Παρασκευή, 18 Ιουνίου 2010

Μαζί στο χώρια




Ήθελε να κάνουμε έρωτα. Μου έλειψες, είπε και χάιδεψε με την ανάστροφη της παλάμης του τον γυμνό μου ώμο. Πάνε επτά μήνες σχεδόν που έχω να σε δω. Μόνος είμαι ακόμη...Εσύ...;


Τον άφησα να με γευθεί. Να μου γλύψει με την υγρή του γλώσσα το λαιμό, να ακουμπήσει τα χείλη μου, να φιλήσει το στήθος μου. Τον άφησα να παίξει με τα κρικάκια που έχω στην κοιλιά, να γαργαλήσει τους μηρούς μου, να βάλει το χέρι του επάνω στις χαραμάδες μου. ΄Αφησα τον εαυτό μου να κυλήσει σ’ ένα πριν, αναζητώντας ζωγραφιές σε πίνακες που μας απεικόνιζαν μαζί. Έκλεισα τα μάτια και ανάσανα μυρωδιές. Ένιωσα τους χτύπους της καρδιάς του, όταν έμπαινε μέσα μου φοβούμενος μη με ενοχλήσει. Τύλιξα τα πόδια μου γύρω από τη μέση του, πηγαίνοντας ένα κορμί κάτι μνήμες χθες. Και έφερα λίγη άχνη ζάχαρη στην καινούργια μου αγρύπνια.


Βούρκωνα την ώρα που αγνάντευα μαζί του το μικρό μας πέλαγο. Εκείνο που είχαμε φτιάξει με αρχή ένα παγκάκι στην άκρη της προβλήτας. Και χαιρέτησα δυο γλάρους που βούτηξαν σε μια πινελιά γαλάζιο μέσα σε δυο μου βλεφαρίσματα. Έκρυψα το δάκρυ μου μη προλάβει να το δει και το έχωσα στων παλμών μου το αποτέλεσμα. Σα για να φτιάξει νοερή κορνίζα καλοκαιριάτικης καταιγίδας. Ήξερα πως θα με δικαιολογούσε για το βουβό μου ξέσπασμα. Ήλπιζα μάλιστα, πως θα το προσπερνούσε. Όπως και έκανε...


Γνώριμες οι κινήσεις του. Οικεία η πεθυμιά του. Απόμακρη όμως ακόμη, η αίσθηση του έλα του. Άραγε να με στενοχωρεί περισσότερο ότι το καταλαβαίνει ή με ενοχλεί το ότι δε θέλει να το σκέφτεται; Τον χάιδεψα απαλά στην πλάτη και του έδωσα ένα στεγνό φιλί στην άκρη των χειλιών. Σηκώθηκα αργά και τύλιξα το σώμα μου με μια ίνα απ’ το σούρουπο που εκείνη την ώρα έσκαγε σα κύμα καυτής παρηγοριάς. Έστυψα και μια φέτα λεμόνι. Να νιώσω την αίσθηση του ώριμου αντίο. Κι άνοιξα την πόρτα της παρένθεσής μας για να μπει μια μυρωδιά από θυμάρι. Του χαμογέλασα.


Σ’ αγαπώ...μου είπε ξεμακραίνοντας και τον άφησα να κλείσει εκείνος την πόρτα.


Για ακόμη μια φορά, δεν είπα τίποτα.


.