Τρίτη 24 Μαΐου 2011

Όπως δεν σ' αρέσει


Υπόσχεση φέρνω ηλεκτρισμένη καθώς το τραγούδι ακούω που σέρνει ξοπίσω του μετάξι ανατολίτικων χωρών. Καθώς ορίζομαι από σκεπασμένο χαμόγελο με μια υπόνοια κρύπτης ξεχασμένης σ’ ένα βάθρο. Στο ιερό των ημίγυμνων, γδύνω ακόμη έναν εαυτό και σκύβω απαλλαγμένη φθοράς. Προσφέρω ένα ακόμη τακ απ’ το ρυθμό γλύφοντας τα δάκτυλα. Πίνοντας μεθύσι. Ανασαίνοντας οριζόντιους θησαυρούς.
Πόσο με ερεθίζει ο ήχος της μεταλλικής σου ζώνης, καλέ μου Π? έτσι όπως ξεκουμπώνεις έναν έναν τους χορούς. Έτσι όπως δείχνεις το θέλω επιτακτικά. Έτσι όπως λάγνα κοιτάς το ομοίωμά μου. Έτσι όπως σκληρά υπογράφεις το μετέπειτά μου.
Πόσο μ’ αρέσει, αγαπημένε αόριστε, εκείνο το παφ του αναπτήρα σου όταν ανάβεις την αρχή του στριφτού. Την ανάσα μου σταματώ να σ’ ακούω να καταπίνεις θάνατο με κείνη τη σιγουριά του αρσενικού που δεν υποκύπτει. Που δε λογάει πιθαμές. Που σταυρώνει τα δαιμόνια για να τα έχει στόχο. Που με παίρνει ταξιδεύοντας χωρίς σταματημό.
Όσες φορές σκέφτομαι πως δεν σ’ έχω κοιτάξει όταν μου μιλάς, υγρέ μου κατακτητή, άλλες τόσες δε μετανιώνω που δεν επιθυμώ να αιωρηθώ σε ακόμη ένα εκ γενετής πνεύμα άυλο.
Αρέσκομαι, βλέπεις, στο παιχνίδι του χαμένου – εξ ορισμού – συνοδοιπόρου. Εκείνου που πετάει τη στάχτη με τον μη αρμόζοντα γυναικείο τρόπο.

Μαγκιόρικα. Όπως δεν σ’ αρέσει.



Τρίτη 3 Μαΐου 2011

Το φιλί σου...


Θα μπορούσε να μου φέρει μια αγκαλιά αστέρια χωρίς να τα ζητήσω. Θα μπορούσε να αγρυπνήσει στο ξέπνοο κρεβάτι μου χωρίς ν' αγκομαχά. Θα μπορούσε, ίσως να εμφυσήσει μια αστραπή για τελευταίο αποχαιρετισμό στην γεννέθλια ώρα του. Πιθανόν να ήταν ικανό να μου χαρίσει κι ένα θαλασσί πετράδι. Φτάνει να του αφηνόμουν όπως ήξερα να αφήνομαι χωρίς να υπάρχει εκείνη η μεταλλική πρόκα που ορίζει συν-αισθήσεις.

Κι ίσως αν ξεχάσω κάποια φορά τι μπορεί να είναι αυτό που έχω γίνει, ίσως έτσι καταφέρω να υπάρξω μέσα του. Λαλεί ιστορία, φωνάζει παρελθόν, εκλιπαρεί για το τώρα, πατάει κι ένα βήμα προς το μετά. ΄Ισα για να μη φανεί τόσο περαστικό όσο πιθανόν να είναι. ΄Η όσο πιθανόν γίνει. Χείμαρρος ανείπωτων λέξεων που ζωγραφίζει εικόνες σπασμένες και ανασυντιθεμένες ως αυτοκόλλητες παραλλαγές ενός φορέματος που ράβεται στα μέτρα μου. Μιας ακάνθινης στεφάνης που σκορπίζει αόρατα ροδοπέταλα. Ενός σούρουπου που στάζει μελλωμένη παράνοια. Υγρό όσο πρέπει και πονεμένο όσο χρειάζεται. Βαθύ όπως περιγράφεται στα μυθιστορήματα και δευτερολεπτούμετρο όσο να κόβεται από σφαγμένους ήχους μιας καμπάνας που παίζει μεσάνυχτα. Ζεσταμένο χωρίς το ξανά να του ορίζει το παρόν. Αντρικό όσο και θηλυκό συνάμα σε ένα σύμπλεγμα άφυλο,ομοιογενές και αυθύπαρκτο. Γεννημένο με υπόσταση. Φτιαγμένο με φωτιά. Μεγαλωμένο με εκ των έσω γνώση.

