Κυριακή 22 Ιουνίου 2008

Μια πληγή ακόμη




Να σου παίρνει το χέρι και να σου γυρνάει την παλάμη προς το μέρος του. Να την κλείνει στα δυο του χέρια και να σε κοιτά. Και μετά, να σκύβει απαλά και να βάζει τα υγρά του χείλη στο κέντρο της. Να αφήνει το φιλί του να μεταφέρει τις σκέψεις του και τις λέξεις που δεν μπορεί να πει. Να μεταφέρει την ενέργειά του, τη ζέστη και τις επιθυμίες του. Και συ να κοιτάς ανίκανη να ξεστομίσεις το παραμικρό. Να βιώνεις τη στιγμή και οι εικόνες να διαδέχονται η μία την άλλη.

Ένα κρασί να παγώνει και δυο ποτήρια μισογεμάτα. Μια κιθάρα παραπέρα και μια καρέκλα που την έχουν στον τοίχο για ντεκόρ. Κοίτα, έχει κι ένα γκρίζο τριαντάφυλλο πάνω της. Και κείνος να μπαίνει στο βλέμμα σου και να νομίζει πως έχεις να του πεις πολλά. Και συ εκεί. Να εξακολουθείς να μην ανοίγεις τα χείλη σου. Να είναι σφραγισμένα και να μη μπορείς να καθορίσεις τη γεύση της στιγμής.

΄Οχι, δεν θες να φύγεις. Θες να μείνεις, να δεις, να διαπιστώσεις, να ακούσεις. ΄Οχι εκείνον. Μα τους χτύπους τους δικούς σου. Που δίνουν ή δεν δίνουν σημάδι; Που υπάρχουν για εκείνη τη στιγμή ή δεν υπάρχουν; Που θέλουν να δουν και το μετά της ή δεν θέλουν; Θες να ακούσεις ή το αναβάλλεις; Κι αν το αναβάλλεις, γιατί το αναβάλλεις; (φτάνει πια!).

Εφτάμιση ώρες απ’ την ώρα που σε είδε και σου ’χει πει πως σε θέλει. Εφτάμιση ώρες και σου ’χει πει πως ζει στο σκοτάδι. Αλλά αυτό το ήξερες από πριν. Μα τώρα τον βλέπεις να στο προφέρει. Εφτάμιση ώρες και σου είπε πως είναι θάλασσα και σε θέλει στο καράβι του. Με μια κόκκινη κουβέρτα να σου σκεπάζει τα όνειρα. Εφτάμιση ώρες και ξέρεις πως όταν φοράει πουκάμισο δεν θέλει πουλόβερ από πάνω. Κι ότι προτιμάει τη ρόκα όπως εσύ. Χωρίς αβοκάντο. Αλλά με μπόλικα κουκουνάρια. Και χαμογελάει κοιτώντας σε, ψάχνοντας το νόημά σου. Ψάχνοντας και το δικό του.

Πίσω μια παρέα να φωνάζει αλλά δεν ακούς τίποτα. Ανίκανη να κουνηθείς (πού να πας;) και να ξεφύγεις (γιατί;). Μια νότα να θέλει να βγει απ’ τα χείλη σου μα να ντρέπεσαι να την τραγουδήσεις (χαζή!). Κι ένα κοίταγμα απ’ τον τραγουδιστή που χαμογελάει νομίζοντας πως όλα είναι αρμονικά (δεν είναι;). ΄Ακου! Υπάρχει μια πνοή εκεί μέσα που αναμένει. Τι θα κάνεις γι’ αυτό; Γιατί κάτι πρέπει να κάνεις γι’ αυτό; ΄Ετσι νιώθεις; Πως πρέπει; Όχι, τίποτα δεν πρέπει, φτάνει να το θελήσεις. Ν’ απλώσεις λίγο το χέρι. ΄Ετσι σου είπε. Γιατί δεν τον ακούς; Τι θέλεις; Τι ζητάς;

Φεύγοντας, κοιτάς ψηλά τον ουρανό μέσα από το τζάμι του αυτοκινήτου. Ένα δάκρυ σου κυλά και το αφήνεις να τρέξει. ΄Ενα σφίξιμο και μια ανατριχίλα. ΄Ενα βλεφάρισμα στο πουθενά. Κι ένα χάδι στο μέρος που σε φίλησε. ΄Ενα χαμόγελο αχνό.

