Τετάρτη 27 Ιανουαρίου 2010

Ένα ακόμη θέλω





Θα ήθελα σα στάλα να χυθώ, στο δοχείο της απόσταξης των ονείρων σου. Να ρίξω εσάνς απ’ τη γεύση μου και να εξαπλωθεί στα κύτταρά σου. Να εξαϋλωθεί βγάζοντας άρωμα καινούργιο. Ανακατωμένο με τις εκκρίσεις σου. Να φτιάξουμε υγρό αναρχικό που ρέει στα κρυφά τα μονοπάτια ανάμεσα απ’ τους αναστεναγμούς μας. Να σου ανοίξω δίοδο να βρεις χαμένες ορέξεις και να μυηθείς σε ανίερες ορμές. Αίσθηση σκληρή και σφιχτή, παλλόμενη σε μεμβράνη που ρουφά δυνάμεις και τις κάνει ακόμη πιο δυνατές. Έτοιμες να σκίσουν δίχτυα και να ανοίξουν παράθυρα σε κόσμους άλλους. Φανταστικούς. Και άπιαστους.

Θα ήθελα δυο στήθη να σου ακουμπήσω στις χούφτες. Να ξεχειλίζουν απ’ τα δάχτυλά σου, να απλώνονται στις παλάμες σου, να κουνιούνται με την κίνησή σου. Να λαχταράς να τα ζουλήξεις, να τα μαλάξεις, να τα στύψεις. Κι ύστερα να γευθείς κοκτέιλ με οξυγόνο. Με δόσεις μέθης, εξάρτησης, ζάλης. Κι ύστερα να χώσεις μέσα τους το πρόσωπό σου για να νιώσεις τη ζέστη τους. Να καταλάβεις το βελούδο τους. Να ακουμπήσεις το έλα τους.

Θα ήθελα δυο μηρούς να σου τυλίξω γύρω απ’ τη μέση. Να μαγκώσω το φεύγα σου. Να προδώσω το δήθεν σου. Να αναδείξω το είναι σου. Να φέρω το ναι σου βγαλμένο μέσα απ’ το βλέμμα σου. Απ’ την αμηχανία σου. Ή απ’ το θάρρος σου. Να δεις το ορμητήριό σου να παίρνει κατεύθυνση στο λιμάνι της τρικυμίας μου. Να χωρέσει η θέλησή σου στα κρυφά τα μονοπάτια. Να γίνει τορπίλη έτοιμη να ανατινάξει φρεγάτα που αρμενίζει. Βόμβα έτοιμη να εκραγεί σε οχυρό. Κεραυνός που ακολούθησε της αστραπής το φως και γήτεψε το λιβάδι που έπεσε.

Μα πιο πολύ απ’ όλα, θα ήθελα να φέρω λίγο αξημέρωτο πρωινό μέσα στο σούρουπο της νύχτας σου. Να διώξω την άπνοια και να ανακατέψω τα βλέφαρά σου με υγρασία απ’ το φεγγάρι. Να δώσεις ομίχλη στο άυλό σου για να φανεί ένα ακόμη περίγραμμα. Το περίγραμμα των ανείπωτων παθών που καθορίζουν το μέρος εκείνο της ύπαρξής σου που επιθυμεί να γίνει ένα ακόμη θέλω...


...μέσα στα θέλω μου...


.

Πέμπτη 21 Ιανουαρίου 2010

Με το μάτι του φακού





Μου άρεσε που την έβλεπα έτσι. Χνουδωτή όσο πρέπει για να είναι δελεαστική, απαλή όσο χρειάζεται για να φαίνεται αθώα, έντονη κατά περίσταση για να δείχνει προκλητική. Θα μου πεις, δεν ήταν η πρώτη φορά που έκανε φωτογράφηση οπότε ήξερε πώς να προβάλλει το κάθε τι πάνω της με ένα νεύμα. Καθόμουν δίπλα στη φωτογράφο που της έφτιαξε τη διάθεση κατ’ αρχήν με μιαν απαλή μουσική κι ένα σφηνάκι τεκίλα. Ημίφως, ατμόσφαιρα ζεστή και ένας ανεμιστήρας να γυρίζει. Τα μαλλιά της να παίζουν με τις ακτίνες της σκόνης που έτρεχε στον αέρα και η γύμνια της να προσδιορίζει του αόρατου τα ντέρτια.

