Δευτέρα 4 Απριλίου 2011

Όσο και αν με ερεθίζουν!



Στης υγρασίας την υφή ξανά αναστημένη μ’ ένα δίχτυ για του κάτι μου την ανάδειξη χωρίς προστασία στης γης το άγριο. Κρέμομαι από την γωνιά αγναντεύοντας το βάθος, κοιτώντας για σκόνη αστερισμών και αλήτικες ακτίνες. Χαζεύω τους χορούς των αοράτων και γνέφω σε ακόμη ένα γύρισμα της πεθυμιάς. Υπάρχω για να σέρνω ξοπίσω μου καπνούς, ομίχλη κι ανάθεμα. Ανάβω λιβάνι και ξορκίζω τις κατάρες. Πίνω στην υγειά των όσων, των πολλών και των τίποτα.

Ρίχνω μια στάλα ηδονής στο κέντρο της σπηλιάς να γίνει καταρράκτης. Να ξεχειλίσει ποτάμι που πνίγει φόβους, δισταγμούς και σταματήματα. Να γίνει ατίθασος βόμβος σαν από μέλισσας πέταγμα που ξέφυγε από το σμήνος να βρει αγάπη. Να μεταμορφωθεί σε πεταλούδα με σπείρες για στολίδι. Νεράιδας γύμνια να απλώσει στης φύσης το ολόκληρο, να αποτινάξει τα απεγνωσμένα μονοπάτια του αδιέξοδου.

Μαζί με το αγρίμι που καραδοκεί ανακατεύω εκ μνήμης λόγια αιώνων. Φύσα με, Πάρε με, Λάτρεψέ με, Μείνε. Και πώς να φτιάξω τους ωροδείκτες όταν στέκομαι στο Αμήν? Το παραπέρα αποζητά να αφήσω το σκοινί και να γίνω βουτιά στο κύμα. Να ρουφηχτώ στο συν επί πλην χωρίς να υπάρξω αποδεκτό γινόμενο. Να ορίσω ένα ακόμη θέλω με γράμματα αναστενάρικα. Και να το αφήσω να με παρασύρει σε μεθυσμένο ξενύχτι. Χωρίς ξ-ημέρωμα.

Μέχρι να συμπληρώσω το Ω της αρχής, ψεκάζω με αγίασμα τα βλέφαρά μου. Για ανταύγειας μετάξι μεταξύ των χρόνων μου. Για δροσιά στα ξυπόλητα βαδίσματά μου ανάμεσα απ’ τις σκιές. Για ορμή στο πέταγμα ανούσιων παρασκευασμάτων με ημερομηνία θλίψης. Για γύρισμα ανάλαφρων σελίδων χωρίς νούμερα. Δεν υπάρχουν τα δευτερόλεπτα στο κενό κι ούτε στου μυαλού τις χαρακιές. Γι’ αυτό απο-φεύγω τα εκ των προτέρων ψεύτικα.

΄Οσο και αν με ερεθίζουν!



Τρίτη 22 Μαρτίου 2011

Επειδή το έχω ανάγκη!



