Δευτέρα 1 Ιουνίου 2009

Φύσα αεράκι φύσα με...




Σε μια κερκίδα σταυροπόδι. Και χίλια άστρα στο μαύρο τ’ ουρανού. Την ώρα που έπεφταν τα βεγγαλικά φύσαγε κιόλας. Κι ένα σημάδι ήρθε και κάθισε στο μάγουλό μου. Σα δάκρυ χρωματιστό που αποφάσισε να ταξιδέψει σ’ ένα άγνωστο αυλάκι. Και να του ψιθυρίσει ένα απ’ τα μυστικά των άστρων.


Φωνές μέσα μου και τα μαλλιά μου ν’ ανεμίζουν. Χείλη σφιχτά κι άλλοτε χαλαρά. Να τα περνά η υγρή μου γλώσσα και να γεύομαι αναμνήσεις, προσμονές, επιθυμίες και βουβά ξημερώματα. Επάνω σε μια εξέδρα ένα χαμένο παρελθόν να παίζει σταμπαρισμένο με μελάνι ρόλο άγαρμπο. Στολισμένο πάνω στο φόρεμα του χθες να μου δίνει εικόνα μιας δήθεν γιορτής. Δε θέλω σου λέω να ανέβω εκεί πάνω. Μα ποιος φέρνει αντίρρηση εύκολα σε κάποιους ανθρώπους. Δεν θέλω να...


Ζόρι. Μια λέξη που στριφογυρνά αλλάζοντας συνδυασμούς γραμμάτων και φτιάχνοντας πλήθος παραγώγων. Άσε με σου λέω! Μα...φτιάχτηκα για να μην επιβάλλομαι σε ορισμένους. Άσχημο να σου περνούν μπροστά απ’ τα ορθάνοιχτα μάτια σου στιγμές σε στιγμές που κανονικά θα έπρεπε να χαμογελάς. Μα ποιος ορίζει πότε θα ’ρχονται οι στιγμές; Πόσο μάλλον κάποιες έντονες που σε έχουν μαρκάρει με το είναι τους.


Ανακατωμένα τα μαλλιά μου και δεν κάνω κίνηση να τα μαζέψω. Αέρας εκεί ψηλά που βρίσκομαι. Κι από κάτω χοροί. Πόδια, γάμπες, φουστάνια. Κι ένας μπάλος να μπερδεύει την αλμύρα των νησιών με την αλμύρα του θεάτρου. Και τον ιδρώτα που τρέχει στους εφηβικούς λαιμούς. Και κάποια ξεπεταρούδια που τρέχουν πίσω απ’ τις κοπέλες να τις τραβήξουν φωτογραφία. Ποιος είναι αυτός; Η φωνή μέσα μου, δεν μ’ αφήνει να κοιτάξω. Φύγε σου λέω. Όχι τώρα...


Δίπλα μου εσύ. Κι εσύ. Κι εσύ. Δεν θέλω κανέναν σας απόψε. Φύγετε όλοι. Γιατί έρχεστε όταν δεν σας θέλω; Γιατί επιλέγετε να εμφανίζεστε πριν τα μεσάνυχτα; Αφού φαντάσματα είστε. Φαντάσματα. Γιατί να μην είστε σαν τα άλλα αερικά που βγαίνουν μετά τους πολλούς τους χτύπους; Γιατί κι εκεί θα πρέπει να μου θυμίζετε τη διαφορετικότητά μου; ΄Η την τόση ομοιότητά μου; Φύγετε γαμώτο. Φύγετε...