Ακόμη έχει φεγγάρι, μα ξέρεις πως τα φεγγάρια ξεγελούν. Αυτός όμως δεν είναι φεγγάρι. Είναι γυμνός σ’ ένα σκοτάδι που αιμορραγεί κι εσύ μια πληγή ακόμη…
.

Τρίτη 3 Ιουνίου 2008

΄Ολο μορφές θ' αλλάζω...





Καλό μου παραμύθι όλο και μεγαλώνεις. Καμιά φορά αυθάδικα γελώ κι ας ξέρω πως θυμώνεις.

Πού να χωρέσω τις σελίδες σου και πού να σ’ ακουμπήσω; Σαν σε διαβάζω απ’ την αρχή ξεχνιέμαι, καταριέμαι μα τίποτα δεν θα σου σβήσω.

Σε γράφω στα σκοτάδια, μόνη με το φως του φεγγαριού μέσα στο κάτασπρο κελί μου. Κλειδαριές βαριές μου ’βαλαν οι καινούργιοι δεσμοφύλακες γιατί οι παλιοί φοβήθηκαν τη δύναμή μου.

Και δώσαν προσταγή καλά να με φυλούνε μα δεν ξέρουν πως οι βοηθοί μου έξω τριγυρνούνε. Μη ξεφύγω,λένε, και γεμίσω τον κόσμο αστραπές μα οι φίλοι οι δικοί μου αψηφούν τις φυλακές.

Σαν ακουμπούν στα σύνορά μου με μούχλα τα γεμίζουν, πάνω απ’ τα μάτια με κοιτούν φωνάζουν και με βρίζουν.

Και γω στην πέτρα μου επάνω τους κοιτώ και κοροϊδεύω, τα στήθη μου πιάνω και τα δυο, τα σφίγγω τα χαϊδεύω. Κι άλλοτε ξόρκια μαγικά τους ρίχνω με λαγνεία κι εκείνοι τρέχουν να κρυφτούν, φοβούνται τη μανία.

Κι ύστερα μόνη μου ξανά γράφω για όνειρα

και για γαλάζιους ουρανούς
και οι σελίδες μου είναι υγρές από βροχή και κεραυνούς.

Κι έτσι το παραμύθι δεν έχει τελειωμό…

Μα σαν με κάψουν στην πυρά
λέξεις θα πηδήξουν με δόντια κοφτερά
και γω μέσα απ’ τις φλόγες δυνατά θα τους χλευάζω
και μες το παραλήρημα όλο μορφές θ’ αλλάζω...


Παρασκευή 23 Μαΐου 2008

Κόντρα ρόλος





Φόρεσε το μαύρο το κολλητό το κοντό με την γόβα την δωδεκάποντη. Καλσόν διχτυωτό. Τα μαλλιά χυμένα. ΄Οπως κι η ψυχή της. Μα απόψε δεν ήθελε να τη δείξει σε κανέναν. Θα έδειχνε μόνο το έξω της. Εξάλλου ποιόν ενδιαφέρουν τα ενδότερα;

Πήγε σ’ ένα μπαρ που δεν την ήξερε κανείς και παρήγγειλε το φαρμάκι της. ΄Εσκασε χαμόγελο υποτιθέμενης καύλας σε μερικούς δεξιά κι αριστερά και περίμενε. ΄Ολο και κάποιος θα τσιμπούσε. Πολύ θέλουν, νομίζεις;

Μέσα της έκλαιγε, ανίκανη να λυθεί απ’ τα συρματοπλέγματα που έμπηγε στη σάρκα της η ακατονόμαστη μανία της να φθείρει την ψυχή της σε αδιέξοδα. Σήμερα θα έδινε και το κορμί της. ΄Ετσι, για κόντρα ρόλο. Για ακόμη μια χαραγματιά παραπάνω.

