Τετάρτη 31 Μαρτίου 2010

Αντίο μου





Μια εικόνα με δάχτυλα πλεγμένα σε απόσταση μηδενική μέσα από του νου την κατρακύλα. Υπάρχει το μετά; Γιατί; Υπήρχε το πριν; Κι έρχονται στιγμές σε παραλήρημα ακροβατώντας στο καρφί, εκεί πάνω στην κόψη που θα γευθεί το αίμα της τελευταίας στιγμής. Εκείνο που δε φαίνεται, εκείνο που δεν θα διαγνωσθεί, εκείνο που δεν ζητά να χυθεί μπροστά σε μάτια αλλοπαρμένα. Άνοιξη, θαρρείς, ήρθε να δρέψει εκείνο το στεφάνι με τις λαμπρές τοξοβολιές που γδέρνουν τ’ άστρα. Άνοιξη κι όταν είχα πρωτοφιλήσει εκείνον τον δαίμονα που ακόμη με γιατρεύει. Κι ΄Ανοιξη όταν ξεψύχησα ξανά στην αγκαλιά του.

Σε λατρεύω σου είπα και ανταπέδωσες με σκοινί δεμένο στο λαιμό. ΄Ετσι είναι το ξέπλυμα των ευχών; Έτσι ανώδυνο είναι αγαπημένε μου; Έτσι εύκολα λες το αντίο από κάτι που εσύ ο ίδιος έφερες πρώτος μέσα από το σύμπαν; Το ξέρεις πως εδώ θα τριγυρνάς κι εγώ θα σε σταυρώνω ξανά και ξανά. Όχι γιατί είσαι προορισμένος για αιώνια ανάσταση, μα γιατί το σκαρί μου είναι από γνήσιο μετάξι. Αυτό που τσαλακώνει και που φοριέται σα να μην έφερε ούτε μια γύρα γύρω από τον πνιγμένο μου λαιμό. Κι έτσι έχω κάθε δικαίωμα να σου προκαλώ ακόμη ένα αγριεμένο ένστικτο. Αυτό, της σκόρπιας επιβίωσης μέσα από την αυθύπαρκτη ανυποταξία σου μπρος στη σειρά των σκουριασμένων πολυβόλων. Ρίξε στην καρδιά, λέει το βλέμμα σου, μα επίτηδες στοχεύω σύννεφα. Κι ας ξέρω πως η δική μου ανάσταση δεν θα έρθει ποτέ.

Στη νύχτα βγαίνεις με την πλάτη κρυμμένη στα στενά. Αλυχτάς άγρυπνο σπέρμα αιώνιας σιωπής και φτύνεις στα σοκάκια έναν έρωτα ακόμη. Έτσι σ’ έμαθαν; Έτσι σε βύζαξαν; Έτσι σου έλεγαν στα νανουρίσματα πως κάνουν τα αγρίμια; Όπως και να ήταν εσύ έτσι το μετέφρασες. Κι από τότε σκορπιέσαι στις φωνές. Του εδώ. Του εκεί. Του τίποτα. Κι ύστερα γονατίζεις παρακαλώντας για μια πληγή ακόμη. Εκείνη της μη μετάνοιας για πράξεις που δεν έκανες. Κοντά σου, μια στάλα ακόμη φερμένη απ’ του παράξενου τα μέρη. Εκείνα που ούτε σαν πνεύμα δεν θα αγγίξεις γιατί φοβάσαι μη χτυπήσεις πάνω στην ταμπέλα των μαρκαρισμένων. Έχετε κάνει κράτηση, παρακαλώ; Κι εσύ γδέρνεις με τα νύχια σου την είσοδο.