Το στήθος της σφιχτό. Μέτριο στο σχήμα και οι ρόγες ερεθισμένες. Τις είχε τρίψει με τα δάχτυλα αφού πρώτα τα έγλυψε με τη ροζ της γλωσσίτσα. Ανοιγόκλεινε τα πόδια της καθισμένη και θαρρούσες πως ο αέρας παίζει κρυφτό με τις τρύπες της. Μ’ αρέσει να κοιτάζω γυναίκες να επιδεικνύονται. Δε θα το αναλύσω, γιατί δε μ’ ενδιαφέρει να το αναλύσω. Μα ούσα γυναίκα βλέπω ένα γυναικείο κορμί όχι με το σκοπό της συνουσίας, μα με την περιέργεια του πώς θα προβάλλει την ομορφιά του. Κι αν ο συνδυασμός του βλέμματος με την κίνηση είναι ταιριαστός, τότε έχεις σίγουρο και τον ερεθισμό.

Το φως χαμήλωσε περισσότερο και η μουσική έγινε πιο χαλαρή. Το ίδιο και η Ροζ. Αυτό το παρατσούκλι της έβγαλα. Πήγα λίγο πιο πίσω, αφήνοντας τη φωτογράφο να της υπαγορεύει στάσεις. Κι εκείνη να τις εκτελεί. Πρώτα να τις θερμαίνει, ύστερα να τις ανακατεύει, μετά να τις υγραίνει κι ύστερα να μπαίνει μέσα στους δικούς της ατμούς και να αναλύει άρωμα που ένιωθες τη γεύση του. Γεύση ηδονής. Στάση πλαγιαστή και βλέμμα στο φακό. Το ξυρισμένο της μουνάκι φάνηκε σαν ώριμο φρούτο έτοιμο να κοπεί. Το στήθος της έγερνε με τρόπο που σε καλούσε να το βυζάξεις. Τα χείλη της υγρά, έσταζαν καύλα.

Δάγκωσα τα χείλη μου απαλά κι ακούμπησα το χέρι μου μέσα απ’ το εσώρουχό μου. Γνώριμη μουσκεμένη αίσθηση. Το έβγαλα και το ακούμπησα στα χείλη μου. Τα έγλυψα κι έβγαλα έναν μικρό αναστεναγμό. Βύθισα το δάχτυλό μου μέσα στο στόμα μου και το πιπίλισα. Την κοιτούσα που είχε ριγμένο πάνω της το φωτισμό χωρίς να βλέπει προς το μέρος μου. Τα πόδια της τώρα ήταν ορθάνοιχτα. Έδειχνε στο φακό τη σπηλιά που μπαινοβγαίνουν τα θεριά όταν θέλουν να φέρουν καταιγίδα. Τη σχισμή που δέχεται ναυαγούς να ξεδιψάσουν. Το δωμάτιο που φτιάχνει τις χίλιες και μια νύχτες με ένα ξεφύλλισμα. Και κοίταζα όπως κοιτάζει κι ο φακός. Σα να θέλει να ρουφήξει τη στιγμή και να την έχει μέσα του για ώρα. Κι έβαλα ξανά το χέρι στο καυτό μου σημείο. Βύθισα τα δυο δάχτυλα μέσα μου για να νιώσω όπως νιώθει η άνοιξη όταν ξεσπάει κεραυνός. Όπως νιώθει το κύμα που αγριεμένο πέφτει στην ακτή. Όπως βροντάει ο παλμός όταν αποκτά νόημα ύπαρξης.

Και συνέχισα να ποτίζομαι απ’ τη δική μου πηγή, κοιτώντας το άνοιγμα, την παλινδρόμηση και τις φιδωτές στροφές της απέναντι Ροζ λίμνης που με ένα πάμε, πάλι, έλα, δείξε, σκύψε, γείρε, σήκω, ξάπλωσε, σκύψε ξανά, άνοιξε, πιο πολύ, πιο πολύ και πιο πολύ, με έκανε να φτάσω στα όρια ενός αχ ξεσπώντας σε μια μικρή φωνούλα που έκανε τη φωτογράφο να στραφεί απότομα προς το μέρος μου.

Συνέβη κάτι;

Ναι...αλλά συνεχίστε για...

...να ξανασυμβεί...


.

