Πέμπτη, 3 Ιουνίου 2010

(________________)




Θέλω να ανέβω στο πατάρι να κρύψω τα χειμωνιάτικα και όλο το αναβάλλω. Ψάχνω να βρω εκείνη τη στάλα που είχα μαζί μου που σφραγίζει μνήμες. Να την απλώσω στο πάτωμα να ξεχυθεί και να βγάλει το άχρωμό της έξω. Να φτιάξει σύννεφο και να χωθώ, έτσι για λίγο να εξαφανιστώ, να μη θυμάμαι. Να καρφώσω και δυο μαύρα σύννεφα στο ταβάνι και να κρεμάσω από εκεί μικρά μικρά καρτελάκια. Έτος χίλια εννιακόσια τόσο. Τη μέρα που σε γνώρισα. Έτος χίλια εννιακόσια κάμποσο. Τη μέρα που μου έφερες εκείνο το νερολούλουδο. Έτος δύο χιλιάδες και κάτι ψιλά. Τότε που πέθανα για τέταρτη φορά. Εκεί τα κρύβω όλα. Ανάσες στο πατάρι μου. Γι’ αυτό φοβάμαι να μπω φέτος. Γιατί θα μου πέσουν όλες μαζεμένες. Και δεν αντέχω αυτή τη φορά να ράβω σταυροβελονιά τα πεταμένα μου. Δεν αντέχω.

Θέλω να σφίξω ένα αχ και να το κάνω δικό μου. Να βγάλει αίμα απ’ το κόκκινό του στόμα και να του ρουφήξω τη λαλιά. Κι ύστερα να το αφήσω νεκρό στο μαξιλάρι μου. Στο μαξιλάρι που κάποτε είχα βάλει ένα πέταλο σε χρώμα ροζ. Για να μυρίζει παιδί. Μα δεν αντέχω άλλα άγαρμπα ξημερώματα. Δε θέλω να πετάγομαι στον ύπνο μου φωνάζοντας. Δε θέλω να ανοίγουν οι πληγές μου και το πρωί να σκουπίζω χάντρες κίτρινες. Το μισώ το κίτρινο. Σα τον εαυτό μου το μισώ. Είδα ένα κοριτσάκι σήμερα στο καροτσάκι του. Σε ηλικία λίγο μετά τη μωρουδιακή. Έφερνε στο στόμα το παπούτσι του και μου γέλαγε. Έστρεψα το βλέμμα αλλού. Χωρίς δεύτερη σκέψη. Ξέρω πως θα είναι κι αυτή άλλη μια σαπισμένη ανάσα που θα χώσω στο τέρμα του παταριού. Που θα μου βγάλει τη γλώσσα αυθάδικα μετά από κάτι χρόνια. Κι εγώ ή θα την κάνω καρφίτσα στα χείλη μου τα ξεραμένα ή θα τη σκίσω σε χίλια δώδεκα ηλιοβασιλέματα. Κι ύστερα, θα γίνω ομίχλη να με ξεχάσω.

Δεν έχω τακτοποιήσει τα καλοκαιρινά ακόμα. Είναι σε μια πράσινη σακούλα στο δωμάτιό μου και σκοντάφτει το βλέμμα μου επάνω της εδώ και κάτι μέρες. Ούτε που θυμάμαι τι είναι εκεί μέσα. Αναμνήσεις φορεμένες απ’ την ανάποδη σε χρόνο χθεσινό. Να τα πετάξω όλα θέλω. Όλα. Και να μείνω με το δέρμα του φιδιού. Να γίνει ένα με τα νύχια μου. Να μη μ’ αφήνει να θελήσω και κάτι ακόμα. Σκέφτομαι πως αν μπορούσα, θα χωνόμουν σ’ ένα λαγούμι και θα έβγαινα στα κρύα (πάλι κλαις;).

Ανάκατα όλα κι ένας καφές να χύνεται. Τον ακούω που φωνάζει και δεν κουνάω ρούπι για να τον κάνω να σταματήσει να υποφέρει. Σα να αρέσκομαι στο στραπατσάρισμα του περιβάλλοντός μου. Σα να ορέγομαι πεταλούδες που ζητούν λύτρωση φαρμακερή. Να τους μαδάω ένα ένα τα φτερά και να ρωτάω: Αγάπησα;

Πιστωμένη νιώθω σε ποίημα φθονερό. Λες και έχω μεταμορφωθεί σε χώμα και δεν το έχω πάρει είδηση ακόμη. Πονάω.


.