Θα ήθελα να σου μιλήσω για τα σύννεφα. Για εκείνα τα άσπρα ταξιδιάρικα πουλιά που περνούν τους ουρανούς όποτε τους το καλεί η φύση, η αγρύπνια, η ανάγκη, η αφοσίωση και το φεύγα τους. Όποτε νιώθουν πως το μοιράζομαι έχει την ανάγκη να απλωθεί και σε έναν ουρανό πιο κάτω. Οποιουδήποτε χρώματος. Οποιασδήποτε σημαίας. Όποιας ηθικής. ΄Η ανηθικότητας.
Τα σύννεφα που φθονούν και περιστρέφουν ό,τι σαπίζει στου ορίζοντα το χαμόγελο. Που σβήνουν της σκιάς το κακότροπο φωνήεν, χαράζοντας ένα Ω με θράσος και δύναμη. Που ορθώνουν ανάστημα μπροστά σε εμπόδια του μυαλού, του όχι και του μη. Που τολμούν να ξεπερνούν εαυτούς αλλάζοντας σχήματα, ανάγκες, θέληση και γραφή. Που χωρίς τεχνασμάτων το ανυπόγραφο, ξεπερνούν τους χρόνους με περισσή αντάρα στροβιλίζοντας λαμπυρίσματα επιθυμιών.
Τα σύννεφα που υπάρχουν επειδή ανασχηματίζονται. Που φορτώνουν και ξεφορτώνονται. Δέχονται και αποδέχονται. Απορρίπτουν και επιρρίπτουν. Στάλες, κατακλυσμούς, βροντές και αστραπές. Που χαμογελούν στην ύπαρξη του ανύπαρκτου ξεδιπλώνοντας την υφή της μεγαλοπρέπειας. Που αντιστέκονται στο πρέπει του σταματημού, στης στιγμής το ξέφτισμα και στου χάροντα το έλα.
Θα ήθελα να σου μιλήσω και για εμάς. Που ως τίποτα μπροστά στα θαύματα γονατίζουμε αντοχές και ξεχύνουμε φαρμάκι από πληγές ανθισμένες αγριοτριαντάφυλλα. Που υποκύπτουμε βαστώντας την ανάσα μπροστά στο αθώρητο, το ανυποψίαστο, το καταταχθέν ως επί της ώρας του γεγραμμένο στα μητρώα των αέρων. Που ρίχνουμε ιμάτια σε ξέρες και στερεύουν πνοής. Για εμάς που χάνουμε το δευτερόλεπτο ανάμεσα σε δυο χτύπους καρδιάς χωρίς να το πάρουμε χαμπάρι. Ή ακόμα χειρότερα, χαρακτηρίζοντάς το ως μηδέν γενόμενο.
Θα ήθελα να συγκρίνω και το επάνω με το βαθειά. Μα δε γίνεται να προσομοιώσω έτσι αζημίωτα τα φαινόμενα. Δε γίνεται να συνεισφέρω ως στοιχείο το αστοιχείωτό μου. Δεν υφίσταμαι αν νιώθω πως γκρεμίζεται το άστρο που ήδη έχει έλθει για να αφήσει το τελευταίο του χαμόγελο στα πόδια μου. Δεν αντέχω να οσφραίνομαι τις άγευστες και απειθάρχητες ηλιαχτίδες του ανάστατου πεπρωμένου μιας εκπεσούσας γέννησης. Μα ως μη υποκύπτουσα στο απόκρυφο, ξεδιπλώνω ακόμη ένα όριο, βαφτίζοντάς το ίσως έρωτα.

Επειδή το έχω ανάγκη!






Πέμπτη 17 Μαρτίου 2011

Αχ!




Βέεεεεεεβαια! Μισή ουγκιά πιο πέρα απ’ τη θάλασσα εκεί που λαλούν τα αγριοπερίστερα βρίσκεται η σκούνα του Λάμπρου του τσίφτη του καραμπουζουκλή. Εκεί που ξεπετάγονται οι κόκοροι μετά τον αναπαφλασμό του ασυμπούρμπουλου που εξοστρακίζει το παρελθόν (σου). Κι αφού δεν μπορείς να το διακρίνεις, θαρρείς πως δεν υπάρχει κιόλας. Βρε κοίτα κάτι μηχανές που το θέλουν για μαριονέτες. Βρε κάνε χάζι κάτι κουμπότρυπες που θαρρούν πως ξέρουν και να σκίζουν κολοσφυριχτρόνια τύπου Γάμα.

Απονενοημένο μου σήμερα, πάρε μάτι το ξενέρωτο και ρίχτου φόλα. Κρέμασε και στον τοίχο δυο καρφούμπες αναμαλιάρες μπας και δω το φως μου η μουσουλμάνα. Και ρίξε στάχτη στο ανακούρκουδο για να χαράξει με μαχαίρι τη λεμονόπιτα της μικρής σειρήνας. Δυο φεγγάρια παρακεί είναι το γκλάμορους οκταπόδι με την τρελή ρίγα κι εσύ ζητάς επεξηγήσεις? Αγάπη μου (εσύ) που σκοταδιάζεις το σύννεφο, παραμέρισε το σώβρακο μπας και δούμε τη λαγάνα. Ωωωω μα πόσο γραμμένη έχεις τη σιωπή και φωνάζεις το ρο έτσι μασημένα? Ωωωω άγρυπνό μου-νιάτο ου φοβού και ξεπηδήξου.