Σάββατο 9 Ιανουαρίου 2010

Λίγη ζάλη παραπάνω





Σταυροπόδι και χωρίς εσώρουχο δεν είναι και τόσο άβολη κατάσταση όταν κάθεσαι σε ψηλό σκαμπό σε μπαράκι με ημίφως. Ίσα ίσα. Για κάποια που ξέρει πώς να ενώνει τα πόδια της αφήνοντας μια υποψία σκιάς, είναι αίσθηση καύλας ανακατωμένης με υγρασία φωτιάς. Μ’ ένα πουράκι αναμμένο στο ένα χέρι κι ένα ποτό να χρυσίζει στο άλλο, η συναίσθηση του εαυτού σου να αιωρείται ανάμεσα σε βλέμματα είναι κάτι που γίνεται σχεδόν χωρίς να το έχεις επιδιώξει στο ελάχιστο. Να παίζουν τα κόκκινα μπλουζ απ’ τα βραχνά μεγάφωνα και να κάνεις κινήσεις που δε ξέρεις από ποια βάθη των αιώνων τις κουβαλάς μέσα σου. Να τις απλώνεις χωρίς καν να τις έχεις σχεδιάσει. Κι απέναντί σου ματιές με χρώματα που ψιθυρίζουν ροκάδικες γητειές. Είναι κάτι στόματα που δεν χρειάζεται να μιλήσουν για να καταλάβεις τη γλώσσα τους. Κάτω από ήχους και κινήσεις, η γλώσσα είναι κοινή. Και τραγουδά μόνο ένα σκοπό. Το σκοπό του ξελογιάσματος.


Υγρασία στο βλέμμα και στα κορμιά. Ανάμεσα στους μηρούς και στις πτυχές του λαιμού. Στα κρυφά και στα φανερά σημεία του δέρματός σου, της πνοής και των αναστεναγμών σου. Θέλω να πιω ακόμη ένα απ’ το ίδιο που πίνω. Απ’ αυτό που με ζαλίζει ευχάριστα. Απ’ αυτό που θα με κάνει να γράψω έναν στίχο παραπάνω στο ποίημα των ανήμερων πόθων μου. Των αξημέρωτων μυστικών μου. Των άγριων ορμών μου.


Αλλάζω πόδι και γλύφω τα απύθμενα μαρτύρια της τελετής που με έκαψαν. Σε μια άλλη εποχή ίσως ήμουν πλανεύτρα. Σε μια άλλη διάσταση ίσως ήμουν γαλαξίας. Σε έναν άλλο χρόνο ίσως να ήμουν ψίθυρος. Σε μια μετάβαση ίσως να ήμουν η γραμμή που διαχώριζε το πρέπει από το ναι. Ίσως ήμουν το αγέννητο παιδί ενός παράνομου οργασμού που κόπηκε πάνω στο τελευταίο αχ. Ίσως ήμουν το ένα απ’τα δυο δευτερόλεπτα μιας φοράς που το ξημέρωμα είχε σταθεί λίγο παραπάνω για να πάρει μάτι τη νύχτα να φορά το δαντελένιο της εσώρουχο πριν αποσυρθεί στην άλλη μεριά του πλανήτη.


Αχ γεύση μου! Να σε δώσω στον πρώτο που θα μάθει πώς να αγγίζει το γυάλινο δάκρυ μου. Εκείνο που θα λιώσει πάνω στην κάψα του βλεφάρου του χορεύοντας τζαζίστικες νότες βγαλμένες απ’ το σαξόφωνο της έμπνευσης ενός καινούργιου τραγουδιού με άρωμα αυθεντικού καλέσματος. Εκείνου που ξέρει πώς να παρασέρνει κάποια που ξέρει πώς να αφήνεται. Εκείνου που γνωρίζει πως η αναζήτηση του εαυτού περνάει μέσα από ένωση πυρήνα ψυχών. Εκείνου που δε διστάζει να ανακατεύει το δικό του ποτό με το παράλογο της ουσίας μιας άλλης πνοής.


Κατεβαίνω απ’ το ψηλό σκαμπό και περιφέρομαι στο πλήθος. Στάλες κυλούν ανάμεσά μου. Τι κι αν δεν τις βλέπει κανείς; Το άρωμα που αναδύει το σώμα είναι το καλύτερο διεγερτικό που σε κάνει να φαντάζεσαι σκηνές. Μα είναι στιγμές που η φαντασία δε σου αρκεί. Είναι στιγμές που θες να στύψεις το σύννεφο να στάξει μπρούσκο και να το πιεις μέχρι την τελευταία του σταγόνα. Είναι στιγμές που θες να φύγεις από τούτο τον κόσμο του εφήμερου και να πέσεις στη ρουφήχτρα των απτών παραισθήσεων. Κι όταν βλέπεις πως γύρω σου είναι μόνο το κενό, το μόνο που σου μένει να κάνεις είναι να παραγγείλεις ακόμη ένα ίδιο απ’ αυτό που πίνεις. Κι ίσως για αλλαγή, κάτι διαφορετικό...έτσι...