Και μετά έρχεται η αμφισβήτηση. Από το μέλλον που έφτιαξες και το βλέπεις μπροστά στα μάτια σου. Και ποια είσαι εσύ; Έτσι είναι. Και ποια είμαι εγώ; Ένα άλλο τίποτα μέσα στο χαμό του κάτι. Παρεξηγημένη χαραμάδα που μέσα της τρυπώνει το φως και τη γαργαλά. Πεταμένο Καλοκαίρι που εκπνέει πριν μπει το Φθινόπωρο σε μια ανακατωμένη παραλία. Ένα χιόνι που χάνει από κρύο και λιώνει στη στέγη κάποιας μπαλωμένης στέγης. Ένας ρόλος που θέλει ένα αγέρι παγωμένο να της σηκώσει το φουστάνι και να γλύψει τα σωθικά της. Μια γροθιά που μαζεύει τα τρεχάτα δάχτυλά της για να ενωθεί σε άλλο σχήμα. Ένας χαμένος θησαυρός κρυμμένος στη σπηλιά της λαχτάρας παραμένοντας ανέπαφος σε επιλεγμένα σημεία. Ένα θέλω που απλώνει την ψυχή του σε παραστρατημένους ανέμους για να αρωματίζεται από την εναλλαγή των χρόνων. Μια φωνή που φωνάζει σ’ ένα αεράκι...


...φύσα με...


...φύσα με...



...φύσα με...








.

Πέμπτη 28 Μαΐου 2009

Μπαμ!





Το λεπίδι στην άκρη του σκαμμένου δρόμου με κοιτά ανέκφραστο. Θέλει να το πιάσω απ’ τη λαβή του και να μαρκαριστώ με ακόμη μια χαρακιά. Ξέρει πως θα το κάνω μα θα το κάνω με τον τρόπο μου. Είναι ευχαριστημένο γιατί ο σκοπός του εκπληρώνεται. Κάθε φορά και μια σταγόνα αίμα παραπάνω. Κάθε φορά κι ένα αχ που το κλείνει μέσα του και το φτιάχνει μουσική. Μουσική στην κοφτερή του λάμα την ώρα που γυαλίζει στον ήλιο.

Προχωρώ με ξυπόλυτα πέλματα στην καυτή άσφαλτο. Θέλω να πιάσω μιαν ακτίνα ήλιου και να την δέσω κόμπο γύρω απ’ τη γάμπα μου. Και να στύψω το ηλίθιο χαμόγελό του την ώρα που βρίσκεται στην ώρα που μεσημεριού και να το βάλω στο μπλέντερ μαζί με μια χούφτα αγριοκέρασα για να δώσουν μια στροφή παραπάνω στον πηχτό πολτό που έχει φτιάξει η λάβα απ’ τη σκοτεινή πλευρά του φεγγαριού. Να το πιω μονοκοπανιά και να ξεράσω άστρα στην ποδιά μιας γαμημένης ανατολής που νομίζει πως έχει την δυνατότητα να φωτίζει το ένα το δύο και το τρία του χάρακα της αιωνιότητας.

Κι ένας άγνωστος δαίμονας πάλι στο διάβα μου που βρίσκεται ένα βήμα μπροστά. Που προσπαθεί να μου μιλήσει με την πλάτη του, μέσα από το σκισμένο του πουκάμισο. Κι αν κάνω πως τον ακούω απομακρύνεται για να μου δώσει αφορμή να τρέξω. Όχι, δεν θα τρέξω αυτή τη φορά. Θα κάνει εκείνος ένα βήμα πίσω. Βαρέθηκα να είμαι στο μπαμ της εκκίνησης και ο χρόνος να σταματάει εκεί. Και πάντα εκεί.

Το λεπίδι τώρα μου χαμογελά. Αντιλαμβάνεται την κίνησή μου και περιμένει να εκπληρώσει τον σκοπό του. Είναι φορές που δεν θέλω να αγγίζω. Είναι φορές που θέλω να πέφτω με όλη μου τη δύναμη της αδυναμίας μου πάνω σε αιχμηρές κορφές. Όχι για να γίνει πιο βαθιά η πληγή. Μα για να νιώσω το σκίσιμο του αέρα πάνω στο σώμα μου την ώρα που με διαπερνάει. Για να ακούσω ήχο. Και να δώσω στον στατικό πίνακα του περιστρεφόμενου κόσμου μια γουλιά απ’ της ζωής μου το ποτό...