Ξεφεύγεις. Τούτη τη λέξη δεν την ξεχνώ κι ας έκανα πως πέρασε. Το ξέρεις πως οι θάλασσες οι άπατες ολοένα και διψούν; Το ξέρεις πως όση αλμύρα έχουν μέσα τους, άλλη τόση γλύκα τις παρασέρνει; Σου ψιθύρισαν άραγε πως το ίδιο είναι τόσο ίδιο με το διαφορετικό; Ξεφεύγω, ναι. Ίσως και να ξεφεύγω. Από κάτι που ήμουν. Από κάτι που έγινα. Από κάτι που δεν ξέρω καν πως είμαι. Από τα όλα μου. Από τα πάντα μου. Από τα ανομολόγητά μου. Αυτή τη φορά το φευγιό μου ανακατεύτηκε με ουσία. Κόκκινη. Σε ποτήρι γυαλάδας. Κι όταν ανακατεύονται οι ουσίες δύο πράγματα μπορείς να κάνεις. Ή να τις χωνέψεις ή να τις ξεράσεις. Δε ξέρω γιατί, μα πάντα προτιμούσα το ξέπλυμα. Ευτυχώς που υπάρχουν και μερικοί που νομίζουν πως καταλαβαίνουν αρκετά. Κι έτσι, διαχέεις λίγο περισσότερο τη σύγχυση. Ώσπου να αποφασίσεις να θάψεις ακόμη ένα ναι, ένα όχι, ή ένα ίσως. Που ακόμη το βαστάς σφαλισμένο στην εξαφανισμένη σου ορμή.

Άλλη μια εβδομάδα για να θυμίζει ΄Ανοιξη. Δε θέλω. Σου είπα πως δεν θέλω υπενθυμίσεις; Όταν με μάθεις κι άλλο, αν αντέξεις να με μάθεις κι άλλο, τότε θα διαπιστώσεις πως κάθε νύχτα που περνώ είναι ακόμη ένα αντίο σε ένα κορίτσι που....


...κάποτε φορούσε σταυρό στο στήθος...


.

Τρίτη 23 Μαρτίου 2010

Ενός ακόμη τέλους η αρχή




Κι έρχονται στιγμές που διώχνεις από πάνω σου το πάπλωμα το βαρύ και μες την απερισκεψία (;) την λαχτάρα (;) την ασυνειδησία (;) την ορμή (;) και την οργή(;) μα πιο πολύ το ως εδώ που σου καρφώνεται στα χείλη και κάνει το αίμα σου να χύνεται μπουκιές μπουκιές στα στήθια σου επάνω, αποφασίζεις να τερματίσεις, να σκίσεις, να διαλύσεις και να κάψεις το επόμενο ίδιο δευτερόλεπτο. Και θες να το δεις να ανασαίνει, ν’ αλλάζει χρώμα, να φωνάζει τον ήχο τον δικό του, τον καινούργιο, τον αλλιώτικο, τον διαφορετικό. Το ναι, το τώρα, το όχι μετά!


Και σηκώνεσαι και γδύνεσαι και αποδύεσαι εαυτόν (;) Και μεταμορφώνεσαι σ’ αυτό που ξέρεις (;) πως είσαι, πως θα γίνεις, που το θες, που το επιθυμείς, βρε αδερφέ. Και πως ξέρεις ως το τελευταίο σου κύτταρο πως θα ανασάνεις μόνο αν πεις στοπ. Και το λες, το δείχνεις, το γράφεις, το πετάς κατάμουτρα. Και φεύγεις και θες να περπατήσεις μια διάβαση ακόμη. Χωρίς φως. Κι αυτό είναι που γουστάρεις ηδονικά. Που δεν βλέπεις.


Θα μου πεις, είναι εποχή για μεταβάσεις; Ναι, μάγκα μου, είναι. Γιατί το μετά, ούτως ή άλλως δεν στο εξασφαλίζει καμία πουτάνα ζωή. Μόνο ένας θάνατος σου γνέφει. Και θες να τον φιλήσεις με χείλη που τρέμουν ταχύτητα. Κι έτσι το χτυπάς. Παραιτούμαι τους λες κι ότι καταλάβουν. Μα μέσα σου, ξέρεις (;) νιώθεις, βλέπεις (;) πως αρχίζεις. Κάτι άλλο. Κάτι που το παίρνεις απ’ τα μαλλιά και το φέρνεις μπροστά σου και του λες: Αφού μέσα μου ήσουν, φανερώσου κι άσε τα μάτια σου να δω.