Το φιλί σου, μάτια μου, αρχίζει με Ω.

Παρασκευή 22 Απριλίου 2011

Παρα-δίδομαι!



Είναι λένε, κάποιες σκιές που σε έρωτα μεταμορφώνονται. Κι αγρυπνούν στη φλέβα του λαιμού, στολίζοντας δροσοσταλίδες τους παλμούς. Κι ύστερα χύνονται σε στήθη καυτά από ιδρώτα και πόθο. Χορεύουν χορούς αλήτικους σε ξυπόλητες φωτιές ανάμεσα στα δέντρα. Κι ύστερα πέφτουν σα πυγολαμπίδες στα ερωτηματικά. Χάνονται με το πρώτο φως της ημέρας και γίνονται σκόνη.
Είναι λένε, κάποιες πεθυμιές που χαϊδολόγημα φέρνουν. Σε ανάστατα κορμιά που αποζητούν το διότι. Που αναμένουν επαφή με ρίμα. Που διαδέχονται τους χρόνους χωρίς να σέρνουν ξοπίσω τους αποκαΐδια. Κι αυτές οι πεθυμιές σα λατρευτούν, γίνονται ηφαίστειο έτοιμο να λαβώσει τους ευτελείς παράγοντες του ασύνδετου. Χαλάλι φωνάζουν οι φωνές στη γνώση της συνοχής.
Είναι λένε και κάποιες οπτασίες που γδύνονται οραμάτων. Που επαφίενται στη χάρη του μυστικού. Του ασύμφωνου. Και του υπέρτατου. Που εξανεμίζονται ανάμεσα απ’ τη φωτιά των σωθικών και βγάζουν φτερά προς το φευγιό. Μετά, πεταρίζουν στο φυσικό εκείνο περιβάλλον που ξέρει να δέχεται την έμπνευση. Και γίνονται καρδιές. Πεταλούδες. Κόκκινες κορδέλες σε μαλλιά. Χρυσόσκονη σε βλεφαρίδες που στάζουν μύρο.
Κι όλοι οι μύθοι, λες και συγκλίνουν στο να φτιαχτεί ξανά και ξανά μέσα από το ανελέητο, το απείθαρχο και το αναγκαστικό, καινούργιο ξεδίψασμα που έρχεται μ’ ένα απαλό αγέρι μέσα από του ασυνείδητου το θέλω. Και γίνεται φωτοστέφανο που ραίνει βροχή υφαίνοντας μανδύα συνενοχής σ’ ένα καινούργιο όνειρο.
Έτσι είναι, καινούργιε αγαπημένε. Ασπάζομαι τον ερχομό σου και ιχνηλατώ τα πρέπει σου.

Παρα-δίδομαι!

(δικό σου. δικό σου. δικό σου)




Δευτέρα 4 Απριλίου 2011

Όσο και αν με ερεθίζουν!



Στης υγρασίας την υφή ξανά αναστημένη μ’ ένα δίχτυ για του κάτι μου την ανάδειξη χωρίς προστασία στης γης το άγριο. Κρέμομαι από την γωνιά αγναντεύοντας το βάθος, κοιτώντας για σκόνη αστερισμών και αλήτικες ακτίνες. Χαζεύω τους χορούς των αοράτων και γνέφω σε ακόμη ένα γύρισμα της πεθυμιάς. Υπάρχω για να σέρνω ξοπίσω μου καπνούς, ομίχλη κι ανάθεμα. Ανάβω λιβάνι και ξορκίζω τις κατάρες. Πίνω στην υγειά των όσων, των πολλών και των τίποτα.

Ρίχνω μια στάλα ηδονής στο κέντρο της σπηλιάς να γίνει καταρράκτης. Να ξεχειλίσει ποτάμι που πνίγει φόβους, δισταγμούς και σταματήματα. Να γίνει ατίθασος βόμβος σαν από μέλισσας πέταγμα που ξέφυγε από το σμήνος να βρει αγάπη. Να μεταμορφωθεί σε πεταλούδα με σπείρες για στολίδι. Νεράιδας γύμνια να απλώσει στης φύσης το ολόκληρο, να αποτινάξει τα απεγνωσμένα μονοπάτια του αδιέξοδου.

Μαζί με το αγρίμι που καραδοκεί ανακατεύω εκ μνήμης λόγια αιώνων. Φύσα με, Πάρε με, Λάτρεψέ με, Μείνε. Και πώς να φτιάξω τους ωροδείκτες όταν στέκομαι στο Αμήν? Το παραπέρα αποζητά να αφήσω το σκοινί και να γίνω βουτιά στο κύμα. Να ρουφηχτώ στο συν επί πλην χωρίς να υπάρξω αποδεκτό γινόμενο. Να ορίσω ένα ακόμη θέλω με γράμματα αναστενάρικα. Και να το αφήσω να με παρασύρει σε μεθυσμένο ξενύχτι. Χωρίς ξ-ημέρωμα.