Σταύρωσε τα πόδια της και φάνηκε η μαύρη της κιλότα. ΄Εσφιξε τα μπούτια της κι έγλυψε τα χείλη της ηδονικά. Ψάρεμα το λεν αυτό καριόλα μου. Και τα πας καλά. Κατέβασε με τη μία το υπόλοιπο ποτό της και τον είδε να την πλησιάζει.

΄Ηπιε άλλο ένα κερασμένο, διαφορετικό αυτή τη φορά. Για λίγη ζάλη παραπάνω. Για μια δικαιολογία ακόμη. Την πήρε κι έφυγαν.

Το πρωί, στη μέση του πουθενά με ξεσκισμένα ρούχα έψαχνε μια δικαιολογία ακόμη.
Το γιατί να γυρίσει πίσω
.

Τρίτη 20 Μαΐου 2008

Φόρα παρτίδα





Θα βάλω τις μπότες τις ψηλές. Αυτές τις πάνω απ’ το γόνατο. Τις πολύ πάνω απ’ το γόνατο. Και το καλσόν το λεπτό. Το πολύ λεπτό. Και μια φούστα που σιγά μην είναι φούστα. Σε φαρδιά ζώνη παραπέμπει, αλλά τι πειράζει; Κι από πάνω τη μπλούζα τη μαύρη τη σκέτη. Χωρίς ντεκολτέ χωρίς τίποτα. Να με καλύπτει ίσαμε πάνω. Αλλά να μου τονίζει το στήθος και να το προτάσσει αυθάδικο στα μάτια του ήλιου που είπε να αρχίσει να δηλώνει την παρουσία του δειλά δειλά με το σαρδόνιο χαμόγελο που παίρνει αυτή την εποχή. Το –ναι- ήρθα –για-να-μείνω-κάνα-τρίμηνο.

Θα βγω έξω. Με τα μαλλιά να ανεμίζουν και το περπάτημά μου να σπάζει τζάμια. Χαμόγελο δεν θα ’χω. Τι να το κάνω. Δεν μου χρειάζεται. Ξέρω να ρίχνω πτώματα και χωρίς. Σοβαρή θα βγω. Σοβαρή και λίγο σκληρή. Με βήμα γρήγορο που δείχνει κατεύθυνση. Γιατί ξέρω πού θα πάω. Δεν θα βγω στο πουθενά. Θα ’χω στόχο.

Μια θύμηση και μια εικόνα απ’ το παρελθόν. Μια ιδέα και μια σκηνή. Κάτι βλέμματα και μερικά αγγίγματα. ΄Ισως και κάτι παραπάνω. Χωρίς πολλά λόγια. Μα με νεύματα πολλά. Και μέσα από τα νεύματα λέγονταν όλα. Και μέσα από τις απορίες που χωρίς να ήταν ανάγκη να λυθούν, έρχονταν χρόνοι.

Τζην φόραγε πάντα. Και μπλουζάκια ή πουκάμισα ανάλαφρα. Μαλακά παπούτσια χαμηλά και τα μαλλιά ίσα που να καλύπτουν το λαιμό. Μ’ αρέσει αυτό το μήκος σε άλλον. Να τα πιάνω και να τα σφίγγω στη χούφτα μου. Να τα χαϊδεύω και να κυλούν ανάμεσα απ’ τα δάχτυλά μου. Να βάζω το πρόσωπό μου μέσα και να ταξιδεύω σε ουρανούς.

