Τετάρτη, 27 Αυγούστου 2008

Με τα...παπουτσάκια στο χέρι!



Δυο κιλά μελιτζάνες, ένα κιλό κιμά, δυο ντομάτες, ένα μπουκάλι γάλα, αλεύρι, αυγά, τριμμένο τυρί, κρεμμύδι, βούτυρο, λευκό κρασί, μυρωδικά. Σε τσάντα οικολογική. Θα ερχόταν να με πάρει, λέει, να ποτίσουμε τα λουλούδια σπίτι του (μόνο! και το εννοεί!) και γω του πρότεινα να του μαγειρέψω παπουτσάκια που του αρέσουν (εννοούσα ΚΑΙ αυτό!). Οι γονείς του έλειπαν, οπότε θα μου ’δειχνε και το σπίτι του- μιας και δεν το ’χα δει -και ναι, ναι και το δωμάτιό του.

Ντουζάκι, ξυρισματάκι, κρέμα, βάψιμο ελαφρύ κι ένα σέξι τακούνι. Δυο φςςςςττ κολόνια και «μωρό μου έρχομαι».

Μπαίνω στο αμάξι του (αχ κούκλος ήταν), ξεκινάμε (πώς μ’ αρέσει που μου χαϊδεύει το πόδι όταν με κάνει τσάρκες). Μπλα μπλα, ζέστη, κίνηση και τα τοιαύτα.

Όμορφο το σπίτι, έπαιξα λίγο με το πουλί της οικογένειας (τον φλόλεκ(;) το καναρίνι) ανοιγόκλεινα το λάστιχο για να το πηγαίνει από γλάστρα σε γλάστρα(το πότισμα που λέγαμε) και βάλαμε τα ψώνια στο ψυγείο για να ανέβουμε στο πάνω δωμάτιο (αγκχμμ...).

Κι εκεί που χάζευα τις ζωγραφιές στους τοίχους, κι εκεί που είδα ένα τέλειο καντηλέρι σαν από βράχο παρμένο και ήθελα να μάθω την ιστορία του κι εκεί που άρχισε να μου λέει διάφορα κι ήταν κοντά- κοντά- κοντά μου... εκεί...ακούστηκε ένας θόρυβος από κάτω κι ένα σκλφκξρρρ...κι άνοιξε η... κλειδαριάααα!

Και μου ’κανε νεύμα να μη βγάλω άχνα και να μείνω ακούνητη, ακλόνητη, αμίλητη. Και μπουρδουκλώθηκε να κατέβει τις σκάλες και «γεια σας», και «σας περίμενα αύριο καλέ», και «πώς κι έτσιιι;». Μα οι ερωτήσεις της άλλης πλευράς γράφουν ιστορία: «Καλά, ΕΣΥ κι αγόρασες μελιτζάνες;», «ΚΑΙ ντομάτες;» και «ΤΟΥΤΟ τι είναι πάλι;» (το ανοιχτήρι μου που παριστάνει ένα πέος καλότατου μεγέθους που το ’χα ρίξει στη σακούλα για να κοπανήσω το κρεμμύδι-ε, και για να σπάσει ο πάγος-είμαι πλακατζού, τι να κάνουμε;). Αχ και τον άκουγα ψύχραιμο ψύχραιμο: «πείνασα καλέ» (γουστάρω που δε μασάει) και «ε, ναι! ΑΥΤΟ το βρήκα σε τιμή ευκαιρίας, δεν είναι γαμάτο;) κι αναρωτιόμουν ποια θα είναι η επόμενη σκηνή κι είχα ένα χαμόγελο στα χείλη (πού τη βρίσκω την αναισθησία τέτοιες ώρες;).

Συνήθως έδιωχνα τους γκόμενους απ’ την έξοδο κινδύνου ή στην καλύτερη περίπτωση, τους σύστηνα κανονικά. Το να φύγω με τα παπούτσια στο χέρι και στις μύτες των ποδιών (γαμώ τις ξύλινες σκάλες), δεν μου ’χε ματατύχει. Ο «γάτος» ο μπαμπάς του μύρισε τ’ άρωμά μου και είχε βγει βεράντα. Συνωμοσία πατέρα-γιου (αχ το καλύτερό μου ήταν αυτό, χωρίς πλάκα!) για να μη καταλάβει τίποτα η μαμά και της έρθει κόλπος, μπήκαμε στ’ αμάξι και όπου φύγει φύγει για να με γυρίσει σπίτι μου.

Αμηχανία, χαμόγελα, δαγκώματα στα χείλη, συγνώμες (έλα βρε μωρό μου, είχε γούστο!) και αφηγήσεις από παρόμοιες καταστάσεις που είχαν συμβεί και στους δυο μας. Στο επόμενο φανάρι τον φίλησα και του χάιδεψα τα μαλλιά. Ειλικρινά, δεν ήθελα να τον αφήσω να γυρίσει πίσω. Μα έπρεπε να πάει για... τα μπαλώματα.

Μου έστειλε μήνυμα «όλα καλά! Τους είπα για σένα!» (καλό είναι αυτό;).

Είμαι μ’ ένα χαμόγελο κι ακούω μουσική. ΄Εχω έναν λυγμό γιατί τον ήθελα εδώ (μου είπε πως μπορεί να έρθει, μμμμ....). Μα είναι μερικές στιγμές σ’ αυτή τη ζωή που θες να στροβιλίζεσαι μέσα τους (ειδικά αν υπάρχει καλή κατάληξη), να τις θυμάσαι, να τις αναπαράγεις, να τις ξανασυζητάς, να τις ζεις...

Κι αν είναι να ξαναζούσα κάτι τέτοιο, μόνο μαζί του θα ’θελα...