Αχ!

.

Τρίτη 8 Μαρτίου 2011

Θα τρελαθούμε στις πωλήσεις


Όταν τον εαυτό μου πιάνω να κλείνεται, υπάρχει λόγος ψιθυρίζω. Πρέπει να υπάρχει κι ας μη τον έχω δει. Ας μη τον έχω επεξεργαστεί. Ας μη τον έχω ορίσει. Κάπου εκεί αγρυπνά και προσμένει το σκοινί που θα με κάνει να τον τραβήξω απ’ το λαιμό. Για να τον φέρω πιο κοντά μου ή για να τον πνίξω. Εξαρτάται από το απότομο. Από το σκόρπιο. Από το μη αποφασισμένο.
Ακόμη μια φορά εν γνώσει μου παρασύρω και παρασύρομαι σε ξέφρενο ποτάμι που αλόγιστο χύνεται απ’ του βουνού τον βρυχηθμό. Σα να πέφτω επίτηδες για να νιώσω τον κρότο της σιωπής που μοσχομυρίζει πικραμύγδαλο. Να τεντώσω μια φλέβα παραπάνω και να σπάσει χύνοντας το άγραφο. Το μη επινενοημένο. Το ευγενώς παραδομένο.
Κι είναι οι λέξεις που συνεχίζουν να με καλούν τυλίγοντάς μου τη γύμνια. Είναι τα νοήματα και οι ανάσες που μες τη ζέστη τους ξεπαγώνουν κάτι ξεχασμένους χτύπους και μερικές χαμένες ανατολές. Είναι τα μικρά εκείνα αγριοπερίστερα ανάμεσα απ’ τις παύσεις που πετούν χτυπώντας τα υπονοούμενα νύχια-φτερά τους. Πάλι κυκλώνουν με φωτοστέφανο ξεφωνίζοντας ασύνδετα το άγριό μου. Και πώς να ξεφύγω απ’ το αναποφάσιστο?
Δεν εξηγώ και δεν εξηγιέμαι. Είμαι πεπεισμένη πως ουδείς προτίθεται να σκαλίσει την ξέρα γιατί βλέπει το άνθος στον αφρό. Μένει εκεί ως παραβάτης του δικού του εφιάλτη ελπίζοντας για τη γαλήνη του. Προχωρά βάσει των αφορμών και των επινοημάτων του δράττοντας τα δευτερόλεπτα που γυαλίζουν σα λέπια ζωντανού θεριού. Κι αφήνει το βάθος στο βάθος του.

Έτσι είναι μελλοντικέ πρώην αγαπημένε.

Ακόμη ένα τώρα που θα γίνει ύστερα και θα τελειώσει στο πριν σιγοβράζει στο ζουμί του περιμένοντας για μια τζούρα γεύση. Αυτή τη φορά…

…θα τρελαθούμε στις πωλήσεις…(?)

.

Κυριακή 27 Φεβρουαρίου 2011

Χωρίς γιατί



Και πώς να μην απογοητεύομαι αφού ανακαλύπτω πως όλα ίδια αποκαλύπτονται στην κόψη? Και πώς να μη ξεσκαρτάρω μνήμες αλλόκοτες όταν σαν απολειφάδια χαμένων εαυτών εμφανίζονται ξανά και ξανά φορώντας το ίδιο το φουστάνι? Και πώς να μην αλλάζω πλευρό στο ασύμφορο όταν βλέπω πως πάει να με τυλίξει?