Είχε κλάματα στα μάτια. Το θυμάμαι αυτό. Συχνά. Συχνότατα. Κι ένα βλέμμα λυπημένο. Που έδειχνε της ψυχής το μαύρο. Δεν ξέρω κατά πόσο με γοήτευε αυτό όμως ξέρω πως αμέσως έδινα χάδι στο πρόσωπο. Κι ας συνέχιζε να είναι λυπημένο. Κι ας εξακολουθούσαν τα δάκρυα να τρέχουν. Ακολουθούσαν και τα δικά μου άλλωστε. Δεν το ’χω για πολύ.

΄Εβρισκα κάτω απ’ την πόρτα μου σημειώματα. Γραφικός χαρακτήρας ασταθής. Λίγες λέξεις με κυρίαρχο το «σε θέλω». Πόσο μ’ αρέσει να μου το λεν αυτό. Πόσο μ’ αρέσει να το βλέπω γραμμένο. Κι ας μην έκανα δραστικές κινήσεις για να έρθει πιο κοντά μου. Σε απόσταση. Σχεδόν σε απόσταση. ΄Ηθελε πάντα κάτι παραπάνω. ΄Οπως κι εγώ. Μόνο που τότε δεν ήξερα τι.

Στριφογυρνάει στο μυαλό μου. Το βάδισμα, η εικόνα, οι ήχοι, η κίνηση στο κορμί. Μα πιο πολύ αυτό το βουβό κλάμα. Και τώρα; Γιατί να πάω τώρα; Γιατί να πάω σ’ εκείνο το μέρος; Γιατί μου ήρθε να το κάνω αυτό; Κακό θα κάνω σαν πάω. Ναι; Σε ποιον άραγε; Εξάλλου, δεν ξέρω πού είναι. Δεν θέλησα να μάθω πού είναι. Δεν έψαξα να δω πού υπάρχει.

Κι όμως. Θα βάλω τις μπότες τις ψηλές. . Αυτές τις πάνω απ’ το γόνατο. Τις πολύ πάνω απ’ το γόνατο. Και το καλσόν το λεπτό. Το πολύ λεπτό. Και μια φούστα που σιγά μην είναι φούστα. Σε φαρδιά ζώνη παραπέμπει, αλλά τι πειράζει; Κι από πάνω τη μπλούζα τη μαύρη τη σκέτη. Χωρίς ντεκολτέ χωρίς τίποτα. Να με καλύπτει ίσαμε πάνω. Αλλά να μου τονίζει το στήθος και να το προτάσσει αυθάδικο στα μάτια του ήλιου...

Θα ξέρω πού θα πάω. Δεν θα βγω στο πουθενά. Θα ’χω στόχο. ΄Οχι για να βρω το παρελθόν. ΄Οχι. Αλλά για να γράψω ένα όνομα σ’ έναν τοίχο όπως είχα υποσχεθεί πως θα έκανα και δεν το τόλμησα ποτέ. Αυτή τη φορά όμως θα το κάνω. Χωρίς να ξέρω το γιατί. Δεν χρειάζονται όλα τα «γιατί» απαντήσεις. ΄Ετσι ένα όνομα. Μια ανάμνηση. ΄Ενα κάτι.

Σε μια μάντρα στο κάπου. Με σπρέι μαύρο. Σε φόντο παράξενο. Με γράμματα πέντε. Την έλεγαν Τζένη.




Σάββατο 3 Μαΐου 2008

Μια στιγμή γι' απόψε





Τον κοιτώ να παίζει την κιθάρα του στα βότσαλα καθισμένος κι οι νότες σκορπίζονται τριγύρω. Δίπλα η θάλασσα κι ένα φεγγάρι κόκκινο, αλήτικο, να κοιτά αυθάδικα. Σαν να ξέρει πως όλα είναι στιγμές. Στιγμές που ξεθυμαίνουν, φεύγουν και χάνονται.

Χάνονται; Όχι φεγγάρι μου. Δεν χάνονται κι ας γελάς. Ξέρω να γελάω κι εγώ όσο δεν το πιστεύεις. Και ξέρω πως μπορώ να σου τη φέρω. Μα δεν θα σου πω πώς. Δεν θα στο πω. Μόνο εκεί, συνωμότη θα σε κάνω σ’ ενός έρωτα τη βραδιά. Και θα κοιτάς και θα θυμάσαι.

