. Και πεταμένες σελίδες από ένα διήγημα που σταμάτησε στο κόμμα του. Είναι κάποιες ιστορίες, που το μόνο που χρειάζονται είναι η υπόνοια του ατελείωτου. Κι αν τις σκορπάς στον αέρα, είναι σίγουρο πως θα βρουν το δρόμο τους εκεί που πρέπει να ανήκουν.

Καλτσάκια κοντά με μαύρα παπούτσια. Κι οι στάλες να μπαίνουν ενδιάμεσα απ’ τις κλωστές. Αίσθηση ουρανού που φιλάει την κίνηση. Αστραπή. Μέσα. Ρούχα κάτι μεταξύ φθινόπωρου στο μισό του και μιας εποχής που δεν έχει ανακαλυφθεί ακόμη.

Να βάλεις στο κρεβάτι κι ένα αγόρι για το πρώτο σου παιδί. Να είναι αρσενικό. Πώς μου ήρθε αυτό τώρα στο νου; Και τρία κουφέτα κάτω απ’ το μαξιλάρι. Και δίχτυ με ψωμί κι ένα ψαλίδι πίσω απ’ τα στέφανα. Δεμένα, ε; Μα, πού τα έχεις ακούσει αυτά; Τα έχεις κάνει άραγε; ΄Εχει υπάρξει εποχή που τα έχεις κάνει; Δε θυμάσαι.

Να φύγεις, μωρέ. Δεν αντέχω. Θέλω έρωτες. Τα έχεις πει αυτά; Τα έχεις σκεφθεί όμως, έτσι δεν είναι; Κι ίσως…να τα έχεις κάνει, ε; Τα έχεις κάνει. Πουτανίτσα.

Ρίχνει βροχή. Και φέρνει αρώματα. Σταματάει και κάτι ήχους άγαρμπους. Όμορφο αυτό. Γιατί οι σταθμοί βάζουν μελαγχολικά τραγούδια όταν βρέχει; Γιατί όλοι κάνουν πράγματα που περιμένεις ότι θα κάνουν; Βαρέθηκα.

Το δεύτερο εναμισόλιτρο με νερό κοντεύει να έρθει στο μισό του. Διώχνει τις τοξίνες. Κάνει καλό και στο δέρμα. Φαίνεται να λάμπει. Και αργούν κι οι ρυτίδες. Κι απ’ την άλλη, πλακώνεσαι στα τσιμπολογήματα. Ωραία γεύση που έχει το φρεσκοξεφούρνιστο ψωμί με κόκκινη πικάντικη σπιτική σάλτσα, ε; Κατευθείαν απ’ την κατσαρόλα, όμως. Εκεί είναι όλη η ουσία. Στην κίνηση.

Κόκκινο κρασί με κανέλα. Γλυκό. Αχ! Και μια γλώσσα στα χείλη σου επάνω. Κι έρχεται και από μια ανοιχτή πόρτα ένα να έρθω κι εγώ αγκαλιά; Κι από μια άλλη πόρτα ακούγεται δυνατά ένα φεύγω χωρίς να περιμένει απάντηση. Χαμογελάς. Κι ύστερα σκέφτεσαι πως όλο αυτό…το σκέφτεσαι.

Η βροχή τελειώνει. Όπως και μια πτώση που βρίσκει έδαφος να σπάσει. Δε φταίει το έδαφος μωρέ.

Η βροχή ξανάρχεται. Και σου έρχεται να κάνεις όλα τα αντίθετα. Και κάνεις πάλι τα ίδια. Κι έχει το γούστο του.

Θέλεις να τελειώσεις κάτι απότομα και μετά σκέφτεσαι πως πρέπει το τέλος του να έρθει ομαλά. Γιατί; Για να μην αρχίσουν οι ερωτήσεις; Κι οι απογοητεύσεις; Γιατί; Μήπως όλοι οι θάνατοι έρχονται ομαλά; Σιγά. Έτσι θα το τελειώσω και τούτο εδώ δα.

Απότομα.







.

Παρασκευή, 9 Οκτωβρίου 2009

Τι θέλουν οι αγάπες;


Γεννιούνται οι αγάπες; Κάποιος σου βάζει το σπέρμα του και τις κυοφορείς; Ανοίγεις ύστερα τα πόδια και τις κρατάς στα χέρια βγάζοντας τη μορφή τους από μέσα σου; Τις έχεις αγκαλιά και τις νανουρίζεις; Τις χαϊδεύεις; Τις νταντεύεις; Τις παίζεις; Τις μεγαλώνεις;


Προσφέρονται οι αγάπες; Μεταδίδονται; Είναι κολλητικές; Αγαπιούνται οι αγάπες; Ερωτεύονται; Παχαίνουν; Αδυνατίζουν; Νιώθουν άσχημες ή όμορφες; Πεινούν; Υποφέρουν; Ζουν επειδή μας έχουν; Ή ζούμε επειδή τις έχουμε; Είναι πλασματικές οι αγάπες; Είναι αόρατες; Μιλούν; Φωνάζουν; Βρίζουν; Γαμούν οι αγάπες;