Σε εποχές δύσκολες-μα και πότε εύκολες ήταν; Σε εποχές ρημαγμένες από όσους νιώθουν ρημαγμένοι, σε εποχές σκοτεινές, μια σκοτεινιά φτιάχνω δική μου. Κατάδική μου. Κι αν ακόμη ένα λάθος είναι, θα το χαρώ όσο δε πάει. Γιατί, το προκάλεσα εγώ. Κι άλλος κανείς.

Δεν παραιτήθηκα από μια δουλειά χρόνων με «εξασφαλισμένο μέλλον» (;) για την καύλα της στιγμής. Έσκισα όμως μια προδιαγεγραμμένη αφαίμαξη της εναπομείνασας ψυχής μου. Με σκοπό να της βάλω ένα κομμάτι παραπάνω. Απ’ τα σπλάχνα μου που τόσο καιρό φώναζαν να ακούσω την κραυγή τους.

Επιτέλους, ένα τέλος ακόμα!

Αφιερωμένο σε μια αρχή που δεν ξέρω πού θα με πάει. Μα έχω σκοπό, να την πάρω απ’ το χέρι...







.

Παρασκευή 19 Μαρτίου 2010

Χωρίς στα μαλλιά κοκαλάκια





Με βλέμμα βαμμένο στο χρώμα του σούρουπου. Χαμένο σ’ ένα κάτι που θα μπορούσε να είναι και τίποτα. Ίσως να είναι και τίποτα και να θέλω απεγνωσμένα να δω πως είναι κάτι. Και θυμάμαι τη ρήση μου. Πως το καθόλου δεν είναι ποτέ λίγο. Και πόσο πολύ έχω ανάγκη να το πιστέψω αυτό και να το τηρώ. Μα δεν τα καταφέρνω πάντα. Και μένω και βυθίζομαι σε ένα λίγο που όμως είναι τόσο αρκετό ώστε να με πνίξει. Σε μια κουταλιά δε πνιγόμαστε, άλλωστε; Γιατί αυτό να είναι διαφορετικό;

Ένα μαντίλι στη μέση κι ένα αόρατο στο λαιμό που με σφίγγει. Κόμπος. Ναι, οι φιόγκοι είναι παρελθόν. Παντός είδους. Κι ένα κραγιόν σκοτωμένο να παραπέμπει σε φύλλα που σαπίζουν στα μέσα της φθινοπωρινής βροχής. Στο δάσος όλα φαντάζουν αλλιώς. Είναι στο περιβάλλον τους. Στα χείλη πάνω όμως, παραπέμπουν αλλού. Κυρίως στο φθινόπωρο που έχεις μέσα σου. Μα δεν μπορείς να κάνεις αλλιώς. Το δείχνεις. Θες δε θες. ΄Ισως επειδή σ’ αρέσει κιόλας.

Θυμάμαι που μου έβαζε στα μαλλιά μου κοκαλάκια και γω δεν ήθελα. Γιατί μαμά; Γιατί ήθελες να με κάνεις να δείχνω κάτι που δεν ένιωθα πως ήμουν; Γιατί μ’ έβλεπες έτσι όπως ήθελες εσύ να με βλέπεις; Γιατί θα έπρεπε να μου σφίγγεται το κεφάλι τόσες ώρες καθημερινά για τόσα χρόνια; (Και γιατί εγώ δεν τα έβγαζα όταν έβγαινα απ’ το σπίτι;)