Θα θυμάσαι γιατί δεν θα σ’ αφήσω να ξεχάσεις πως στιγμές αλήθειας δεν εξαφανίζονται στο άχαρο, στο σκόρπιο και στο μηδέν. ΄Εχεις μάθει να σε χαζεύουν κι εσύ να στέκεσαι ακλόνητο σ’ έναν μαύρο ουρανό και νομίζεις πως κάτι κάνεις. Θα σε μάθω λοιπόν πώς είναι να υπάρχεις.

Πώς είναι να υπάρχεις έστω και για μια στιγμή χωρίς να παίζεις θέατρο. Να δείχνεις και να αναστατώνεις. Να χορεύεις και να μεθάς. Να ακούς και να πάλλεσαι. Να βγάζεις ήχους και να απογειώνεσαι. Να με βλέπεις να πετώ τα ρούχα μου και να μη θέλεις να πάρεις το βλέμμα σου. Να λάμπεις απόψε μόνο σε κείνα τα βότσαλα. Πουθενά αλλού.

Πουθενά αλλού, γιατί μόνο έτσι θα καταλάβεις πως σαν κάποιες νότες παίζουν μόνο για σένα τότε μπορείς να γίνεις οτιδήποτε. Να υπάρχεις στο τώρα και στο μετά. Να δίνεις νόημα και στο πριν. Κι απόψε θα το μάθεις. ΄Η θα το ξαναθυμηθείς. Και θα στο δείξω εγώ. Γιατί κάποιοι το μόνο που κάνουν είναι να σε κοιτούν. Και μερικοί ίσως να σου μιλούν. Λίγοι όμως κάνουν τον κόπο να σου δείχνουν.

Να σου δείχνουν πώς είναι η ένωση, το πάθος, η ένταση, η μετουσίωση, η φλόγα όταν γεννιέται κι όταν θεριεύει. Κι ύστερα όταν καταλαγιάζει κι αργεί να σβήσει. Και σαν έρθει το κύμα και την πάρει, οι νότες να μένουν. Να μένουν και να σου ξεκουφαίνουν τ’ αυτιά και να ζητάς απεγνωσμένα το ταίρι το δικό σου.

Το ταίρι το δικό σου που λάμπει σ’ άλλον ουρανό και στάζει δάκρυ σε θάλασσα άγνωστη. Γιατί θυμάται νότες. Νότες παιγμένες σε βότσαλα καυτά. Κι ίσως κάποια στιγμή σου δείξω πού είναι. Γιατί ξέρω πού μπορείς να το βρεις. Και θα πάμε μαζί.

Μαζί. Μόνο, άσε με αυτή τη βραδιά να κοιτώ τα μάτια τα δικά του. Μη μου σφραγίζεις τα όνειρα και τις ευχές για να τ’ απευθύνω μόνο σε σένα. Και δώσε μου μια στιγμή. Λούσε με απόψε με γαλήνη κι άσε με να γίνω αυτή που κάποια στιγμή θα είμαι.

Δευτέρα 28 Απριλίου 2008

Σαν αμαρτία...





Θα ήθελα να ήμουν βιβλίο. Χιλιοδιαβασμένο, να σέρνω τις σελίδες μου ξεφτισμένο στις άκρες. Πολυσέλιδο και πολύπλοκο. Πολύτιμο και πολυσήμαντο.

Θα ήθελα να ήμουν αίσθηση. Πρωτόγνωρη και ανυπέρβλητη. Παλιά κι ανεξερεύνητη. Καινούργια και ατίθαση. ΄Εντονη και προκλητική. Σαγηνευτική κι αμαρτωλή.

Θα ήθελα να ήμουν λέξη. Περίτεχνη, απλοϊκή, ευχάριστη και διασκεδαστική. Μελαγχολική ή επιθετική.