Είναι κάτι νύχτες που γράφεις για αγάπες. Είναι κάτι μέρες που εσύ ζωγραφίζεις τον ήλιο. Που εσύ διώχνεις τα σύννεφα. Εσύ βάζεις τις κίτρινες πινελιές στα φύλλα. Κι εσύ φοράς εκείνο το κραγιόν που φεγγοβολά τα θέλω σου. Κι άλλες στιγμές, πάλι, που ζυμώνεις σύννεφα, τα ψήνεις στην καρδιά σου και μοσχοβολά άρωμα βροχής. Μελαγχολικής. Και σ’ αρέσει αυτή η μελαγχολία. Σ’ αρέσει πολύ. Κι είναι φορές που τις αφήνεις να καούν λίγο παραπάνω και πονάς κι εσύ μαζί τους. Και αφήνουν τρίμματα που τα ρίχνεις στα μυρμήγκια και στα περαστικά πουλιά. Για να μη πάνε χαμένα τα υπολείμματά τους. Γιατί ακόμη κι αν νομίζεις πως είναι χαλασμένες, όλο και κάποιος θα τις βρει χρήσιμες.

Πεθαίνουν οι αγάπες; Τις θάβεις; Τους βάζεις φόρεμα λευκό και τις συνοδεύεις με λυγμούς; Φυτεύεις λουλούδια και τις ραίνεις με πέταλα; Μουρμουράς και τις λιβανίζεις; Ανάβεις και κεριά για να μη νιώθουν μόνες; Βάζεις δίπλα τους αγαπημένα αντικείμενα να έχουν στα όνειρά τους; Παίζεις και μουσική; Πες μου…μεθάς όταν τις σκέφτεσαι;

Ακούς ήχους που σου θυμίζουν αγάπες; Κλείνεις τα αυτιά σε τραγούδια που σε κάνουν να τις βλέπεις μπροστά σου; Ανοίγεις στη διαπασών το ντάπα ντούπα να φωνάξεις κι εσύ μαζί την πεθυμιά σου; Τρελαίνεσαι; Γουστάρεις να τρελαίνεσαι;

Δεν θέλουν οι αγάπες ερωτήματα. Δεν χρειάζονται αναφορές. Δεν έχουν ανάγκη από συμβουλές. Δεν θέλουν να είναι στην άκρη για πολύ. Δεν μπορούν να είναι εξαφανισμένες οριστικά. Δεν υπάρχουν αγάπες χωρίς έστω και μια υποψία αγάπης.

Οι αγάπες θέλουν χώρο. Θέλουν χρόνο. Θέλουν ουσία. Θέλουν ουρανούς να απλωθούν. Θέλουν το σύμπαν που κρύβουμε μέσα μας. Θέλουν φωνή, βροχή και κεραυνούς. Θέλουν χρώμα, πόθο και σκιές. Θέλουν θυσία, παραπτώματα και «πτώματα». Θέλουν φαντασία, έμπνευση και όραμα. Οι αγάπες…

…θέλουν
ΕΜΑΣ

…για να γεννιούνται ξανά και ξανά…


αφιερωμένο σ’ ένα κορίτσι που μας συνδέει κάτι (περίπου) κοινό…





.

Τρίτη, 6 Οκτωβρίου 2009

Πάμε να παίξουμε;





Πάμε να παίξουμε;


Όπως όταν ήμασταν μικρές. Σ’ εκείνο το λιβάδι με τις κόκκινες ανεμώνες. Να κυλιστούμε στα χρώματα και να έχουμε από πάνω μας το γέλιο του αόρατου...


Θα βγάλω τα πέπλα της νεράιδας και θα τα αφήσω στα γυμνά σου δάχτυλα. Κι εσύ, θα γδυθείς το φόρεμα της μάγισσας και θα καλύψεις μ’ αυτό δυο χαμομήλια. Μετά θα αφήσω στα φτερά μιας πεταλούδας μια κόκκινη καλτσοδέτα. Κι εσύ θα καρφιτσώσεις μια σκιά σ’ ένα κυπαρίσσι...


Κι ύστερα θα κάνουμε σπονδή στη βροχή. Σ’ αυτή που μας γέννησε. Σ’ αυτή που μας ανάθρεψε. Σ’ αυτή που συνεχίζει να μας ζει. Σ’ αυτή που ξέρει ποιες είμαστε. Χωρίς προσδιορισμούς. Χωρίς περιορισμούς. Χωρίς πλαίσια...


Και θα μας αφήσει να γίνουμε στάλες. Να κάψουμε και να καούμε. Να δροσίσουμε και να δροσιστούμε. Να σκοτεινιάσουμε, να πετάξουμε, να ερωτευθούμε. Να αγαπήσουμε και να αγαπηθούμε...