Θυμάμαι και κάτι εσώρουχα που φορούσα και μου κάλυπταν την κοιλιά. Ζεστά ήταν. Βαμβακερά. Μετά, πήγαν πιο κάτω. Τα υφάσματα άλλαξαν και το κόψιμο έγινε αλλιώς. Ή μάλλον, το προτιμούσα αλλιώς. Για να αισθάνομαι πιο γυναίκα; Δε ξέρω. Ίσως. Βλέπεις, όταν κάνεις τις μεταβάσεις σου, αυτό αγγίζει και τα εσώρουχα. Και τον τρόπο που φτιάχνεις την φράντζα, επίσης. Καθώς και τον τρόπο που πετάς τα παλιά σου αξεσουάρ στο κουτί με τις αναμνήσεις, μέχρι να αποφασίσεις να το πετάξεις κι αυτό. Γιατί έχει μάτια και σε βλέπει, το γαμημένο. Και κάποτε πρέπει να του τα σφαλίσεις. Μια κι έξω. Σα τις στάχτες όταν τις πετάς στο χώμα.

Είπα στάχτες και σκέφτηκα μια κουβέντα που είχα τις προάλλες. Μόνο εμένα, λέει, εμπιστεύεται να πάω να τον κάψω και να πετάξω τις στάχτες του στο ποτάμι του χωριού του. Γιατί ρε μπαμπά; Γιατί μου το κάνεις αυτό, ε; γιατί; Γιατί με θεωρείς τόσο δυνατή και με επιφορτίζεις με κάτι τέτοιο; Πίστεψες κι εσύ αυτό που δείχνω; Ή μήπως είμαι τόσο δυνατή και δεν το ’χω πάρει χαμπάρι; Γιατί πιστεύεις πως τώρα είμαι δυνατή κι όταν στο έλεγα εγώ με αμφισβητούσες, ε; Ξέρεις κάτι που δεν ξέρω;

Είναι κι η φίλη μου που μου λέει πως θα έρχεται τα βράδια να με παίρνει να βγαίνουμε. Όσο το λέει, τόσο ξέρω πως δεν θα το κάνει. Είναι από εκείνες που κάνουν ένα σωρό σχέδια και μένουν μετέωρα. Δε το αντέχω αυτό. Πίνω μια γουλιά και της χαμογελάω. Άστη να λέει. Ξέρω πια πως έχει ανάγκη να το πιστεύει. Εδώ δεν σηκώνει παρά μόνο να της πω «ναι, αμέ. Να ’ρχεσαι!»

Μα ναι. Είναι κι άλλοι μου γνωστοί. Άλλοι φιλαράκια, άλλοι πρώην κι άλλοι επίδοξοι εραστές. Να κανονίσουμε, να πάμε, να δούμε, να πιούμε, να κάνουμε, να δείξουμε, να να να! Πόσο θέλω να τους ρίξω κατάμουτρα πως μπούχτισα με τις αηδίες. Και γιατί όμως να το κάνω; Αφού το ξέρουν. Όπως ξέρω πως έχουν μπουχτίσει κι αυτοί. Γι’ αυτό έχουν το ίδιο βλέμμα. Εκείνο του σούρουπου του ξεφτισμένου στην άκρη της μέρας. Εκείνο που βαστάει δάκρυ μη πέσει και κάνει θόρυβο. Εκείνο που έχει μέσα του κλεισμένο κάποιες λέξεις που δεν ξεστομίζονται. Εκείνο που σιωπηλά παραδέχεται όσα δεν μπορεί το υπόλοιπο σώμα να εκφράσει.