Μέχρι να συμπληρώσω το Ω της αρχής, ψεκάζω με αγίασμα τα βλέφαρά μου. Για ανταύγειας μετάξι μεταξύ των χρόνων μου. Για δροσιά στα ξυπόλητα βαδίσματά μου ανάμεσα απ’ τις σκιές. Για ορμή στο πέταγμα ανούσιων παρασκευασμάτων με ημερομηνία θλίψης. Για γύρισμα ανάλαφρων σελίδων χωρίς νούμερα. Δεν υπάρχουν τα δευτερόλεπτα στο κενό κι ούτε στου μυαλού τις χαρακιές. Γι’ αυτό απο-φεύγω τα εκ των προτέρων ψεύτικα.

΄Οσο και αν με ερεθίζουν!



Τρίτη 22 Μαρτίου 2011

Επειδή το έχω ανάγκη!



Θα ήθελα να σου μιλήσω για τα σύννεφα. Για εκείνα τα άσπρα ταξιδιάρικα πουλιά που περνούν τους ουρανούς όποτε τους το καλεί η φύση, η αγρύπνια, η ανάγκη, η αφοσίωση και το φεύγα τους. Όποτε νιώθουν πως το μοιράζομαι έχει την ανάγκη να απλωθεί και σε έναν ουρανό πιο κάτω. Οποιουδήποτε χρώματος. Οποιασδήποτε σημαίας. Όποιας ηθικής. ΄Η ανηθικότητας.
Τα σύννεφα που φθονούν και περιστρέφουν ό,τι σαπίζει στου ορίζοντα το χαμόγελο. Που σβήνουν της σκιάς το κακότροπο φωνήεν, χαράζοντας ένα Ω με θράσος και δύναμη. Που ορθώνουν ανάστημα μπροστά σε εμπόδια του μυαλού, του όχι και του μη. Που τολμούν να ξεπερνούν εαυτούς αλλάζοντας σχήματα, ανάγκες, θέληση και γραφή. Που χωρίς τεχνασμάτων το ανυπόγραφο, ξεπερνούν τους χρόνους με περισσή αντάρα στροβιλίζοντας λαμπυρίσματα επιθυμιών.
Τα σύννεφα που υπάρχουν επειδή ανασχηματίζονται. Που φορτώνουν και ξεφορτώνονται. Δέχονται και αποδέχονται. Απορρίπτουν και επιρρίπτουν. Στάλες, κατακλυσμούς, βροντές και αστραπές. Που χαμογελούν στην ύπαρξη του ανύπαρκτου ξεδιπλώνοντας την υφή της μεγαλοπρέπειας. Που αντιστέκονται στο πρέπει του σταματημού, στης στιγμής το ξέφτισμα και στου χάροντα το έλα.
Θα ήθελα να σου μιλήσω και για εμάς. Που ως τίποτα μπροστά στα θαύματα γονατίζουμε αντοχές και ξεχύνουμε φαρμάκι από πληγές ανθισμένες αγριοτριαντάφυλλα. Που υποκύπτουμε βαστώντας την ανάσα μπροστά στο αθώρητο, το ανυποψίαστο, το καταταχθέν ως επί της ώρας του γεγραμμένο στα μητρώα των αέρων. Που ρίχνουμε ιμάτια σε ξέρες και στερεύουν πνοής. Για εμάς που χάνουμε το δευτερόλεπτο ανάμεσα σε δυο χτύπους καρδιάς χωρίς να το πάρουμε χαμπάρι. Ή ακόμα χειρότερα, χαρακτηρίζοντάς το ως μηδέν γενόμενο.
Θα ήθελα να συγκρίνω και το επάνω με το βαθειά. Μα δε γίνεται να προσομοιώσω έτσι αζημίωτα τα φαινόμενα. Δε γίνεται να συνεισφέρω ως στοιχείο το αστοιχείωτό μου. Δεν υφίσταμαι αν νιώθω πως γκρεμίζεται το άστρο που ήδη έχει έλθει για να αφήσει το τελευταίο του χαμόγελο στα πόδια μου. Δεν αντέχω να οσφραίνομαι τις άγευστες και απειθάρχητες ηλιαχτίδες του ανάστατου πεπρωμένου μιας εκπεσούσας γέννησης. Μα ως μη υποκύπτουσα στο απόκρυφο, ξεδιπλώνω ακόμη ένα όριο, βαφτίζοντάς το ίσως έρωτα.

Επειδή το έχω ανάγκη!