...μπας και γευθεί κίνηση χρωμάτων πριν φτιάξουν θάνατο σκοτωμένo...

.



Τρίτη 26 Μαΐου 2009

Να γίνουμε άγγελοι




Σε φόντο μαύρο άρωμα φλόγας. Τσακ στη σιγαλιά. Λάμψεις πάνε κι έρχονται. Φωνές, ήχοι, τόνοι, σιγαλιές, σκόρπιες σελίδες. Ανακατεύεις αισθήσεις και γέρνω τους ώμους. Μπρος...πίσω...δεξιά...αριστερά. Σου κάνω πόζες. Με μια δόση αμηχανίας. Με μια δόση δισταγμού. Με μια μορφή ερωτισμού. Κοιτάς...

Δωμάτια πορτοκαλί. Φώτα χαμηλά. Μορφές πίσω από τζάμια. Θολά φεγγάρια και νότες μπάσες.

Μια φορά κι έναν καιρό...

Αρχή παραμυθίας. Αρχή πραγματικότητας. Αρχή βαδίσματος σε δάσος μαγεμένο. Άκου τα ξερόκλαδα. Βλέπεις το νερό που κυλά; Τη βροχή που έρχεται την αφουγκράζεσαι; Άκου. Τσακ...

Καπνός και γυαλί. Κι ένα τούλι πεταμένο. Η κορδέλα στην άκρη κάνει φιδάκια με το σώμα της. Μαβί χαρτί τσαλακωμένο. Καραμέλες με γεύση κερασιού. Σκοτάδι ξανά. Μια μικρή φλόγα αρκεί να φέρει σκιές. Ήρωες. Μορφές. Κι ύστερα ένα αμυδρό φως να φτιάξει φεγγάρι.

Πόσα φεγγάρια θες;

Δύο...

Μα δε σταμάτησες εκεί. Ζωγράφισες επάνω μου σχήματα. Με λάμψη απόκοσμη. Για ταίριασμα. Για αντίθεση. Για...χάδι. Κι απέκτησα φτερά. Αγγέλου φτερά. Με χρώμα καινούργιο. Στο χρώμα που κάνει η σελίδα όταν...

...αλλάζει κεφάλαιο...

.

Σάββατο 23 Μαΐου 2009

Νέο ξημέρωμα




Κι έρχεται ένα κάτι. Ένα μήνυμα, ένα περιστέρι, ένα σημάδι καπνού, ίσως κι ένα τίποτα. Που γνέφει σ’ ένα ξεφύλλισμα σελίδας. Που την πιάνεις ανάμεσα απ’ τα δυο σου δάχτυλα και την τρίβεις μέχρι να γυρίσει. Και την πας μπρος πίσω. Να κάνεις σύνδεση με το πριν για να δεις τι γίνεται στο μετά. Κι ας μην έχεις ξεχάσει. Κι ας είναι όλα εκεί. Κι ας μην έχει φύγει τίποτα. Και χαϊδεύεις το κενό για να γίνει πορτοκαλί. Με λίγο απ’ το μπορντώ της μελαγχολίας σου. Και κάτι απ’ το χάραμα του νου σου που ξημερώνει σε πέλαγο άδειο από κατάρτια. Και αγγίζεις το κάτι απαλά μη το τρομάξεις. Εκείνο άραγε σκέφτεται αν σε τρομάξει; Ή δεν το νοιάζει για κάτι τέτοια;


