Τετάρτη, 30 Ιουνίου 2010

Ιστορία μία




Ξαπλωμένη με ένα μικρό διάφανο νυχτικό. Ραντάκια, με στήθη να ξεχειλίζουν απ’ τις άκρες. Ασυμμάζευτα. Σαν ορέξεις που ζητούν γλώσσα να γλυκάνουν. Να την μεθύσουν. Να την απογειώσουν. Στο πλάι γυρισμένη με το ένα μπούτι πάνω απ’ το άλλο. Υγρασία εγκλωβισμένη σε εσώρουχο ακουμπισμένο σε λόφο ηδονής. Μαλλιά ξέπλεκα να πέφτουν στη μια μεριά του προσώπου κι ένα μαξιλάρι να δέχεται ανάσα προσμονής.

Ήξερα πως θα ερχόταν. Ένιωθα πως και αυτό το βράδυ θα ερχόταν απρόσκλητος. Όπως και ήξερε πως θα τον άφηνα. Σιωπηλή συμφωνία σε θέατρο παραλογισμού. Ή απουσίας αντίδρασης. Ή ενδόμυχης ικανοποίησης ενός κάτι ακόμη. Ξάπλωσε πίσω μου και με ακούμπησε στην πλάτη. Η ανάσα του βαριά. Ένιωσα την παλάμη του πριν καν μου σηκώσει το ρούχο. Πριν καν μου το φέρει πάνω απ’ τα στήθη και πριν καν τα κάνει να επιδειχθούν σε όλη τους τη μεγαλοπρέπεια. Με χούφτωσε και με μια δεύτερη κίνηση έφερε και το άλλο του χέρι γύρω μου. Τα έπιασε και τα δυο. Τα ζούληξε, τα έτεινε μπροστά. Τσίμπησε τις ρόγες σχεδόν να με πονέσει. Έβγαλα έναν αναστεναγμό. Μα δεν έπρεπε να δείξω πως δε θέλω. Κι ας μην ήθελα. Κι ας ήθελα.

Τους έβλεπα μπροστά μου. Έναν έναν. Ήταν εκεί κι αυτό το βράδυ. Σχεδόν δυο με τρεις φορές την εβδομάδα, το ίδιο σκηνικό. Στην ηλικία του και εκείνοι. Φίλοι απ’ τα παλιά. Ή φίλοι πρόσφατοι. Τα μάτια ίδια. Ίσως κάποιες φορές κάποιο καινούργιο πρόσωπο ερχόταν στην παρέα. Όχι παραπάνω από τέσσερις. Εκεί. Απέναντί μου με βλέμμα λάγνο και χείλη να τρεμοπαίζουν. Γκρίζα μαλλιά με χέρια έτοιμα να ακουμπήσουν στα χαμηλά τους. Να χαϊδευτούν. Χωρίς να με χαϊδέψουν. Μόνο να κοιτούν. Να κοιτούν από την ορισμένη τους απόσταση. Που δείχνει τις γωνιές. Τις επιφάνειες. Και όλα τα στενά σοκάκια και αρμούς. Εκεί, που να τους επιτρέπει να ικανοποιούνται σε θέαμα απλήρωτο.

Κι εκείνος να με δείχνει. Να με πηγαίνει στο πλάι, να με σφίγγει, να μου γλύφει το λαιμό. Μη βγάλω ανάσα. Μη μας ακούσουν απ’ το διπλανό δωμάτιο. Που λογικά, θα πρέπει να κοιμούνται. Κρυφά βράδια σε σάπια ξημερώματα. Συμφωνία κυρίων. Έσφιξα τα πόδια μου κι άρχισε να μου τραβά το εσώρουχο. Κίνηση μελετημένη. Και γνώριμη. Ίδια με άλλες φορές. Πριν γίνει η τελική αποκάλυψη θα έπρεπε να το λαχταρούν. Να το θέλουν ασυγκράτητα. Να τους δοθεί στα μάτια με καθυστέρηση. Κι άλλο τράβηγμα στο εσώρουχο μέχρι να πάει στα γόνατα. Βλέμματα στητά. Ορθάνοιχτα. Όπως και τα πόδια μου που ανοιγοκλείνουν πλέον σε κινήσεις αργές. Να τους νιώθω να εκτοξεύουν ακτίνες μέχρι τα τρίσβαθά μου. Να τους κοιτώ να παίζονται άλλος πιο αργά άλλος πιο γρήγορα. Κι εγώ με μάτια μισάνοιχτα να αναστενάζω ελαφρά. Πουτανάκι. Πουτανάκι σκέτο. Λάγνο, ερωτικό, υπάκουο, μιας επιθυμίας ανίερης τόσο εσωτερικής όσο και διασκευασμένης. Σε θέατρο φυλακισμένων ορμών.

Πάντα χύνω έτσι. Δυνατά, έντονα, προκλητικά. Με το σώμα μου να πάλλεται για ολόκληρα λεπτά. Με παλμούς να απλώνονται σα κύματα ρίχνοντας αντανακλάσεις αέρινων παφλασμών μέχρι τα πλαδαρά κορμιά τους. Με αγρύπνιες που φέρνουν μια άγραφη σελίδα ακόμη. Με στασιμότητες σε ένα άγαρμπο τώρα μιας χαζής επίπεδης γραμμής. Ε, και; Μήπως όλα είναι ερωτεύσιμα; Μήπως όλα είναι ζωηρά; Μήπως όλα έρχονται με φόρεμα κόκκινο σε σοκάκι λαμπερό;

Έλα...σώπασε μελετητή μου. Μια φαντασίωση ακόμη δεν έβλαψε κανέναν. Μόνον ίσως, εκείνον που δεν μπορεί να την απο-δεχθεί. Κοιμήσου...


.