Θα μου πεις, η ζωή είναι στιγμές που πρέπει να τις κάνουμε όσο μπορούμε πιο... μπλα μπλα μπλα...και μπλα μπλα μπλα...Ναι, δεν αντιλέγω. Όλα είναι χρόνος. Κι όλα αέρας. Και χώμα και βροχή. Κι εμείς κάτι ψυχές που ψάχνουμε τις ψυχές μας και δεν πρόκειται να τις βρούμε ποτέ. Όχι γιατί μας έχουν ξεφύγει, ή μας έχουν εγκαταλείψει, ή δεν βρήκαν εκείνες τον δρόμο να έρθουν σε μας, ή εμείς τον τρόπο να τις ανακαλύψουμε. Μα επειδή κάπου στη μέση της διαδρομής βλέπεις πως όσο ψάχνεις, τόσο χάνεσαι. ΄Η βρίσκεις κάτι άλλο και κάνεις στάση. Είτε αναγνωρίζεις τι είναι αυτό, είτε όχι. Και το θέμα είναι πως δεν μπαίνεις πλέον στον κόπο να το κρατήσεις. Γιατί βαρέθηκες να μαζεύεις πλέον άλλες μελλοντικές άσκοπες αναμνήσεις. Πιάνουν χώρο. Κι εσύ θες αέρα. Θες άνεμο να μπαίνει ανάμεσά σου και να σου τυραννάει τα μυαλά. Τα ρούχα. Τις εκφράσεις. Τις αισθήσεις. Θες αγέρια να σου ανακατώνουν τα μαλλιά, όσο προλαβαίνεις. ΄Οσο υπάρχουν. ΄Οσο έρχονται. Γιατί τα έμαθες, τα τελευταία χρόνια, αυτά τουλάχιστον – τα μακριά σου τα μαλλιά - να είναι λεύτερα...

...χωρίς κοκαλάκια...


.

Σάββατο 13 Μαρτίου 2010

Δέκα και τέσσερα






Γενέθλιες μέρες. Έτσι, για να σου θυμίζουν πως κάποτε ξεπετάχτηκες από μήτρας σπασμούς. Για να σου θυμίζουν πως υπάρχουν αιτίες που δε θες να σκέφτεσαι το παρακάτω. Τι νόημα έχει άλλωστε;


Όλα γίνονται σύμφωνα με τους χρΙσμούς...



Στις δεκατέσσερις ζαριές ήρθα. Κι από τότε όλο φεύγω.












( τα σχόλια, αγαπημένοι μου, για λίγο καιρό θα είναι κλειστά και στα δύο μου μπλογκς)


.

Κυριακή 28 Φεβρουαρίου 2010

Χωρίς απο- λογισμό





Θα ξεπλύνω στον καταρράκτη των ευχών κάτι σπαρμένες επιθυμίες που κρατούσα μέσα μου για χρόνια. Η κυρά της λίμνης περιμένει να ανακατέψει ακόμη μια προσευχή στο λάκκο με τις περίσσιες φλέβες. Τόσοι και τόσοι έχουν ρίξει τα νομίσματά τους έτσι άδικα, νομίζοντας πως τα στοιχειά εξαγοράζονται. Μα τι χαζές που είναι οι θνητές ψυχές. Υπάρχουν άραγε θνητές ψυχές; Νομίζω πως αν δεν ήταν θνητές, θα κουβαλούσαν λίγη γνώση απ’ το παρελθόν. Μα, ανίκανες να ερμηνεύσουν τα φεγγάρια, εξακολουθούν να πιστεύουν στο κάλεσμα του ονειρικού και το δελεάζουν με φθαρμένη ουσία. Όχι, όχι. Δεν μπορώ να αντέξω ένα ψέμα τόσο φανερό. Χρυσή μορφή έχει η παραπλάνηση και δε μου ταιριάζει.