Δυο στάλες στο ποτήρι με άρωμα γαρίφαλου. Και λίγο από κανέλα. Μυρίζεις το χρώμα και το βαστάς στους κάλυκες της γλώσσας να ποτιστούν βαθιά. Μη φύγει η γεύση. Μην προλάβει να αλλοιωθεί απ’ την πίκρα σου. Απ’ το αίμα που τρέχει στην πληγή που έχεις στην άκρη της γλώσσας σου. Και που με κάθε ευκαιρία σου θυμίζει την παρουσία της τσιγκλώντας τα μεσημέρια σου. Και τ’ απομεσήμερά σου. Όταν κοροϊδεύεις τον εαυτό σου μπροστά στον καθρέφτη όπως έκανες μικρή κάνοντας κερατάκια με τα χέρια στο κεφάλι σου και κουνώντας τα πέρα δώθε. Τότε, είχες και τα μαλλιά σου κοτσιδάκια. Ή μάλλον σου τα είχαν. Με κάτι γελοία κίτρινα ζωάκια με βούλες κόκκινες. Και τα έβγαζες μόνο το βράδυ. Πριν πας για ύπνο. Πριν φορέσεις εκείνη τη λυτρωτική πιτζάμα και χωθείς κάτω απ’ τα σκεπάσματα. Μόνο που η καταραμένη πόρτα άνοιγε συνέχεια κάνοντας θόρυβο. Γιατί είχε πρόσβαση στην αυλή. Και στην αυλή, τα ρούχα απλώνονταν μετά τα μεσάνυχτα. Εσύ ούτως ή άλλως, δεν έπρεπε να φέρεις αντίρρηση. Γιατί αν ψέλλιζες κάτι, θα ήσουν η παράξενη.


Και φεύγει κι άλλο ένα τίποτα. Και κυλιέται στις λάσπες. Και γίνεται πράσινο. Το χρώμα που έχουν κάτι δράκοι αφλόγιστοι. Γιατί όσοι βγάζουν φλόγες δεν εξαφανίζονται εύκολα. Μένουν εδώ. Και διεκδικούν. Και επιθυμούν. Και καταπίνουν. Κι αυτοί οι δράκοι, μαλάκα μου, αλλάζουν χρώματα. Αλλάζουν τόσα χρώματα όσα είναι και τα καλοκαίρια σου. Κι εσύ τους βλέπεις και θέλεις να γίνεις σκοτάδι. Για να δεις τα χρώματά τους καλύτερα. Γιατί μόνο εσύ ξέρεις να βλέπεις τα χρώματα στο σκοτάδι. Παράξενη. Ε, παράξενη!


Βουτάς ένα μπισκότο στον καφέ που αχνίζει. Κι εκείνο λιώνει. Και βλέπεις τα κομμάτια του, τα κομμάτια σου, να επιπλέουν, να βυθίζονται και να κυλούν μέχρι τον πάτο. Και φέρνεις κύκλους το φλυτζάνι σου για να φτιάξεις μικρές ρουφήχτρες κι οι κόρες των ματιών σου να κινούνται με την κίνησή σου. Και ζαλίζεσαι. Και υπνωτίζεσαι. Και φεύγεις. Πάντα έτσι φεύγεις. Με το βλέμμα καρφωμένο σ’ ένα κάπου που σε αρπάζει και γίνεται τα πάντα. Και εκεί μουδιάζεις. Και απογειώνεσαι. Και ανασαίνεις. Μέχρι που ένα μπαμ,σε φέρνει πίσω. Και βλέπεις πως εσύ και το φλυτζάνι είστε ακόμη μια εικόνα, μια ζωγραφιά, μια φωτογραφία, ένα τσακ σ’ ένα πέρασμα του χρόνου.