...για λίγη ζάλη παραπάνω...







.

Δευτέρα 4 Ιανουαρίου 2010

Ροζ φλαμίγκο






Ξύπνησα με μια διάθεση φτερωτή. Κάτι μεταξύ χαμένης ονείρωξης και σταγόνας αίματος παρατημένης στα σεντόνια μετά από πρόσφατη αποβολή. Τρίφτηκα να πασαλειφτώ ως άλλη νεκρώσιμη ακολουθία σ’ έναν κόσμο πέρα από μένα. Σ’ έναν κόσμο που δεν περιέχει καν εσένα. Σηκώθηκα να φτιάξω λάσπη με φτύσιμο από φαρμάκι να δημιουργήσω σώμα ανεκπλήρωτης προσμονής. Να το δω να με κοιτάει και να του καρφιτσώσω τα μάτια με πύρινη βελόνα. Και να πω τρεις διαόλισες λέξεις που θα σε φέρουν στο εδώ.

Όχι γιατί μου έλειψες. Όχι γιατί σε πεθύμησα. Ούτε γιατί θέλησα να σε αγγίξω. Μα επειδή έχω την ακατανίκητη επιθυμία να σου πετάξω τον στηθόδεσμό μου στα μούτρα. Να στον περάσω στο λαιμό να μυρίζεις το άρωμά μου καθώς θα πνίγεται η ματαιοδοξία σου και γω να γελάω με το γέλιο της μέδουσας. Να σε κοιτώ ανέκφραστη, δείχνοντάς σου την τέλεια μεταμόρφωσή μου σ’ ένα είδος με ροζ φτερά που κάθεται στο ένα πόδι και κάνει έρωτα καταπίνοντας λέξεις. Τις λέξεις σου. Και τις εικόνες σου.


Σου έκανα ένα τεστ και δεν το διάβηκες καν. Δεν ακούμπησες ούτε μέχρι την ξώπορτα. Δεν με αφορά το γιατί κι ούτε θα το ψάξω. Με ενδιαφέρει που σου έβαλα κάτω απ’ το μηδέν. Θερμοκρασία νέκρας. Κι έτσι απλά, σκίζω την αρρώστια που σε περιβάλλει και την κλοτσώ στο σύμπαν. Μακριά. Μακριά μου. Και μ’ αυτό που κάνω, θαρρώ πως κάτι σαν αξία σου δίνω. Μα δε με νοιάζει αν θα το σκεφθείς καν. Δε με νοιάζει κι αν θα το καταλάβεις. Με νοιάζει που πλέον δεν θα έχω δίπλα μου άλλο ένα άψυχο σώμα σε μετεώριση. Ξέρεις, μ’ αρέσει να διαγράφω.


Κοιτάζω τον εαυτό μου ως φλαμίγκο. Και μ’ αρέσει γιατί στα ροζ υψώνω το μεσαίο μου δάχτυλο προς το μέρος σου. Και σε αφήνω να δημιουργήσεις καινούργια δάκρυα στα μάτια όσων ακόμη δεν έχουν δει αυτό που δεν έχεις ανακαλύψει ακόμη για τον εαυτό σου.


Ότι, απλά, δεν υπάρχεις!

.

Παρασκευή 11 Δεκεμβρίου 2009

Πορεία φθίνουσα





Ξαπλωμένη στην αρένα των λέξεων. Σκόρπια φωνήεντα σε μια ονειρική συμφωνία τετελεσμένων προορισμών. Με προσδιορίζεις. Με επίθετα, με συναίσθηση, με υφέρποντα στεναγμό. Επιθυμείς να οργώσεις το αλόγιστό μου. Εκείνο που σε καλεί, σαν άλλο ταυρομάχο, να ορμήσεις για ένα κάρφωμα ακόμη. Στις πτυχές μου. Στους ορίζοντές μου. Στα κρυμμένα και στα φανερά μου μονοπάτια. Με τα μαλλιά λυτά και τα μάτια δεμένα. Καρτερώ. Σε προκαλώ με χείλη μισάνοιχτα. Αιμάτινα. Σηκώνω τα φουστάνια δείχνοντάς σου ορίζοντες. Γραμμές πέρα από τις γραμμές. Κόσμους μέσα σε κόσμους. Εκεί που θέλεις να εξαφανιστείς. Να βουτήξεις και να κολυμπήσεις. Να μάθεις, να δείξεις, να ωριμάσεις, να καρποφορήσεις.