Γιατί εσένα που αποκαλώ θεέ μου, αφήνεις τις λίμνες να βουλιάζουν σε δάκρυα ξωτικόμορφων αερικών που αναζητούν να γίνουν πίστη;

Επιθυμώ να έρθεις κοντά μου, εσένα λέω αγαπημένε, και να μου προσφέρεις εκείνο το τριαντάφυλλο που δεν φυτρώνει πια στα σωθικά σου. Το μάρανε το φαρμάκι που του στάζεις. Ναι, εσύ το στάζεις και δεν το ’χεις καταλάβει μιας και δεν αφήνεις να ανθίσει ένα μπουμπούκι ακόμη. Ξέρεις, δεν είναι το χρώμα του που έχεις μισήσει, είναι ο εαυτός σου πλέον που φοβάται την άνοιξη. Και ίσως δεις, ότι οι αποχρώσεις που βλέπουμε εμείς είναι εκείνες που υπάρχουν κι όχι αυτές που μας δείχνουν όσοι θέλουν να μας βάλουν σε δίχτυα με διαμάντια.

Θα μπορούσα να είχα αγαπήσει ακόμη έναν εφιάλτη μα με εμπόδισε το μονό έτος. Έτσι εξηγείται γιατί με κυνηγούν τα ζυγά. Το μηδέν άραγε, πώς να το λογίσω; Ως τίποτα; Υπάρχει κάτι καλύτερο απ’ του τίποτα τα μέρη; Αχ...πόσο θα ήθελα να είχαμε την ίδια σκέψη. Να βαδίζαμε, λέει, σε μια γυάλινη απόκρημνη ράχη και να έσπρωχνε ο ένας το σύννεφο του άλλου προς το αιχμηρό βουνό της θλίψης μας. Να τα βλέπαμε να κάνουν έρωτα και να ποτίζουν ειρωνεία το τελευταίο αγριολούλουδο που φυτρώνει στο κενό αέρος. Και να ανασταινόταν η φύση βάφοντας τη βροχή απ’ το άρωμα μιας εκπληρωμένης πεθυμιάς. Τι όμορφο που θα ήταν, ε;

Κι αν συμφωνείς, θα μου το πεις;

Έχω γονατίσει στο κάλεσμα που έκανα. Τρεις φορές είναι ο απολογισμός μου. Δε νιώθω επαίτης κι ούτε είχα μόνιμη γωνιά για να γνέφω. Όχι, όχι. Ούτε του δρόμου ένιωσα. Δεν ξέρω άλλωστε πώς θα ήταν αυτά τα συναισθήματα οπότε μάλλον άκυροι οι χαρακτηρισμοί. Απλά, θα ήθελα να ξέρεις – να ξέρετε – ότι εσάς είχα στο μυαλό όταν στόλιζα μέλι το κυπαρίσσι που θα φιλοξενήσει το φθαρτό μου. Αλλά δεν πειράζει...ξέρω πως πάλι θα κάνω νεύμα. Όχι για προσφορά, αλλά για δόσιμο. Κι αυτό είναι που τρομάζει. Το να βλέπει ο άλλος πως υπάρχει κάποιος που προσφέρει χωρίς να ζητά. Σου λέει, ψεύτικο θα είναι και τούτο. Κάτι άλλο κρύβεται από πίσω. Γι’ αυτό και δεν μπορεί κάτι να αλλάξει. Γιατί δεν το αφήνουμε. Δεν το αφήνετε...

Τι κάθομαι και λέω, ε; Στάζει μελαγχολία το λικέρ που ζεσταίνω στις καυτές στάχτες του τζακιού μου. Το έβαψα πορτοκαλί. Σου άρεσε, μάτια μου, που το είδες. Φάνηκε στο χαμόγελό σου. Τουλάχιστον βγήκε και κάτι καλό από αυτό. Για λίγο χαμογέλασες ξανά. Δε βαριέσαι.

Θα σου φύγω πάλι. Το ξέρω.

Το ξέρω...


.

Σάββατο 20 Φεβρουαρίου 2010

Πώς λέμε άντρας;






Αραχτός με τρία κουμπιά ανοιγμένα, γυαλί ηλίου και χαμόγελο κολγκέιτ. Στενό κωλαράκι, αλυσίδα λεπτή στο χέρι, σιδερωμένα μπατζάκια, γυαλιστερά πατούμενα. Καλαμάκι σλουρπππππ-μη-χυθεί-σταγόνα-απ’-τον-εσπρέσσο-φρέντο και κίνηση για σιάξιμο στο ζελέ του μαλλιού.