Βλέπεις τη φορεσιά της γης και τη στολίζεις χάντρες. Σκόρπιες χάντρες που λάμπουν σε κάθε αντιφέγγισμα σκέψης. Μα με το πέρασμα των χρόνων, κάποιες έγιναν νάρκες. Που σαν κατά λάθος τις πατάς γίνονται ηφαίστεια και ξερνούν μνήμες. Κι άλλες φορές τις πατάς επίτηδες γιατί σ’ αρέσει να στάζεις δάκρυα. Κάποιες απ’ αυτές τις χάντρες, τις παίρνεις μια μια και τις πετάς στη θάλασσα. Γίνονται χάρτινα καραβάκια που τα πάει ο άνεμος. Κι ύστερα η αλμύρα τα λιώνει αργά αργά. Και γίνονται πρώτα διάφανα κι ύστερα εξαφανίζονται. Δε ματαβλέπουν στεριά. Έτσι γίνεται με τα χάρτινα καράβια. Έχουν άλλο προορισμό. Να σέρνουν όνειρα σε τόπους υγρούς.


Και μένει ακόμη το εδώ. Και κάτι σκόρπιες στιγμές. Που ταπώνονται με λόγια. Με λέξεις. Με γράμματα. Για να βουλώνουν τρύπες. Να μη σε γαργαλούν τα σκουλήκια. Κι ύστερα βάζεις και σπόρους από πάνω και τους ποτίζεις. Να φυτρώσουν λουλούδια. Μωβ λουλούδια. Και κάτι μικρούτσικα λευκά. Και ανθάκια θαλασσί. Και ροζ. Και κάτι μπλε απ’ τα πιο σπάνια. Και κόκκινα, μάτια μου. Κόκκινα. Αυτά αργούν και πιο πολύ. Γιατί ανθίζουν την κατάλληλη εποχή. Κι αυτή η γαμημένη, όλο χάνει το δρόμο, μάτια μου. Όλο χάνει το δρόμο. Γι’ αυτό όποτε τα βλέπεις, τους ρίχνεις και δυο στάλες παραπάνω. Για υποδοχή. Για να λάμψει το βελούδο τους...


...και να μοσχομυρίσει ο νους σου ένα νέο ξημέρωμα...


.

Δευτέρα 18 Μαΐου 2009

Βήμα δεύτερο





Απόγευμα. Σε δειλινό πορτοκαλί. Με λίγο γκρι. Και μια θάλασσα...


Την πιο σκοτεινή γωνιά διάλεξες, μου είπες, και χαμογέλασες...


Αφού το ήξερες. Εκεί θα πήγαινα. Κι όταν μ’ έβλεπες να έρχομαι το ήξερες πως είμαι εγώ, έτσι δεν είναι; Το ήξερες...


Ήχος. Εικόνα. Λέξεις. Κινούμενα και στατικά. Με δελέασες μ’ ένα μαύρο δωμάτιο. Φαντάστηκες να παίζω τη φωνή μου σε φόντο κόκκινο, έτσι; Μη πεις όχι...


Θα σκεφτείς ιδέες; με ρώτησες, κι ήξερες πως ήδη σκεφτόμουν πριν μου το προτείνεις...


...το ήξερα πως πετάς απ’ τις γρίλιες μα δεν ήξερα αν εσύ το είχες καταλάβει...


Ναι...το έχω καταλάβει. Και βλέπω καινούργιους κόσμους. Σαν να είναι αληθινοί. Κι εκεί νιώθω απελευθερωμένη απ’ όλα...


...μα είναι αληθινοί...


Αν το συνειδητοποιήσω αυτό, μπορεί και να τρομάξω, σου είπα. Χαμογέλασες...


...είσαι πολύτιμη...


Είμαι; Δε ξέρω τι είμαι. Αυτό που ξέρω είναι πως θέλω να γίνω κι άλλο. Απ’ ότι κι αν είμαι. Κι απ’ ότι δεν είμαι.


...έχεις πόρτες να ξεκλειδώσεις. Θέλω να στις ξεκλειδώσω εγώ. Θέλω να τις μάθω...


Κοίταξα αλλού. Να πιαστώ από ένα νήμα του φεγγαριού που έψαχνε να κάνει το ντεμπούτο του σε μια νέα νυχτιά. Μα αργούσε να ανατείλει ακόμα.


...έχεις χαμόγελο εφηβικό...