Θα ήθελα να ήμουν μνήμη. Θλιβερή και ποιητική. Ζωηρή και άταφη. Βίαιη, ιερή και άναρχη. Μισητή κι αγαπημένη. Σταυρωμένη και αναστημένη.

Θα ήθελα να ήμουν έμπνευση. Η διαδικασία, το αποτέλεσμα κι ο αποδέκτης. ΄Ενα και πολλά.

Θα ήθελα να ήμουν μούσα. Μα δεν είμαι. Γιατί δεν το τόλμησα. ΄Η γιατί δεν μπόρεσα. ΄Η γιατί τρόμαξα. ΄Η γιατί διάλεξα να μην είμαι.

Κι αν κάτι πρέπει να είμαι...ας είμαι...
«...η γραφή...
...αγία και πρόστυχη...
...ιερή και βέβηλη...
...αθώα και σατανική...

...ή μια ανήμπορη πένα...
...λευκή παρθένα σελίδα ,διακορευμένη από λέξεις φαλλούς....»







(εμπνευσμένο απ’ το «mon petit peche», μιας και έχω αφιέρωση προσωπική...)



Δευτέρα 21 Απριλίου 2008

Την προσοχή σας παρακαλώ






Ακουγόταν το Sweet little angel. Αυτό το τραγούδι πάντα κάτι της έκανε. ΄Ισως γιατί είχε και λίγο απ’ τ’ όνομά της μέσα. Λίγο. Πάντα κάτι λίγο...

΄Εστρωσε την φράντζα απ’ το μαλλί κι έβαλε λίγο τζελ. Κάτι την έκανε να ξινίσει τη μούρη. Πήρε το ψαλίδι και έκοψε τη μισή. ΄Εβαλε στα δυο δάχτυλα λίγο τζελ ξανά και το άπλωσε σε ότι είχε απομείνει απ’ το τσουλούφι. Με μια κίνηση το έστρωσε κατά πάνω. Πήρε το πιστολάκι και το στέγνωσε εκεί. Να δείχνει τόξο στο κάπου. Στο εκεί. Στο πέρα. Εκεί που θα πήγαινε σε λίγο. Σε λίγο...

Ακουγόταν το Sweet little angel. Blues for ever. ΄Οπως κι αυτή. Μα αυτή δεν ήταν για πάντα. Τίποτα δεν είναι για πάντα. Μισόκλεισε τα μάτια και κοίταξε ανάμεσα απ’ το κενό. Ναι, είναι ακόμη πορτοκαλί. Και λίγο από κόκκινο. Ναι, λίγο...

Τους φανταζόταν που θα την κοιτούσαν καθισμένη απέναντί τους στα χαλάσματα που τους είχε δώσει ραντεβού. Εκείνη φορώντας το τριμμένο και ξεσκισμένο στα γόνατα τζιν και το κοντό μπλουζάκι- αυτά τα ρούχα δεν τα ’βγαζε με τίποτα- και οι άλλοι φορώντας το άθλιο βλέμμα της έκπληξης. Πήρε τα κλειδιά του σπιτιού και τα ’βαλε στην κολότσεπη. Σε λίγο θα τα πέταγε απ’ το παράθυρο του αυτοκινήτου. Σε λίγο...

΄Εφτασε πριν απ’ τους άλλους, όπως το είχε σχεδιάσει και άναψε τσιγάρο. Στη σκέψη της το Sweet little angel. Εικόνες περνούσαν διαδοχικά απ’ το μυαλό της. Σε ότι είχε απομείνει από μυαλό. Σε ότι είχε απομείνει απ’ αυτή τη μικρή μάζα που πάλλεται και που τα τελευταία χρόνια ένιωθε πως θα έσκαγε μέσα στο κεφάλι της. Σκέψεις ασύνδετες και φωνές ανακατωμένες. Σε λίγο τέρμα επιτέλους. Σε λίγο...