Παραλίγο να σε καλέσω όταν μου είπες πως έχεις αποστηθίσει τα λόγια εκείνου που κρυφοκοιτάζω. Και ευτυχώς κάθε φορά που σε ακούω, το μετανιώνω. Δεν υπάρχει έλεος όταν αφήνομαι. Δεν υπάρχει λογική στο ίδιο παίξιμο. Δεν υπάρχει καν φωνή ηδονική χωρίς φκιασίδια.

Παρόλα αυτά με ακολουθώ.

Χωρίς γιατί.
.

Κυριακή 13 Φεβρουαρίου 2011

Ονειρεύθηκα...



Ονειρεύθηκα χθες ένα δράκο. Από κείνους που έχουν μάτια φλόγες και σωθικά που σα προχωρούν παίζουν ταμπούρλο. Που με ένα βήμα τους βυθίζουν πολιτείες ολάκερες. Και μ’ ένα βρυχηθμό γυρνούν στροφές σε δώδεκα πλανήτες.

Είχε μαύρες φολίδες σε όλο του το σώμα κι έναν κεραυνό για ουρά. Έσερνε μαζί του ολάκερο, θαρρείς, το παραμύθι. Στάθηκε στα σκεπάσματά μου και ίσιωσε τις ζάρες. Ξεσκόνισε και ένα κόκκο ζάχαρης απ’ τα νυχτερινά μου πέρα δώθε.

Και άφησε δίπλα μου ένα πιατάκι λέξεις.

Ψιθύρισε έναν σκοπό, γιομάτος σιγουριά πως σα ξυπνήσω θα ξέρω τι να κάνω.

Έκτοτε, σα μεθυσμένη, σκαλίζω την αφρόκρεμα απ’ το χυμό των πικραμύγδαλων. Την ακουμπώ στα χείλη και ψελλίζω προσευχές. Και τάματα κάνω σ’ ένα ξέμπαρκο τοτέμ που μου γελάει κατάφατσα. Μια λέξη μου μένει ακόμη να στολίσω για στεφάνι κι απαλά να την αφήσω πριν χαθώ.

Της λείπουν όμως τα φτερά.
Κι ακόμη δε θέλω να ξυπνήσω...


.

Τρίτη 1 Φεβρουαρίου 2011

Ποιος αντέχει να ξεφύγει?



Βλέπω το μήνυμα ξανά και ξανά. Απόηχος μιας άλλης γνώσης τόσο κοντινής στων βλεφάρων μου το χρώμα. Αναμένω ένα πλησίασμα ακόμη. Εκείνο που θα με κάνει να θελήσω. Εκείνο που θα με κάνει να αποδυθώ. Εκείνο που θα με σύρει αυτάρκη μέχρι την άκρη του νήματος.

Στης καλημέρας το ανάγνωσμα, το σούρουπο εμφανίζει μια καλτσοδέτα από δαντέλα. Φέρνει στο νου εικόνες φύλλων που πέφτουν και μένουν στο λαιμό. Σαν περιδέραιο στην άκρη της θάλασσας, δίπλα από αποτυπώματα γυμνής μελωδίας. Μ’ αρέσει να τριγυρνάς στο νου και να μην αποτελειώνω τις δράσεις μου. Αγαπώ το θέλημά σου που μοιάζει με εκπλήρωση απωθημένου. Λατρεύω το βήμα που θα φέρει εκείνο το παιχνίδι των καημών.

Καθώς αλλάζουν οι εποχές, παραμένω κάτοχος της φανταστικής μου ασυνεννοησίας. Γι’ αυτό ερεθίζομαι ανάμεσα απ’ τα σκέλια. Επειδή το χάδι του ανέμου τρυπώνει στις μη αποκαλυπτικές μου πτυχές. Και έχει μάθει πού να μένει περισσότερο. Ίσως εκεί που δεν θα τολμήσει κανείς να αφήσει την υγρασία αυτή που θα χαράξει μια φυλακή ακόμη. Εκείνη της πεποίθησης, ότι το αύριο είναι εδώ.

Και ποιος αντέχει να ξεφύγει από αυτό που έχει ορίσει ο ίδιος να τον κυνηγά?


.