Τι να πεις σε κάτι τέτοιο παρά να συνεχίσεις να χαμογελάς;


Χάδι. Απαλό. Στο λαιμό. Δεν σε κοίταξα. Φανάρι πράσινο. Εναλλαγές ταχυτήτων. Όπως τα κομμάτια της ζωής. Της μνήμης. Του ονείρου...


Να πετάς όσο ψηλά θες, μα να προσέχεις. Τώρα πια σε βλέπω. Καληνύχτα...

..............................


Καληνύχτα...


.

Σάββατο 9 Μαΐου 2009

Μάης ξανά...




Ένα κλικ. Κάτι γράμματα. Λέξεις με. Σιωπές...

Ψίθυροι μέσα στη νύχτα. Λάμψεις αλλού. Ένα σε θέλω...

Συνάντηση. Αγκαλιά. Δρόμος χωρίς. Κάπου...


Θες λίγο κόκκινο;

Ναι...

Στην υγειά σου...

Και σένα...


Άνεμος. Ψιλόβροχο. Ένα μέρος για σκέψη. Θάλασσα...

Τούνελ. Στροφή. Κι άλλη νύχτα. Τραγούδια. Φιλί...


Ξέρετε αν βγάζει ο δρόμος;

Ευθεία. Ναι...


Χαμόγελο. Φανάρι. Βλέμμα. Βλέμματα...

Άγγιγμα. Ένα ναι. Επιστροφή. Ξημέρωμα...


Αύριο;

Αύριο...








(Στον SideWalker…)

.

Δευτέρα 4 Μαΐου 2009

Μια δόση κόκκινου





Α! πρέπει να σου προσφέρω ένα τραγούδι μου φαίνεται...

:)

Και βάζω να πιω και μια βότκα τώρα γιατί…

…κάτι μου έκανες απόψε...γλυκό…

…μην ανησυχήσεις…

(γμτ)…


Διάβασε το μήνυμα που της έστειλε ο άγνωστος γι’ αυτήν άντρας κι ένα χαμόγελο σχηματίστηκε στα χείλη της. Χαμόγελο παράξενο. Με ερωτηματικό. Μα και με μια γνωστή αίσθηση. Αίσθηση παράξενη. Απ’ αυτές που νιώθεις όταν έχεις συναντήσει παρόμοιες καταστάσεις, ανεκπλήρωτους έρωτες, χαμένα όνειρα, νέες αναζητήσεις. Το μυαλό κάνει τα παιχνίδια του άλλωστε. Κι είναι φορές που θες να το χρωματίσεις με μια δόση κόκκινου παραπάνω.


Έτσι, του απάντησε:


Άνοιξε την ένταση και ξεχύθηκαν οι νότες του τραγουδιού που της έστειλε. Χαμογέλασε. Περπάτησε λίγο στο δωμάτιο κι έσφιξε τα χέρια γύρω απ' το στήθος της. Χαμήλωσε το φως...

Οι νότες συνέχιζαν το τραγούδι τους φέρνοντας εικόνες νύχτας. Εικόνες φωτιάς. Εικόνες ενός άνεμου να φυσά και να κάνει τα φύλλα να τρέμουν...

Έβαλε κι εκείνη ένα ποτό. Μ' ένα παγάκι να διαλύεται αφήνοντας δυο στάλες να χυθούν έξω και ν' ακουμπήσουν την παλάμη της. Έσκυψε και τις έγλειψε. Μια τούφα απ' τα μαλλιά της έπεσε στα μάτια της, μα την άφησε εκεί...

Στην υγειά σου, του ψιθύρισε...

...και είναι σίγουρη πως την άκουσε...


Μερικές φορές δεν έχει σημασία το μετά. Το τώρα θέλει τη γεύση του. Έστω και μέσα από πνοές που δεν συναντιούνται σε κοινό χώρο, μα τους αρκεί η αίσθηση του κοινού ουρανού...


Καληνύχτα...

.





.