Κυριακή 29 Απριλίου 2012

Όλα είναι πεταλούδες


Ξέρεις τι θα ήθελα, ε? Εκείνο το ξημέρωμα ανάμεσα στα πόδια σου που λαχταρά για ψήσιμο στους 180ο με πασπάλισμα μαύρης ανδαλουσιανής συνύπαρξης. Με ενοχικό ακομπλεξάριστο σύνδρομο φωτεινής παράλυσης. Ξέρω, μετέπειτά μου. Οι επιθυμίες μου είναι όπως και οι διαγνώσεις μου. Δυσκολοερμηνευόμενες. Μα δεν ζητώ να γνωρίζεις μια απ’ όλα για να παρεισφρήσεις στο ασυνεννόητο μου. Φτάνει που προσπαθείς να διαβάζεις ένα ένα τα λεξικογραφήματα αφήνοντάς τα να πάρουν τον αέρα που τους αρμόζει.
Χθες άκουσα μια φωνή απ’ το πουθενά, έτσι όπως γίνεται κάποιες φορές που σε ζαλίζει η απόχη της εποχής που προσπέρασε χωρίς να προλάβει να βάλει το σύνηθες αποτύπωμά της. Ήταν σα κρότος πόρτας του φεύγω δηλώνοντας μη επικείμενη επιστροφή. Φυσικά και δεν τρόμαξα. Έχω συνηθίσει από κρότους παρόμοιους. Μάλιστα θα έλεγα, πως αρέσκομαι στη χρήση τους προσθέτοντας μια ελαφριά και άτυπη δική μου μουσική υπόκρουση. ΜΜΜΜππππααμ! χόρεψα φέρνοντας μια στροφή γύρω από το τίποτά μου. Κι ύστερα ξεκίνησα από εκεί που με είχα αφήσει. Ευθύς δυο βήματα κάτω απ’ το πάτωμα.
Αυτό που μου άρεσε ήταν το σχέδιο που πλέκεις την κορδέλα σου, φίλτατε. Μη ρωτήσεις πώς μπόρεσα και την είδα. Όλα τα καταφέρνω αν τα χρειάζομαι στ’ αλήθεια και ομολογώ πως η μωβ σου απόχρωση έκλεψε τις εντυπώσεις. Ευτυχώς που κανείς άλλος δεν υπήρχε στην πιάτσα για συζήτηση. Αλλιώς θα κουραζόμουν, νομίζω, να καθόμουν να εξηγώ γιατί θέλησα να σε συναντήσω. Ίσως επειδή ήδη πληρώνω 100 νομίσματα κάθε μήνα για εξομολόγηση σε έναν ψυχρό απαιτητή. Πηγαίνω όμως, με τη γνώση πως δεν θα με λυτρώσει. Κι αυτό κάπου με ικανοποιεί. Επειδή αν πίστευα πως υπήρχε λύση, σίγουρα θα την έβρισκα μονάχη. Ετούτο το παράτυπο, είναι επειδή θέλω να λέω πως το έπραξα κι ας με σφάζει στα μη κατατεθειμένα προς δήθεν μελλοντική χρήση ομόλογα.
Σήμερα εξακολουθώ να είμαι εκτός του χθες και μια πριν το αύριο. Έτσι δεν συμβαίνει με τα νεκρόφυτα? Ρουφάνε δέσμιους χάροντες και βγάζουν απ’ τα ρουθούνια Αχέροντες καπνούς. Η βάρκα μου προχωρά σε μαύρο νερό, ζωοποιέ μου άρχοντα, κι εγώ πέταξα το κουπί για να σωθεί ένα ρήμα. Ανέκαθεν έλεγα πως ήμουν της προσφοράς. Η ζήτηση, πλέον, είναι αναλώσιμη.
Πάλι θα μου πεις πως δεν κατανόησες μα δε με νοιάζει. Έτσι κι αλλιώς, δεν υφίσταται τύχη που να παρέμεινε πάνω από ένα δευτερόλεπτο ενός ελάχιστου χρόνου σε τούτη τη διάσταση. Τα πραγματικά γεγονότα ήδη έχουν γίνει αλοιφή πάνω στα βλέφαρα, πριν της γέννας το κλάμα. Ύστερα, όλα είναι μια ανεμοστρόβιλη στάχτη. Μη ψάχνεις διέξοδο στην ασυνέπεια των περιγραμμάτων.

Όλα είναι πεταλούδες…

.

Τρίτη 31 Ιανουαρίου 2012

Μεταξύ μας



μεταΞύ μας, θα προτιμούσα το ξ να μην έχει την κόψη που κάνει ο λάρυγγας όταν το προφέρει εν στεγνώ.


Μεταξύ Μας, θα ήθελα τα μ να ακούγονται πιο μεστά – σα να είναι χορτάτα πριν τα πάρει ο ύπνος.


μΕταξύ μας, θα μου άρεσε το ε να φωνάζει ηχηρά σα να σαλπίζει εγερτήριο χαρμόσυνης ημέρας.


