Κυριακή, 13 Ιουνίου 2010

΄Εμπνευση?





Σηκώθηκα. Ξανά. Και ξάπλωσα. Ξανά. Αιωρήθηκα σε σύμπαν παράλληλο με διάθεση διάφανη. Τρία ξημερώματα πιο κει, το κορμί μου στάζει. Αφήνεται να χυθεί, να γευθεί, να αισθανθεί. Να ξεδιπλωθεί μαζί με τη χάση ενός φεγγαριού που πήρε απ’ το στόμα του σύννεφου ένα ακόμη γιατί. Και το έκανε τραγούδι σε χείλη μελωμένα. Να πάρω, λες, μια σταγόνα να τη χώσω μέσα μου; Βαθιά; Να γίνει γεύση σου; Ναι, θα πεις. Μα δε σ’ αφήνω...


Δε σ’ αφήνω, γιατί δε μ’ αρέσει να υποθέτεις χωρίς να εξερευνάς. Δε σ’ αφήνω, γιατί βαρέθηκα να λες πως με διαβάζεις ενώ στην ουσία δεν έχεις ανοίξει ούτε μια γρίλια μου. Δε σ’ αφήνω γιατί η έμπνευση, δε βρίσκεται ανάμεσα σε δάχτυλα στολισμένα με πανσέδες. Δεν υπάρχει ανάμεσα σε δεμένα σκοινιά γύρω απ’ το κορμί. Δεν υπάρχει καν, ανάμεσα σε στήθη αλειμμένα με κόκκινα θέλω. Βρίσκεται σε μια λέξη που δεν έχει ειπωθεί, σε μια ανάσα που δεν έχει δοθεί, σ’ ένα χέρι που δεν έχει βαστάξει γερά εκείνο τον χτύπο της καρδιάς που πάει να ξεφύγει. Εκεί βρίσκεται η έμπνευση. Κι όχι ανάμεσα σε πόδια ανοιχτά που προδιαθέτουν για μια ακόμη περιγραφή παλμικής φαντασίωσης με ημερομηνία λήξης.


Όλοι ξέρουμε να χορεύουμε μελλοντικέ πρώην αγαπημένε. Μα λίγοι εναρμονιζόμαστε με την ιδέα του αποτυπωμένου τελεσίγραφου που χτυπά νότες επουράνιες σε μαδημένα φτερά μαύρων αγγέλων. Σήματα μορς, απομακρυσμένε μου. Που χτυπούν τελείες και παύσεις σε άφαντες ψυχές.


Σκέφτηκες αν υπάρχεις;


.