Δε ξέρω γιατί μου τη δίνουν αυτού του είδους οι άντρες. Ίσως γιατί νιώθω πως στο επόμενο ραντεβού μου για χαλάουα θα είναι στο διπλανό καθισματάκι. Ή θα περιποιούνται τα νυχάκια τους στη νυχού που πάω και μου κάνει ιστούς από αράχνες με το πινελάκι της πάνω στα δικά μου. Φταίμε κι εμείς όμως ρε γμτ. Πόση ισότητα να αντέξουν πια; Πώς να μας δουν ως γυναίκες όταν χτυπάμε κάτι 14ωρα στη δουλειά και μετά δεν προλαβαίνουμε το γυμναστήριο και παραγγέλνουμε κι απέξω; Και πώς να το παίξουν κυνηγοί αφού δεν προλαβαίνουν να σκάσουν μύτη στο μπαρ και τους την πέφτουμε σα τις μύγες απροκάλυπτα; Ποια η διαφορά στα φύλα; Σου λέει, δε γαμιέται. Θα ασχοληθώ κι εγώ με την πάρτη μου. Καθαρισμός προσώπου και πιλιγκ πλάτης. Πάει το αντριλίκι μετά.

Δεν είναι που επιθυμώ κάποιον να μου ανοίγει τις πόρτες όταν μπαινοβγαίνω. Δεν είναι που γουστάρω μπινελίκια μπρουτάλ και βρόμικα νύχια. Δεν είναι που θέλω να ζέχνει βαρβατίλα. Μα είναι που θέλω όταν γέρνω πάνω σε κάποιον να νιώθω πως μπορεί να με κλείσει στην αγκαλιά του. Κι όχι να φοβάται μη του τσαλακώσω το γιακά. Θέλω όταν βάλω το χέρι μου μέσα στα μαλλιά του και του τα ανακατώσω να μη σηκωθεί έντρομος να τρέξει στον καθρέφτη, μα θέλω να πιάσει τα δικά μου και να μου χαλάσει το ίσιωμα. Να μου το κάνει πατσαβούρα και να το χαρώ. Να με κάνει να ιδρώσω και μετά να με γλύψει να πάρει το αλάτι από πάνω μου κι όχι να μου φέρει πετσέτα με ανθόνερο αφού πρώτα σκουπίσει το δικό του τρυφερό λαιμουδάκι.

Θέλω να με κάνει να γουστάρω να του μαγειρέψω. Να του φτιάξω σπεσιαλιτέ και να του στάξει η σάλτσα. Και μη τύχει και αναπηδήσει αν του πέσει πάνω στο πουκάμισο. Να την αφήσει εκεί να κάνει λεκέ και να ταιριάξει με το μεθυσμένο του το βλέμμα. Θέλω να παίξει με το μαχαίρι καρφώνοντάς το στο ψωμί και να πιει κρασί- άσπρο-πάτο. Θέλω να μου τραγουδήσει κι ένα τραγούδι φάλτσο και να πεθάνουμε στο γέλιο. Και μη με ρωτήσει αν θέλω συνέχεια και με ποιο τρόπο. Θέλω να μου πει πάμε χωρίς να με κάνει να σκεφτώ πού, πώς και γιατί. Μα αν παρατηρήσω πως βγάζοντας το παντελόνι του πάει να το αφήσει προσεκτικά διπλωμένο στην καρέκλα πριν με βουτήξει, ε τότε θα πάρει αυτό που ζητάει...

...Θα ’μαι από πάνω κι ας χτυπιέται!

.

