Πέμπτη, 21 Αυγούστου 2008

Ότι δε λύεται...



΄Ηταν στην ξύλινη εξέδρα από πριν χαράξει. Επέβλεπε τον λατρεμένο χώρο της δουλειάς του και φρόντιζε ώστε να είναι όλα άψογα. Να μην λείπει τίποτα ούτε αυτή τη φορά από την παράσταση στην οποία θα ήταν ξανά ο πρωταγωνιστής. Ψηλός, αγέρωχος, σταθερός στις κινήσεις, δυνατός, απότομος, σίγουρος.

Η κουκούλα του ήδη φορεμένη στο πρόσωπο. Μαύρη, με δυο τρύπες στη θέση των ματιών, ίσα που να του επιτρέπει να έχει καλή οπτική των πραγμάτων. ΄Οσο για την έκφρασή του, αυτή δεν αφορούσε κανέναν. ΄Ηταν κάτι το ολόδικό του το πώς ένιωθε κάθε φορά που κατέβαζε τη λαιμητόμο στους λαιμούς των καταδικασμένων.
«Θα πάρεις κι εμένα το ξημέρωμα».
Η φωνή μου απαλή,βγήκε απ’ τα χείλη μου, εκφράζοντας την επιθυμία μου με τρόπο που δεν σήκωνε αντίρρηση.

Είδα τα μάτια του να καρφώνονται στα δικά μου. Δεν γύρισα το βλέμμα, μα τον κοίταξα σταθερά. ΄Ηξερα πως δεν θα συμφωνούσε. Τον παρακολουθούσα καιρό και είχα μάθει πως δούλευε με σύστημα. Χωρίς παρεκκλίσεις.
«Δεν έχει σημασία που δεν είμαι στη λίστα σου. Θα πάρεις κι εμένα το ξημέρωμα», επανέλαβα. Αυτή τη φορά η φωνή μου πιο έντονη, πιο αποφασιστική.

Σήκωσα το μακρύ μου φουστάνι και ανέβηκα τις σκάλες. Τον πλησίασα. Τίναξα πίσω τα μαλλιά μου και του έδειξα το λαιμό μου.
«Ξέρω πως μόνο εσύ θα το κάνεις σωστά. Αυτός ο κόμπος....»
Εκεί σταμάτησα. Μου ανέβηκε ένας λυγμός. Δεν έπρεπε να δει τον δισταγμό μου, όμως είμαι σίγουρη πως τον κατάλαβε. Μα ίσως αυτό, να τον ερέθισε περισσότερο. Παρόλα αυτά, συνέχισε τη δουλειά του. ΄Επιασε να γυαλίζει την κοφτερή λεπίδα με ιδιαίτερη προσοχή. Αργά, επιμένοντας στην κάθε της λεπτομέρεια. Στην κάθε της λειασμένη επιφάνεια.
«Δεν ήρθα για παρακάλια. Πρέπει να φύγει αυτός ο κόμπος, τ’ ακούς; Μόνο εσύ μπορείς να με βοηθήσεις. Μόνο εσένα μπορώ να εμπιστευθώ. Μόνο εσύ μου μένεις που πλέον θέλω να αφεθώ», συνέχισα, προχωρώντας ακόμα πιο κοντά του.

Με εκνεύριζε που έμοιαζε να μην με προσέχει. Που εξακολουθούσε να κάνει τις προγραμματισμένες του κινήσεις χωρίς να δείχνει την παραμικρή διάθεση να με λυτρώσει. Να με ελευθερώσει. Να...με βοηθήσει.


«ΘΑ ΠΑΡΕΙΣ ΚΑΙ ΜΕΝΑ ΤΟ ΞΗΜΕΡΩΜΑ!». Αυτή τη φορά το φώναξα.

Κι επιτέλους, τον είδα να έρχεται κοντά μου. ΄Ενιωσα την καυτή του ανάσα στο πρόσωπό μου. Τα μάτια του κάρβουνα πάνω στα δικά μου. Το σώμα του άκαμπτο. Είμαι σίγουρη πως τα χείλη του ήταν σφιχτά. Χωρίς έκφραση. Σήκωσε το στιβαρό του χέρι και μου ακούμπησε το λαιμό. Τον εξέτασε. Τον χάιδεψε. ΄Εσκυψε και μου...τον φίλησε.