Ταυρομάχος των οδυρμών μου μέσα στην απερίγραπτη μετουσίωση μιας πανσπερμίας φρούδων ελπίδων. Κι όμως. Σ’ αυτή την αρένα γλιστράει ακόμη κι ο ουρανός. Που χύνει φωτιά υγρή. Από μέταλλο καρδιάς ενσταλαγμένη. Ξίφος από τριαντάφυλλα που στάζουν άνοιξη οδηγημένα απ’ την ορμή του πόθου. Εκείνου που ξέρει πως αν δοθεί τίποτα δε θα μείνει ίδιο. Τίποτα δεν θα φαίνεται ατσαλάκωτο. Κι ούτε συμπληρωμένο. Άλλος ένας εαυτός πεσμένος στο κέντρο του στόχου. Βορά στους μορφασμούς αόρατων θεατών. Που εξακοντίζουν βλέμματα πόρνης ευχαρίστησης, χειροκροτώντας ακόμη έναν έρωτα που ξεψυχά στάζοντας αγρύπνια. Ντυμένοι όλοι τους τη μάσκα της απόρριψης. Μιας οικείας αίσθησης που όσο τη σιχαίνονται τόσο την κάνουν σημαία σκορπίζοντάς την με κάθε ευκαιρία σε όσους αιμορραγούν. Μια χαρακιά παραπάνω. Ακόμη μια πληγή κι ακόμη μια αφορμή για ξέσπασμα. Όλε! Όλε! Όλε! Και τα γάντια τα πολύχρωμα να σφυροκοπούν με άγρια χαρά. Ρίχνοντας στα μούτρα εκείνων που τόλμησαν να εκτεθούν, τη δική τους αδυναμία να ζήσουν. Να νιώσουν. Να φθαρούν. Κι ύστερα να κομματιαστούν πανηγυρικά κάτω απ’ τους ήχους μιας ακόμη χιλιοπαιγμένης όπερας.


Δε θα σου πεθάνω στα χέρια. Δε θα χαθείς νικητής. Θα μείνουμε κι οι δυο πεσμένοι μέσα στα καλώδια της ανυπαρξίας ενός σύμπαντος φτιαγμένο από ονειρικές συνθέσεις. Μακριά και τόσο κοντά. Κοντά και τόσο μέσα. Βαθιά και τόσο παρθενικά. Αποκαμωμένος στα λευκά μου στήθη να σε βυζαίνω χυμό από σπανιόλες νότες. Κι εσύ να ρουφάς με λαχτάρα, αιώνια διψασμένος για ένα κάτι που θα σου δώσει ώθηση να ξεφύγεις απ’ αυτό που είσαι φτιαγμένος. Από σκόνη ενός άπιαστου μέλλοντος κυνηγημένος από πρωινές ονειρώξεις του κόκκινου, με μπέρτα καλυμμένος, έτοιμος να υποκλιθείς σε μια άνιση μάχη ψυχής. Ενάντια στης πραγματικότητας τη σάπια φυλακή.


Κι εγώ...γερμένη στην παλάμη του αλήτη χρόνου, χορτασμένη βελούδινες γητειές, αποκαμωμένη μα παντοτινά πεισμωμένη για όρθια εκπνοή, θα γνέφω στις καταιγίδες, δεμένη σε στύλους πάνω από λάμες αιχμηρές και άπατες χαράδρες. Χαράδρες του νου, που στάζουν στις γραμμές του πεπρωμένου μου...


...πορεία φθίνουσα...






.

Πέμπτη 26 Νοεμβρίου 2009

Πολύχρωμοι ήρωες






Είναι μερικοί άνθρωποι που έχουν το σεισμό μέσα τους. Κουνιούνται και τρέμουν τα άστρα. Μιλούν και φέγγει ο ουρανός. Γελάνε και παίζουν ντόμινο οι πλανήτες. Είναι κάτι αερικά που φτιάχνουν αλυσίδες δεμένες με αόρατους παλμούς. Ζωντανούς. Που σε καλούν να μπλέξεις ανάμεσά τους. Και να μη θες να ξεφύγεις με τίποτα.