Δευτέρα 8 Φεβρουαρίου 2010

Άτιτλο






Σέρνομαι. Σε λάσπης όνειρο ντυμένη στα σατέν. Μαύρο και κόκκινο ένας αχταρμάς πάνω στο υγρό μου σώμα. Στάλες έγχρωμες με φθόριο, τρέμουν και εκλιπαρούν. Για λίγο χώρο παραπάνω. Για μια σχισμή βαθύτερη. Για ένα σημάδι δαγκωμένο. Ανασαίνω ατμούς και εκπνέω νοστιμάδα. Ζουμερό απόσταγμα ονειρικού. Άγριο εφιάλτη που ξυπνά μέσα απ’ την καταιγίδα.

Κυλιέμαι. Σε μια γούβα διψασμένων αναστεναγμών. Πόθων με χλεύη. Παθών με στέρηση. Χαμών χωρίς τέρμα. Γεμίζω τα στήθη μου με φλέγμα. Σπέρμα στις ρόγες μου γυαλιστερό. Που το γλύφω με λαχτάρα. Βγάζω τη γλώσσα και τη δείχνω με θράσος. Και κάνω τους δήθεν να χύνουν βρισιές. Τους λυπάμαι. Που δε δέχονται τις λέξεις και τους ορισμούς. Ενώ θέλουν να κάνουν κι όσα δε λέγονται. Ή όσα δε θέλουν να πουν.

Δένομαι. Σε ακίδες που σπαρταρούν φαρμάκι. Με χίλιους κόμπους στα μέσα μου. Και στα έξω μου. Κοίτα με. Ξέρω τι θες να κάνεις. Όσα δεν τόλμησες ποτέ. Μα μόνο επιθυμείς. Και χώνεις την ουρά στο στόμα. Και τη ρουφάς. Δική σου είναι γι’ αυτό σιχαίνεσαι τη γεύση. Μα όποιος είναι προορισμένος να πατά στη γη είναι ανίκανος να φτάσει ένα πόντο παραπάνω. Γι’ αυτό και ψάχνει για τόξο. Να στοχεύσει στο διάστημα του άλλου. Μόνο που ποτέ, μα ποτέ, δε θα βρει το κατάλληλο βέλος. Εκείνο που στάζει αίσθηση. Εκείνο που στάζει γλύκα. Εκείνο που στάζει έρωτα. Γι’ αυτό γελώ. Γιατί εκεί που είναι κρυμμένο είναι ασφαλές απ’ τους άχρηστους παλμούς.

Κρεμιέμαι. Πάνω από καζάνι που βράζει σκιά. Τη σκιά μου. Που τη βλέπω να απλώνεται, να σχηματίζει μορφές, να κλαίει και να χτυπιέται. Να φωνάζει και να οδύρεται. Να φυλακίζει και να φυλακίζεται. Να εξαϋλώνεται. Στοιχειό να γίνεται με μέλη εύπλαστα. Πηλός στη φαντασία των νεκρών. Χορός στα χέρια των εμπνευσμένων. Φιλί στα χείλη των εραστών. Ωδή στις χορδές των ονειρευτών.

Και φεύγω. Σε κόσμο άπιαστο από βρόμικα βλέμματα. Από άγευστα τοπία. Από αδύναμα υπάρχοντα. Πετώ. Με λέξεις ηχηρές. Με α και με ε. με ι και με ω. Και με σύμφωνα. Πολλά σύμφωνα. Χωρίς συμφωνίες. Χωρίς γύρισμα της πλάτης. Μα με σκύψιμο θρασύ δείχνοντας απόκρυφα σημεία σε ξεφτισμένα χρώματα. Υψώνοντας ανήθικο στοιχείο εν τη τάξει των πραγμάτων.

Χαρείτε τη θέση που σας δίνω. Άλλωστε τον μανδύα κάτω απ’ τα παραλυμένα σας μέλη, με μια κίνηση στολίδι τον κάνω στους γυμνούς μου ώμους.


.