μεταξΥ μας, θα ήταν καλό το υ να μην είναι εντελώς αχνό, μα να τιμά την κατάληξή του πονηρά.


μεταξύ μαΣ, τι υπέροχο θα έμοιαζε άμα το ς ήταν λιγουλάκι ψευδό ώστε να ακούγεται ως παράταση!


μεΤαξύ μας, δεν θα ήταν ανατρεπτικό αν το τ προφερόταν ως γρήγορο κι ανήθικο;


μετΑξύ μΑς, θα ήμουν ικανοποιημένη αν τα α γελούσαν ντροπαλά υπονοώντας τα αυτονόητα.


ΜΕΤΑΞΥ ΜΑΣ, τέλος, θα γούσταρα ο τόνος στην προφορά να έμοιαζε Μετάξι μας.

Παρασκευή 9 Δεκεμβρίου 2011

Χωρίς επειδή



Να λοιπόν που το διπλό το ένα κοντεύει να βγάλει αέρα. Στης σπηλιάς την υγρασία, φτιάχνω τελετή προορισμού, αγναντεύοντας επιπόλαιες προςμονές. Είναι αλήθεια τελικά, πως τα βράχια στάζουν αλμυρό σκέπασμα όταν αφήνονται στον άνεμο της αγάπης. Όταν μεθούν με το ποτό του βάθους. Κι όταν ξαπλώνουν την υπόστασή τους χωρίς να αναρωτιούνται πώς κατάφερε ο χρόνος να καλύψει τις ρίζες τους.


Η υπεροχή, αγαπημένε μου ανέπαφε, έγκειται στην ουσία της διάστασης. Ενός σύμπαντος που φέρνει μέσα του τα γνωρίσματα της μετουσίωσης. Της λαχτάρας. Του ριζικού. Ερωτευμένοι με την απέθαντη γνώση της σπατάλης, ο δωδέκατος αυγερινός υποκλίνεται στην αλλαγή της πυγμής.


Αγαπώ σε, ανήθικε.


Χωρίς επειδή.


Ang.R


Παρασκευή 11 Νοεμβρίου 2011

Ακόμη...


Και καθώς απλώνομαι αμέριμνη κάτω απ’ του ήλιου το χάλασμα, να αρχίζω να ξεφλουδίζω τις υπόλοιπες ζωές μου. Να πέφτουν σα του λεπρού τα κομμάτια ουρλιάζοντας αχνά κι ύστερα να φυτρώνουν μαύρα περιστέρια σε έδαφος χωρίς αλάτι. Στήθη γυμνά σε μιας άνοιξης το γητεμένο στρώμα, να ρίχνουν κεραυνούς που σφάζουν. Ναι, εκεί στην κόψη είναι η παρ-ουσία. Μια παρωδία σε θέατρο του μαύρου που τρίζει στη σκηνή η γεύση του κόκκινου θανάτου.

Φύση μου άγαρμπη, φανέρωσε ένα σου κομμάτι ακόμη. Και στύψε γέλιο παλιάτσου φιμωμένο στων ματιών του το αχ. Και δώσε μου να πιω για να ξεχάσω τι θα γίνω. Χωρίς να πω «επειδή το επιθυμώ». Χωρίς να ομολογήσω «αθώα μέχρι αποδείξεων». Χωρίς να κυλιστώ ξανά στις χίμαιρες του τιποτένιου (μου).

Μα το πιο ζουμερό απ’ τα κομμάτια μου, φύλαξέ το για το καινούργιο. Μαύρη κορδέλα να γίνω σε μάτια αστραπές για να ρουφήξω την εκβολή ενός ακόμη ποταμού που μένει, παραμένει και υπομένει της πηγής του την επίμονη φοβία που εκλιπαρεί στεγνά:
"μη βρεις τη θάλασσά σου...
...ακόμη"!


Τετάρτη 19 Οκτωβρίου 2011

Κατακόκκινο



Να στάξει θέλω

Το κύκνειο άσμα μου

Κατακόκκινο

.