Είναι μερικοί του είδους των διπόδων που αξίζει να φέρνουν τον χαρακτηρισμό τους. Τινάζουν το μαλλί και σηκώνονται κύματα. Σηκώνουν τα χέρια και κατεβαίνει ο ουρανός. Ξαπλώνουν και προσκυνά η σελήνη. Στενάζουν τα σταυροδρόμια ανάμεσα στις πτυχές των αναστεναγμών τους. Φιλάει ο αυγερινός την πούλια αντρόπιαστα μέρα μεσημέρι.


Είναι κάποιοι που αλλιώς γεννιούνται κι αλλιώς μεταμορφώνονται. Είναι κάποιοι που αποδύονται τους χαρακτηρισμούς τους και πατούν στον ουρανοξύστη των θέλω τους. Κάποιοι που τολμούν να ξεσκίσουν τις πιτσιλωτές τους βούλες και να βάλουν φτερά ρουμπινί. Βελούδινα. Προκλητικά. Να βγάζουν μάτι.


Μ’ αρέσει. Μ’ αρέσει να κοιτώ το ναι που θέλει να βγει καθαρό και να τραντάξει. Να γελάσει. Να απλωθεί. Να υπάρξει. Μ’ αρέσει να χαίρομαι το είμαι αυτό που είμαι που θέλει να περπατήσει στο θα γίνω ακόμα περισσότερο. Και το κάνει. Μ’ αρέσει το έλα που λέγεται με πάθος. Με πίστη. Με δύναμη. Με προοπτική. Και μ’ αρέσει που ορισμένοι χαρακτήρες, όσο και να είναι καθ’ υπερβολήν αποτυπωμένοι σε έναν κόσμο φανταστικό…


…κάπου σου υπενθυμίζουν ότι η πραγματικότητα ζητά ήρωες για να φτιάχνει ιστορίες που αξίζει να είσαι μέρος τους…











(Το βίντεο είναι για την προώθηση του βιβλίου με τίτλο Οριάνα εξπρές που κυκλοφορεί απ’ τις εκδόσεις Πολύχρωμος Πλανήτης, με συγγραφέα την Αγγελίνα Ρωμανού. Το είδα…μου άρεσε…το διαδίδω…)

.

Κυριακή 22 Νοεμβρίου 2009

Εξπρές...






Είναι κάτι θεριά που έχουν μέσα τους το φως. Κάτι άνοιξες και φθινόπωρα λίγο πριν τη μεταμόρφωση. Κάτι αναλαμπές που ψάχνουν διέξοδο προς το άγνωστο, το κάτι, το πουθενά. Και θέλουν να εμφανίσουν το δικό τους τίποτα σε ένα τίποτα ακόμη. Έτσι. Για πλάκα. Για ανουσιότητα. Για μηδενισμό εις το πηλίκον. Για την καύλα της προσπάθειας.


Κι έρχονται στιγμές που εξαφανίζονται σε ένα άπειρο από βρόμικες ανάσες, χαριεντισμένα βλέμματα, ανείπωτες αναστολές. Φορούν δερμάτινα και βάζουν κρίκους στα στήθη. Ξυρίζουν τ’ απόκρυφα σε σχήμα κωλοδάχτυλου και εξανεμίζονται στα ουράνια βάθη. Αχ, εραστές της λήθης μου πόσο δίκιο είχατε που κρυβόσασταν κάτω από ματωμένα σεντόνια μη λάχει και δείξετε τον πόθο του τρόμου σας.


Είναι όμορφο να βλέπεις σούρουπα σε μάτια λάγνα. Ακόμη πιο όμορφο να αγγίζεις ερεθισμένες ανατολές που βγαίνουν πίσω από λόφους χαμένης ύπαρξης. Ω...δείξτε μου έναν γκρεμό ακόμη να με δείτε να τον διαβαίνω αγέρωχα και γελάστε με την πτώση της ανηθικότητάς μου. Πόσο γουστάρω να ντρέπεστε βλέποντας ακόμη έναν εαυτό που φανερώνεται μπροστά σας χωρίς να ξέρετε πώς να τον διακορεύσετε.


Μη ζητάτε ανάλατες φυγές. Μπορείτε άραγε να παρακολουθήσετε δυο κουνήματα ολογραμμάτων χωρίς ν’ αγγίξετε τη στύση σας; Θα ήθελα να παίξω με τα βασανίσματά σας. Μα θα σας τρομάξω ξανά. Και δεν ξέρω αν ακόμη ήρθε ο καιρός να κυνηγήσω...


...ακόμη μιαν ανέραστη ομίχλη...









.