Και να κλείνουμε το μάτι σε κάθε σύννεφο που ανακαλύπτει αυτό που μεταμορφωνόμαστε κάθε φορά. Χωρίς μόνο μια ιδιότητα. Χωρίς μόνο ένα επίθετο...


Μα έχοντας σταθερή τη φύση μας. Τη βροχή!


Ε; πάμε να παίξουμε;






.

Παρασκευή, 2 Οκτωβρίου 2009

Πουθενά




Τσιμπούρι μαύρο μεταλλαγμένο νύχια αφήστε με γαμψά βαθιά μπήγονται με δύναμη σκούρο αίμα κατρακυλά αδύνατον να υποφέρω να μένω να παραμένω να ομολογώ να ορίζω να σκέφτομαι να θέλω να ποθώ να αλλάζω να χύνομαι κάτω σε τσιμεντένια άσφαλτο με τρίχωμα καφέ πλούσιο σκύλου μεγάλου πόσο μεγάλου με λουριά που να σέρνει αυτοκίνητο αφήστε με αφήστε με αφήστε με. Κοιτάζω παιδιά γυναίκα όχι μεγάλη ξανθιά μάλλον τσιμπούρι μένει εκεί βαθιά αρέσει του αρέσει δεν καταλαβαίνει τίποτα και τρέχει ακόμη ζεστό υγρό σε άσφαλτο καυτή με ήλιο γαμημένο ήλιο που τρώει σωθικά καίει καρδιές απάθεια απάθεια απάθεια σου λέω δεν το έχω δει έτσι άλλη φορά γιατί μήπως έχω δει τόσο μεγάλο καθίκι του κερατά να τρώει να γεύεται να κάνει να μην υποφέρει;


Κι απ’ την άλλη εκείνος με τους δυο άλλους να τους έχει κάτω γονατιστούς αυτός όρθιος να μπήγει να τραβάει να φωνάζουν να πονούν πότε πίσω από τον έναν πότε μέσα στον άλλον με δύναμη με φόρα να κοιτάω να προσπερνάω ανεβασμένη σε κείνη να πιάνει στήθος η άλλη μέσα γλώσσα βαθιά μέσα μου ανοίγω την κλείνω την έχω μελαχρινή να γεύεται να μου αρέσει να θέλω να βλέπω εκείνους να φωνάζουν και να πηγαίνω αλλού σκηνικό λάσπη κάτω να κάθεται εκείνος παιδί μέσα εκείνη κορίτσι δίνει και παίρνει μιλιά όχι ναι θέλει δε θέλει δε μιλάει φοβάται χύνει κι άλλο χύνει ξανά δίπλα άλλοι ίδιοι γαμάνε ξανά ξανά ξανά απόλαυση κι όμως δεν δεν μα όμως δεν σκηνικό ξέρασμα αηδία λάσπη εκείνος σκούρο.


Αποκάλυψη ξεκλείδωμα όχι εσύ εκείνος ο δικός μου ο ίδιος ο άλλος ο διαφορετικός
ο αλλού μου που είμαι εγώ που είναι εγώ που εσύ ποτέ δεν και ούτε θα γιατί ανήκει τίποτα ψάξιμο ψάξιμο ψάξιμο αποτέλεσμα μηδέν και πάντα μηδέν γιατί τίποτα το θέλω το αγαπώ το φτιάχνω το φτιάχνει ζει ονειρεύεται το χέζει ρε το χέζει ρε το χέζει ρε και έτσι είναι γιατί έτσι κάνει του έδειξε μου έδειξε ήρθε πάνω μου με έντυσε στα μαύρα στα κόκκινα με αέρα στα μαλλιά στο βλέμμα χρώμα κόκκινα χείλη ήρθε μέσα μου πάνω μου δώρο λέει για μένα χάιδευα έμεινα έφυγα γονάτισα γύρισα γύρισα γύρισα και φεύγω ξανά ξανά ξανά μου.


Το είπα όμως το είπα το έγραψα το πουθενά στο πουθενά για πουθενά με πουθενά μου είπε δεν είδε εκεί με κοίταξε φως αυτή είναι ναι αυτή είναι εσύ είσαι αστείο καπνός στα θρύψαλά του απομεινάρια χείλη στο άρωμα σα φιλί πεθαμένο φτιάχνει όμως δεν είναι δεν είναι δεν είναι κι ούτε θα γιατί χάνεται ενδιάμεσα αστείο που είναι κλάμα κηλίδα σε τοίχο αδειανό μα ναι του το είπα φάνηκε δε ξέρω τι σκέψη ξέρει όμως ξέρει εκεί ίσως πουθενά σε στίχο σε ήχο σε βήμα εκεί εκεί μου έλα ακούς θέλεις μα…


…πουθενά…


…πουθενά…









.