Πέμπτη 22 Σεπτεμβρίου 2011

Ουδείς θνητός δεν αγαπά εκείνο που είναι ανίκανος να χαϊδέψει



Η μικρή ηλιαχτίδα έβαλε δυο φιόγκους κατακόκκινους στις μακριές της πλεξούδες και κύλισε στην πλαγιά του λόφου. Το γέλιο της αντηχούσε στη φύση και οι ανεμώνες σήκωσαν τα κεφάλια για να την υποδεχθούν. Εκείνη, χάρηκε που είχε για φίλες μερικές καλά ριζωμένες υπάρξεις με στέρεο χάδι. Πιο κει, η σκηνή εμπεριείχε και μια μορφή ακόμη. Του αόρατου στοιχειού που δίνει στη συνεύρεση την αφορμή για ερωτοτροπία. ΄Ισως να το ένιωσαν δυο περαστικές πεταλούδες που χωρίς να αναρωτηθούν για το φύλο τους, αμέσως έσπευσαν να ενωθούν.
Το παράτυπο χθες, αφοσιώθηκε στην ανάσταση του οφθαλμοφανούς. Κανείς περαστικός δεν επιτρέπεται να αναρωτηθεί το πώς όταν πρώτα δεν έχει ξεκαθαρίσει το γιατί. Το επειδή έτσι αισθάνομαι, επίσης είναι δυνατόν να γίνει αποδεκτό αφού στους παλμούς δεν μπαίνουν ίδια όρια.
Ο χορός της μέλισσας έσταξε υγρή μετενσάρκωση στην παρθένα νύμφη της πηγής. Ο διάφανος αναστεναγμός της θώπευσε τα σημεία που προσφέρθηκαν για δόσιμο. Εν τέλει, αν δεν ακουμπάς τις φωνές, πώς νομίζεις ότι θα καταλάβουν ότι υπάρχει και η τέταρτη διάσταση?
Δεν πιστεύω πως υπάρχει χρέος να εκθέτεις γραφήματα αν δεν δύνασαι να συνθηκολογήσεις με τα φαντάσματά σου. Έτσι κι αλλιώς, χορογραφώντας την άνοιξη, σπέρνει ο ουρανός την συγκατάβαση. Κι εκεί είναι η ουσία. Να είσαι ανοιχτός όταν ανοίγουν οι ώρες της ανά-παυσης.
Μετά από αυτό το συνονθύλευμα που σκορπίστηκε άνευ πρόθεσης, η μικρή ηλιαχτίδα έλυσε τα μαλλιά και έγινε καρδιοκλέφτρα. Ακόμη αναζητείται η διαπόμπευσή της στην αγενή τάξη των δίποδων. Βλέπετε…

…ουδείς θνητός δεν αγαπά εκείνο που είναι ανίκανος να χαϊδέψει.



Τρίτη 13 Σεπτεμβρίου 2011

«Θάλασσα ψυχής», μου είπες. Μα προτιμώ την Παύλα.



Σ’ ένα δήθεν ξημέρωμα σέρνω βήματα λαχανιασμένα με χροιά αγγέλων. Ένα ύστερα κόβει δρόμο μα χαμογελώντας με λυσσασμένα δόντια, του κόβω το δρόμο. Πώς τολμούν κάτι σάπια ασφοδέλια να σέρνουν πτώματα λαχανιασμένα? Δίπλα στο λιμασμένο κύμα έρχεται ο αχινός που βρωμάει μεθύσι. Δεν θα πατήσω ετούτη τη φορά χωρίς παπούτσι. Θέλω να λιώσω κέρατα ξαναμμένα και να χυθεί λάσπη. Να την αλείψω στο λαιμό κι ύστερα να γλύψω πίκρα. Ποτέ δε μου άρεσε αυτή η επιφανής γλίτσα των μαλακίων. Ουδέποτε γεύτηκα μυξιάρικα παιδαρέλια σε γερμένους ευκαλύπτους. Ουδέποτε επιθύμησα να παραμείνω άνω της μισής φοβέρας σ’ έναν παλμό.
Η θάλασσα γνέφει θέμα ελεύθερο, αγαπητέ ιντριγκαδόρε. Το ξέρεις πως μέσα μου θα βουτήξω ξανά και ξανά για να αλιευθώ ως άλλη αναδυομένη αφροΔύση. Ανάμεσα στην τρικυμία και την ανάπαυλα, οι σειρήνες ξεσκίζουν τον ένα και μοναΔικό Οδυσσέα που τόλμησε να ενσκήψει. Δεν θα σου πω πού. Αν είσαι ξύπνιος, μονάχος θα το βρεις. Οι ανεμιστήρες φθονούν πιότερο από μένα την κάψα. Τα δώματα του ανέμου αναζητούν χέρια ανένδοτα. Ποιος είναι τόσο απελπισμένος ώστε να χαρεί ό,τι έχει αρπάξει?
Το νέφος παίζει φλογέρα ξετσίπωτη. Στήθη απογαλακτισμένα αφρίζουν αιμάτινες πενιές. Ατρύγητα αμπέλια ανοίγουν τα σκέλια για να παρθούν από Διόνυσους ηγέτες. Τα λάβαρα κονταροχτυπιούνται με το έβδομο κομμένο πλοκάμι του τέρατος. Η σπηλιά στο βάθος του ωκεανού γαργαλάει τα μπούτια της. Μη μου πεις τώρα πως σε ανύψωσε η αισθητική της πεταλούδας? Όχι, αγροίκε μου. Δεν πρόκειται να πεθάνω για σένα. Αντίθετα…
…θα επισύρω το ανεύρυσμα εκτός της κλίκας και θα γεννηθώ ως Αστείρευτο Ξεγέλασμα.

Χαμήλωσέ με!