Τους είδε από μακριά να έρχονται έναν έναν. Τους αναγνώριζε απ’ το περπάτημα. Ο καθένας και το δικό του. Χαμογέλασε ειρωνικά. ΄Ιδιοι έμειναν. Ίδιοι. Η στάχτη απ’ το τσιγάρο να κρέμεται και ο καπνός γύρω της. Κι εκείνοι να ’ρχονται με βήματα αργά. Για κοίτα τους. Οι άντρες της ζωής της σε σειρά ο ένας πίσω απ’ τον άλλον. Λίγοι; Πολλοί; Έχει σημασία; Για κείνην πάντα κάτι ήταν λίγο. Λίγο...

Ούτε που τους ρώτησε γιατί ήρθαν. Ούτε που τους ρώτησε αν μεταξύ τους μίλησαν στη διαδρομή μέχρι τα χαλάσματα όταν συναντιόντουσαν στις διασταυρώσεις του έρημου τοπίου. Και γιατί να το κάνει; Μήπως εκείνοι είχαν αναρωτηθεί το «γιατί» της; Τώρα όμως θα το μάθαιναν. Τώρα...

Κάθισε απέναντί τους με τα πόδια ανοιχτά. Τους κοίταξε αυθάδικα. Ο καθένας κρατούσε κι από έναν ίδιο φάκελο. Με τους στίχους του Sweet little angel. Γραμμένους με τον δικό της ιδιόμορφο χαρακτήρα και στο τέλος το σημείο συνάντησης και την ημερομηνία. Και κάτω κάτω στο χαρτί, αυτό που τους έκανε να αποφασίσει ο καθένας για τους δικούς του λόγους να έρθουν: ΄Ενα «ΩΣ ΕΔΩ» γραμμένο με μαύρα έντονα γράμματα. ΄Ηξεραν πως σαν αποφάσιζε να το γράψει, θα ήταν και το τέλος. Το τέλος...

Τους έκανε χάζι. «Την προσοχή σας παρακαλώ», τους πέταξε νωχελικά καρφώνοντάς τους στα μάτια. Δίπλα ήταν το όπλο της. ΄Ολοι ήξεραν πως το είχε για προστασία, ύστερα από κείνο το γεγονός που σημάδεψε τη ζωή της πριν πολλά χρόνια. Το γεγονός που την έκανε να σταματήσει να κοιτά τ’ αστέρια και να βλέπει πάντα φοβισμένη τις γωνιές. Τότε που...Δεν έχει σημασία. Δεν έχει πια...

«Ξέρετε γιατί ήρθατε εδώ απόψε», ξεστόμισε ανάβοντας ένα τσιγάρο ακόμη. « Να με δείτε να φεύγω οριστικά. Μιας και κανείς σας δεν αποφάσισε ποτέ να φύγει οριστικά από μένα, θα το κάνω εγώ. Το περιμένατε άλλωστε πως κάποια στιγμή θα συνέβαινε. Ακόμη μια φορά θα αποδειχθώ η πιο δυνατή». ΄Επαιζε με το όπλο στο χέρι της και τους κοιτούσε με την άκρη του ματιού της. Διασκέδαζε με την αμηχανία τους. ΄Η με την αναποφασιστικότητά τους. Την αναποφασιστικότητά τους...

«Sweet little angel», προσφώνησε έναν έναν δίνοντάς τους κι από ένα φιλί στα χείλη χωρίς να τους κοιτάζει. ΄Υστερα κάθισε ξανά απέναντί τους. ΄Εφερε το όπλο στον κρόταφο ενώ το σούρουπο έδινε τη θέση του στην νύχτα. Στη νύχτα που μέσα της μεγάλωσε. Στη νύχτα που την περπάταγε. Στη νύχτα που την έλουζε. Στη νύχτα...

«Θα με προσέξετε τώρα;»

.................

«Παρακαλώ;»

..................

..................................................................................................


Δεν μίλησε κανείς. Τι να πουν άλλωστε;