Πέμπτη 17 Μαρτίου 2011

Αχ!




Βέεεεεεεβαια! Μισή ουγκιά πιο πέρα απ’ τη θάλασσα εκεί που λαλούν τα αγριοπερίστερα βρίσκεται η σκούνα του Λάμπρου του τσίφτη του καραμπουζουκλή. Εκεί που ξεπετάγονται οι κόκοροι μετά τον αναπαφλασμό του ασυμπούρμπουλου που εξοστρακίζει το παρελθόν (σου). Κι αφού δεν μπορείς να το διακρίνεις, θαρρείς πως δεν υπάρχει κιόλας. Βρε κοίτα κάτι μηχανές που το θέλουν για μαριονέτες. Βρε κάνε χάζι κάτι κουμπότρυπες που θαρρούν πως ξέρουν και να σκίζουν κολοσφυριχτρόνια τύπου Γάμα.

Απονενοημένο μου σήμερα, πάρε μάτι το ξενέρωτο και ρίχτου φόλα. Κρέμασε και στον τοίχο δυο καρφούμπες αναμαλιάρες μπας και δω το φως μου η μουσουλμάνα. Και ρίξε στάχτη στο ανακούρκουδο για να χαράξει με μαχαίρι τη λεμονόπιτα της μικρής σειρήνας. Δυο φεγγάρια παρακεί είναι το γκλάμορους οκταπόδι με την τρελή ρίγα κι εσύ ζητάς επεξηγήσεις? Αγάπη μου (εσύ) που σκοταδιάζεις το σύννεφο, παραμέρισε το σώβρακο μπας και δούμε τη λαγάνα. Ωωωω μα πόσο γραμμένη έχεις τη σιωπή και φωνάζεις το ρο έτσι μασημένα? Ωωωω άγρυπνό μου-νιάτο ου φοβού και ξεπηδήξου.

Αχ!

.

Τρίτη 8 Μαρτίου 2011

Θα τρελαθούμε στις πωλήσεις


Όταν τον εαυτό μου πιάνω να κλείνεται, υπάρχει λόγος ψιθυρίζω. Πρέπει να υπάρχει κι ας μη τον έχω δει. Ας μη τον έχω επεξεργαστεί. Ας μη τον έχω ορίσει. Κάπου εκεί αγρυπνά και προσμένει το σκοινί που θα με κάνει να τον τραβήξω απ’ το λαιμό. Για να τον φέρω πιο κοντά μου ή για να τον πνίξω. Εξαρτάται από το απότομο. Από το σκόρπιο. Από το μη αποφασισμένο.
Ακόμη μια φορά εν γνώσει μου παρασύρω και παρασύρομαι σε ξέφρενο ποτάμι που αλόγιστο χύνεται απ’ του βουνού τον βρυχηθμό. Σα να πέφτω επίτηδες για να νιώσω τον κρότο της σιωπής που μοσχομυρίζει πικραμύγδαλο. Να τεντώσω μια φλέβα παραπάνω και να σπάσει χύνοντας το άγραφο. Το μη επινενοημένο. Το ευγενώς παραδομένο.
Κι είναι οι λέξεις που συνεχίζουν να με καλούν τυλίγοντάς μου τη γύμνια. Είναι τα νοήματα και οι ανάσες που μες τη ζέστη τους ξεπαγώνουν κάτι ξεχασμένους χτύπους και μερικές χαμένες ανατολές. Είναι τα μικρά εκείνα αγριοπερίστερα ανάμεσα απ’ τις παύσεις που πετούν χτυπώντας τα υπονοούμενα νύχια-φτερά τους. Πάλι κυκλώνουν με φωτοστέφανο ξεφωνίζοντας ασύνδετα το άγριό μου. Και πώς να ξεφύγω απ’ το αναποφάσιστο?
Δεν εξηγώ και δεν εξηγιέμαι. Είμαι πεπεισμένη πως ουδείς προτίθεται να σκαλίσει την ξέρα γιατί βλέπει το άνθος στον αφρό. Μένει εκεί ως παραβάτης του δικού του εφιάλτη ελπίζοντας για τη γαλήνη του. Προχωρά βάσει των αφορμών και των επινοημάτων του δράττοντας τα δευτερόλεπτα που γυαλίζουν σα λέπια ζωντανού θεριού. Κι αφήνει το βάθος στο βάθος του.

Έτσι είναι μελλοντικέ πρώην αγαπημένε.

Ακόμη ένα τώρα που θα γίνει ύστερα και θα τελειώσει στο πριν σιγοβράζει στο ζουμί του περιμένοντας για μια τζούρα γεύση. Αυτή τη φορά…

…θα τρελαθούμε στις πωλήσεις…(?)

.