Δε μετακινήθηκα απ’ τη θέση μου. ΄Ημουν τόσο αποφασισμένη. Σίγουρη πως η μόνη λύση για την απαλλαγή μου ήταν στα δικά του χέρια. Σ’ αυτά τα δυνατά χέρια και σ’ αυτό το φλογερό βλέμμα που παρατηρούσα τόσο καιρό ως θεατής. Αυτή τη φορά, ήθελα όσο τίποτ’ άλλο να είμαι μέρος του έργου του.

«Και θα μου ρουφήξεις την τελευταία μου πνοή την ώρα που θα βγαίνει», του είπα, για να τον δελεάσω ακόμη περισσότερο.

Το ήξερα πως αυτό θα τον ταρακουνήσει. Θα τον έκανε να του κοπεί η αναπνοή για μερικά δευτερόλεπτα. Θα τον έκανε να το σκεφθεί λίγο πιο σοβαρά. Γιατί μέχρι τώρα, κανείς δεν είχε ενδιαφερθεί για μια έξτρα πληρωμή του. Κανείς δεν του είχε δώσει έναν παραπάνω λόγο για να κάνει την παράσταση ακόμη πιο ζωντανή την ώρα που σκορπούσε το θάνατο.

Κι έκανε την κίνηση που λαχταρούσα. Την κίνηση που περίμενα με τόση προσμονή. Την κίνηση που επιτέλους θα με έκανε να έρθω ακόμη ένα βήμα κοντύτερα στο πιο δυνατό μου θέλω.

΄Εβγαλε σιγά σιγά την κουκούλα που φορούσε. Την σήκωσε ψηλά και με αργές κινήσεις άρχισε να με καλύπτει. Κι ήταν η πρώτη φορά που είδα το πρόσωπό του. Κι ήμουν η πρώτη που διάλεξε για να μου αποκαλυφθεί. Κι ήταν, όπως το περίμενα, το πιο όμορφο πρόσωπο που είχα δει ποτέ. ΄Εστω και χωρίς χαμόγελο. ΄Εστω και χωρίς έκφραση. Μα με μια λάμψη στα μάτια που μ’ έκανε να ταξιδέψω για τελευταία φορά. Να ταξιδέψω στον κόσμο που συνήθιζα να ταξιδεύω. Στον κόσμο με τα βλέμματα. Στον κόσμο τον χωρίς λόγια. Κι αυτός, ήξερε πολύ καλά πως δεν χρειαζόταν να βγάλει ούτε μια άχνα.

Του είχα προσφέρει την τελευταία μου πνοή. Ολόκληρη. Δική του. Απευθείας μέσα απ’ τα χείλη μου. Θα μου πρόσφερε το λύσιμο του κόμπου μου με τον καλύτερο τρόπο. Με μια υπέροχη σιωπή, που κάθε σωστός επαγγελματίας ξέρει πως πρέπει να έχει, πριν πέσει η αυλαία.

Με οδήγησε σ’ εκείνο το μέρος της εξέδρας που η διάμετρός του φιλοξενούσε πάντα το σκηνοθετικό σημείο για την τελευταία υπόκλιση. Γονάτισα κι είχα τα μάτια ανοιχτά. Πριν σκύψω το κεφάλι, πρόλαβα και είδα μια λάμψη στην άκρη της λεπίδας απ’ τον ήλιο που εκείνη την ώρα είχε αρχίσει να ξεπροβάλει. Κι ένα πετάρισμα από κάποιον αετό που εξακολουθούσε να απλώνει δυο φτερά εκεί που πίστευε πως ανήκει.

Σε λίγο ο κόμπος δεν θα μ’ ενοχλούσε πια. Και θα έφευγαν κι όλα αυτά τα λόγια μέσα απ’ το κεφάλι μου, που μου τον είχαν δημιουργήσει και που εκείνη τη στιγμή – σαν να το έκαναν επίτηδες – είχαν αρχίσει να βουίζουν με όλη τους τη δύναμη ξανά και
ξανά: «σε θέλω», «μωρό μου», «σε χρειάζομαι», «αγκάλιασέ με», «είμαι δικός σου», «μάτια μου», «με γοητεύεις», «για πάντα», «με κερδίζεις», «θα έρθω», «μαζί», «σ’ αγαπώ», «σ’ αγαπώ», «σ’ αγαπώ»...
«ΤΩΡΑ!», ούρλιαξα κι έσφιξα τα δόντια δυνατά.

Καμιά εικόνα δεν πέρασε από μπροστά μου.

Μόνο ένας κρύος αέρας κατέβηκε απότομα παγώνοντας το λαιμό μου πριν σταματήσει ο κόσμος να γυρίζει...